Η Ευρώπη στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων – Πώς η ΕΕ μπορεί να σταθεί απέναντι στον Τραμπ και την Κίνα


Εάν η Ευρώπη θέλει να είναι ένας δρων αντί για μια σκακιέρα στην οποία θα ανταγωνίζονται μεγάλες δυνάμεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την άμυνα και την ασφάλεια, και να βάλουν όλες τις οικονομικές τους δυνάμεις στο παιχνίδι.

Κατά την περίοδο πριν από την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ την περασμένη εβδομάδα και την συνάντηση μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, και του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν μπορούσαν να κρύψουν το άγχος τους. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Trump προχώρησε σε έναν ρητορικό πόλεμο εναντίον των μεγαλύτερων συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε μια συγκέντρωση τον Ιούνιο, υποστήριξε ότι η ΕΕ «δημιουργήθηκε για να επωφελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Νωρίτερα εκείνον τον μήνα, ο Trump επιτέθηκε στην Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, καθώς αντιμετώπιζε μια εξέγερση στον δικό της συνασπισμό σχετικά με τη μετανάστευση. «Ο λαός της Γερμανίας στρέφεται εναντίον της ηγεσίας του», ανέφερε στο twitter. Ο Trump αναφέρθηκε επίσης ότι ζήτησε από τον Γάλλο πρόεδρο Emmanuel Macron να εγκαταλείψει την ΕΕ προκειμένου να επιτύχει μια καλύτερη διμερή εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτές οι τελευταίες επιθέσεις ακολούθησαν την άρνηση του Trump να συμμετάσχει στο κοινό ανακοινωθέν του G-7, την επιβολή νέων δασμών των ΗΠΑ στον χάλυβα και το αλουμίνιο από συμμάχους των ΗΠΑ και την πρότασή του να ξαναγίνει δεκτή η Ρωσία στο G-7. Την παραμονή της συνάντησης με τον Πούτιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ χαρακτήρισε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «εχθρό». Το μήνυμα φαίνεται σαφές: Το «Πρώτα η Αμερική» σημαίνει η Ευρώπη μόνη της.

Αυτά τα πρόσφατα ρήγματα αντανακλούν όχι μόνο μια αυξανόμενη διαμάχη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και μια νέα πραγματικότητα: Η Ευρώπη, διχασμένη εσωτερικά, χάνει δυνητική αποτελεσματικότητα στην παγκόσμια σκηνή, και η διοίκηση Trump, ενεργώντας περισσότερο ως αρπακτικό παρά ως συνεργάτης, μπαίνει στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί αυτή την αδυναμία. Καθώς οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή σε ολόκληρο τον πλανήτη, η Ευρώπη, όπως η Μέση Ανατολή ή η Λατινική Αμερική, θα αποτελέσει άλλο ένα πεδίο μάχης.

Σε μια ομιλία του τον Ιούνιο στο Heritage Foundation, αποκαλύπτοντας την στρατηγική της διοίκησης [Τραμπ] για την Ευρώπη, ο A. Wess Mitchell, βοηθός υπουργός Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, το έθεσε πιο άμεσα: «Η Ευρώπη είναι αδιαμφισβήτητα ένας τόπος σοβαρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού. . . . Πρέπει να πάρουμε σοβαρά αυτήν την πραγματικότητα. . . . Η Αμερική πρέπει να την λάβει σοβαρά υπόψη».

Βλέποντάς το από την Ευρώπη, αυτό παρουσιάζει μια υπαρξιακή πρόκληση. Οι ευρωπαϊκές χώρες βασίζονται στην συνεχιζόμενη δέσμευση ασφαλείας και στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεδομένου ότι η ηγεσία εκλείπει και η δέσμευση βρίσκεται σε κίνδυνο, η Ευρώπη θα πρέπει να ενοποιηθεί στο εσωτερικό της και να προβεί σε κάποιους γνωστικούς διπλωματικούς ελιγμούς στο εξωτερικό, προκειμένου να συνεχίσει να επιδιώκει τα συμφέροντά της σε παγκόσμια κλίμακα.

Για την Ευρώπη, το να μάθει το πώς να ζήσει στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι μόνο η διαχείριση ενός απρόβλεπτου προέδρου των ΗΠΑ με μια ιδιαίτερη περιφρόνηση προς τις πολυμερείς συμμαχίες˙ πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΑΡΠΑΚΤΙΚΟ

Σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ο Trump άρχισε να στρέφει τις Ηνωμένες Πολιτείες μακριά από 70 χρόνια αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία προώθησε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως θεμέλιο της ασφάλειας των ΗΠΑ. Τώρα που η Ουάσινγκτον σκοπεύει να ανταγωνιστεί στην Ευρώπη και όχι παράλληλα με την Ευρώπη, θα προσπαθήσει να αποσπάσει ευρωπαϊκές χώρες, κουνώντας [δελεαστικά] διμερείς εμπορικές συμφωνίες μπροστά τους, όπως αυτή που ο Trump προσέφερε στον Macron.

Όπως υποστήριξε ο ειδικός των διεθνών σχέσεων, Thomas Wright, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει το να χρησιμοποιηθεί η αποδυναμωμένη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit για να πιεστεί να υπογράψει μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τις Ηνωμένες Πολιτείες αντί μιας με την ΕΕ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια αρπακτική στάση, θα εκμεταλλευτούν επίσης τη μεγαλύτερη μόχλευσή τους, τις αμυντικές δεσμεύσεις τους και τις δεσμεύσεις τους επί της ασφάλειας, για να πάρουν βραχυπρόθεσμες εμπορικές συμφωνίες. Θα μοιράσουν αμυντικά δολάρια στους πιο πιστούς, ενώ θα τιμωρήσουν εκείνους που θα τους αντισταθούν.

Για το 2019, το Κογκρέσο διέθεσε 6,3 δισεκατομμύρια δολάρια στην Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Αποτροπής (European Deterrence Initiative), δηλαδή αύξηση 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το 2018. Τα κονδύλια αυτά, τα οποία αποσκοπούν στην ανάσχεση της Ρωσίας, υπερβαίνουν δυσανάλογα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και ετοιμότητα στην Ανατολική Ευρώπη. Αλλά ταυτόχρονα, το Πεντάγωνο αξιολογεί το κόστος της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Γερμανία και τις πιθανές επιπτώσεις της απόσυρσης των 35.000 στρατιωτών των ΗΠΑ που σταθμεύουν εκεί. Αυτές οι φαινομενικά αντιφατικές παρορμήσεις -οι σημαντικές αυξήσεις δαπανών για την ευρωπαϊκή άμυνα σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για το κόστος που συνδέεται με την διατήρηση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Γερμανία- έχουν νόημα από την οπτική των Ηνωμένων Πολιτειών που ενδιαφέρονται να διαλύσουν την Ευρώπη αντί να τη διατηρήσουν.

Στο πολιτικό μέτωπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται για να υπονομεύσουν τους Ευρωπαίους ηγέτες που δεν συμμορφώνονται. Η επίσκεψη του Trump στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιούλιο, κατά την διάρκεια της οποίας υποτίμησε την Βρετανίδα πρωθυπουργό Theresa May σε μια συνέντευξη σε λαϊκή εφημερίδα, αποκάλυψε το πώς μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πραγματικό χρόνο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπονομεύουν τη Μέρκελ, με το να ενισχύουν ακροδεξιές δυνάμεις και αναζωπυρώνοντας τις φλόγες της συζήτησης για τη μετανάστευση. Η κυβέρνηση Trump αγνοεί την δημοκρατική υποχώρηση στην Ουγγαρία και την Πολωνία, προς μεγάλη πικρία της ΕΕ, η οποία αναζητά τρόπους για να τιμωρήσει αυτά τα κράτη για τις ολοένα και πιο αντιφιλελεύθερες πολιτικές τους.

Ώρες πριν να γράψει στο Twitter για την γερμανική μεταναστευτική κρίση, ο Trump ήταν σε τηλεφωνική συνδιάλεξη με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Viktor Orban, όπου μίλησαν για την σημασία της συνοριακής άμυνας. Αυτή η συζήτηση πιθανότατα προκάλεσε την επακόλουθη επίθεση του Τραμπ στην Γερμανία μέσω του Twitter. Κατά την αναζήτηση διμερών σχέσεων, η διοίκηση του Trump σπέρνει ενεργά τον διχασμό και σε άλλα πολυμερή θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ και του G-7.

ΕΥΡΩΠΗ, Η ΑΔΥΝΑΜΗ

Οι Ευρωπαίοι πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τη νέα αυτή πραγματικότητα. Μόλις τον περασμένο μήνα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποδείχθηκαν ανίκανοι στο να επηρεάσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σημαντικά ζητήματα που επηρεάζουν τα συμφέροντά τους, από τους δασμούς μέχρι την απόσυρση των ΗΠΑ από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA), ευρύτερα γνωστό ως η πυρηνική συμφωνία για το Ιράν.

Ακόμα χειρότερα, παρά την ανακοίνωση μέτρων για την διάσωση του JCPOA, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν περιορισμένες επιλογές για να προστατεύσουν τις δικές τους εταιρείες από τις ανανεωμένες κυρώσεις των ΗΠΑ για το Ιράν. Σημαντικές ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η Allianz, η Peugeot και η Total, έχουν ήδη ανακοινώσει ότι αποσύρονται από το Ιράν.

Επιπλέον, η κυβέρνηση Trump απείλησε να επιβάλει κυρώσεις στον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2 από την Ρωσία στην Γερμανία, μια κίνηση που θα έθετε τέλος στο έργο, στο οποίο κατέχουν σημαντικές συμμετοχές αυστριακές, ολλανδικές, γαλλικές και γερμανικές ενεργειακές εταιρείες. Αυτό θα ήταν μια σκληρή κίνηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θα είχαν προφανή διέξοδο.

Η τρέχουσα στιγμή ανατρέχει στην κρίση του Σουέζ το 1956, όταν η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο συνειδητοποίησαν αργά την απώλεια της επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Προσπαθώντας να παρέμβουν για να ανατρέψουν τον Αιγύπτιο πρόεδρο Gamal Abdel Nasser, αφότου ανακοίνωσε την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ, ο Γάλλος πρωθυπουργός Guy Mollet και ο Βρετανός πρωθυπουργός Anthony Eden είδαν τις φιλοδοξίες τους να εκμηδενίζονται από την συνδυασμένη αντίσταση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης.

Σήμερα, η ευρωπαϊκή δυσκολία είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Το Σουέζ έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούσαν να αναμορφώσουν άλλες περιοχές χωρίς την σύμφωνη γνώμη των μεγάλων δυνάμεων˙ τώρα, αντιμετωπίζουν την προοπτική να χάσουν αποτελεσματικότητα και πάνω στην δική τους ήπειρο.

Μέχρι στιγμής, οι Ευρωπαίοι έχουν ακολουθήσει την πορεία της ελάχιστης αντίστασης: Κρατώντας σταθερές τις θέσεις τους αλλά μειώνοντας την ρητορική για να αποφύγουν την αποξένωση του Trump. Ειδικότερα, ο Macron έχει στηριχθεί στην γοητεία του για να οικοδομήσει μια προσωπική σχέση με τον Trump. Τον Απρίλιο, η προσέγγιση του Macron φάνηκε να αποδίδει όταν έγινε ο πρώτος ξένος αξιωματούχος που κλήθηκε σε επίσημη επίσκεψη στην Ουάσινγκτον κατά την διάρκεια της προεδρίας του Trump. Όμως, παρά το «φλερτ» Trump-Macron, [ο Μακρόν] έφυγε με άδεια χέρια: Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από το JCPOA και επέβαλαν δασμούς στην ΕΕ μόλις λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψη του Macron.

Η Μέρκελ υιοθέτησε μια προσέγγιση βασισμένη περισσότερο στις αρχές, κάτι που της απέδωσε μόνο την οργή του Trump. Οι ηγέτες άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Βαλτικής, υιοθέτησαν κάποια από την ρητορική του Trump για τις αμυντικές δαπάνες και τόνισαν την δική τους καλή συμπεριφορά για την επίτευξη του στόχου του ΝΑΤΟ στο 2% [του ΑΕΠ]. Ωστόσο, γνωρίζουν κι αυτοί επίσης ότι η μόνη επιλογή τους είναι να περιμένουν και να δουν, καθώς οι μεγάλες αποφάσεις για το μέλλον τους λαμβάνονται χωρίς αυτούς.

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ;

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορεί να συμπεράνουν ότι μπορούν απλώς να περιμένουν αυτή η διοίκηση να τελειώσει την θητεία της. Τούτο θα ήταν λάθος. Οι πολιτικές του Trump, όπως κι αν είναι ζημιογόνες στις διατλαντικές σχέσεις, είναι επίσης μια απάντηση στην ευρωπαϊκή αδυναμία και τον διχασμό. Οι προηγούμενες διοικήσεις των ΗΠΑ αξιολόγησαν την διατλαντική σχέση και τα κοινά ιδεώδη που ενώνουν τις δύο πλευρές, ειδικά κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά οι προηγούμενοι πρόεδροι των ΗΠΑ δεν είχαν επίσης ψευδαισθήσεις για την εξάρτηση της Ευρώπης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να παραμείνει στο παιχνίδι, η Ευρώπη πρέπει να μάθει πώς να παίζει με τις δυνάμεις της, ενόψει του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων.

Ήδη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και πολιτικοί πιστεύουν ότι το μοντέλο τους της πολυμερούς λήψης αποφάσεων, της ήπιας ισχύος και της θεσμικής αλληλεξάρτησης, αντιπροσωπεύει το μέλλον της διεθνούς πολιτικής. Σε ένα υψηλών πωλήσεων (best seller) βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 2005, ο πολιτικός επιστήμονας Mark Leonard υποστήριξε ότι αυτό το ευρωπαϊκό μοντέλο θα «κυβερνούσε τον 21ο αιώνα». Ο προκάτοχος της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, χτίστηκε στις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βασιζόμενη στην ιδέα ότι η αλληλεξάρτηση, η συνεργασία και η ολοκλήρωση θα οδηγήσουν στην σύγκλιση προς την φιλελεύθερη δημοκρατία. Σήμερα, η υπόθεση αυτή φαίνεται άστοχη: Η Ευρώπη γίνεται η εξαίρεση, όχι ο κανόνας, όπως το έθεσε πρόσφατα ο Βρετανός σχολιαστής Janan Ganesh.

Εάν η Ευρώπη θέλει να είναι ένας δρων αντί για μια σκακιέρα στην οποία θα ανταγωνίζονται μεγάλες δυνάμεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την άμυνα και την ασφάλεια, και να βάλουν όλες τις οικονομικές τους δυνάμεις στο παιχνίδι. Η επένδυση στην ευρωπαϊκή άμυνα θα ακολουθήσει απαραιτήτως κάποια αποσύνδεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Νέες προσπάθειες, όπως η Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία (Permanent Structured Cooperation) και το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο (European Defense Fund) κινούν την Ευρώπη προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά εξακολουθούν να απέχουν από την επίτευξη στρατιωτικής αυτονομίας. Μια στρατιωτικά πιο ανεξάρτητη Ευρώπη θα αποδειχθεί επίσης πιο ελκυστικός εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εξακολουθούν να χρειάζονται την ευρωπαϊκή συνεργασία για την καταπολέμηση τρομοκρατικών ομάδων όπως το Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS).

Φιλόδοξες χώρες όπως η Γαλλία θα μπορούσαν να αναλάβουν πιο ισχυρό ρόλο στις περιφερειακές συγκρούσεις, όπως ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας, παρά να περιμένουν για την ηγεσία των ΗΠΑ. Η Γερμανία, η οποία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, θα μπορούσε να επιδείξει την οικονομική ισχύ της για να πιέσει τον Πούτιν.

Η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει να εμπλέκει τις Ηνωμένες Πολιτείες και να πιέζει για τα συμφέροντά της, αλλά πρώτα απ’ όλα πρέπει να εκμεταλλευτεί την στιγμή για να αναπτύξει ένα όραμα για τον ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο.

Βεβαίως, η σημερινή προσέγγιση των ΗΠΑ προς την Ευρώπη είναι κοντόφθαλμη. Ο ιστός των συμμαχιών και των κοινών αξιών που υποστηρίζουν τις διατλαντικές σχέσεις αποτελεί πολύ ισχυρότερο αντιστάθμισμα στην Κίνα και την Ρωσία από ό, τι οι σκέτοι οικονομικοί ή στρατιωτικοί πόροι. Η διοίκηση του Trump μπορεί να επιβάλλει την θέλησή της σχετικά με τις ευρωπαϊκές επενδύσεις στο Ιράν και θα μπορούσε μάλιστα να καταφέρει να διαπραγματευτεί ευνοϊκότερους εμπορικούς όρους με την ΕΕ. Αλλά τα βραχυπρόθεσμα οφέλη από το να ενεργεί σαν μια επιθετική και διχαστική δύναμη στην Ευρώπη θα αντισταθμιστούν όταν η Ευρώπη κοιτάξει αλλού για φίλους.

Σε μια ομιλία του τον περασμένο μήνα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Χάικο Μάας, έκανε έκκληση για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης, ένα ευπρόσδεκτο βήμα, και πίεσε για μια ευρεία ευρωπαϊκή προσέγγιση προς την Ρωσία, ενάντια στις επιθυμίες κάποιων στο δικό του κόμμα. Μέχρι στιγμής, η Γερμανία έχει κρατήσει γερά στο ζήτημα των ρωσικών κυρώσεων, αλλά καθώς οι δεξιόστροφοι λαϊκιστές με φιλο-ρωσικές ατζέντες συγκεντρώνουν δύναμη σε ολόκληρη την Ευρώπη και η Κίνα προσπαθεί να αποσπάσει ευρωπαϊκές χώρες με οικονομικά δέλεαρ, μια ανταγωνιστική αμερικανική στρατηγική θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη πιο ανατολικά.

Χωρίς ευρωπαϊκή υποστήριξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δυσκολευτούν να ανταγωνιστούν την Κίνα και την Ρωσία σε άλλα θέατρα. Ωστόσο, αν οι Ευρωπαίοι θέλουν πραγματικά να κάνουν την περίπτωσή τους να ακουστεί στην Ουάσινγκτον, πρέπει να ξεκινήσουν από το σπίτι τους.

ALINA POLYAKOVA
Υπότροφος David M. Rubenstein στο «Κέντρο για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη» στο Brookings Institution.

BENJAMIN HADDAD
Ερευνητικός συνεργάτης στο Hudson Institute

foreignaffairs.gr

3 thoughts on “Η Ευρώπη στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων – Πώς η ΕΕ μπορεί να σταθεί απέναντι στον Τραμπ και την Κίνα”

  1. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ Ο ΤΡΑΜΠ ΕΙΝΑΙ Η ΝΤΠ

    ΓΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΑΕΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΗΝ ΕΕ

    Ο ΤΡΑΜΠ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΟΗΘΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

    ΩΣΤΕ ΝΑ ΙΣΙΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

    Like

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s