Εoρτάζοντες την 6ην του μηνός Απριλίου


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΤΥΧΙΟΣ πατριάρχης Κων/πολης

ΟΙ ΑΓΙΟΙ 12Ο ΜΑΡΤΥΡΕΣ πού μαρτύρησαν στην Περσία

Η ΟΣΙΑ ΠΛΑΤΩΝΙΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ οι έν Ασκάλωνι

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Σιναΐτης

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ πού άσκήτευσε στον Άθω

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΜΑΝΟΥΗΛ, ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΜΙΧΑΗΛ από τη Σαμοθράκη

Ο ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ

Αναλυτικά

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΤΥΧΙΟΣ πατριάρχης Κων/πολης
Θεία Κώμη. Έτσι λεγόταν το χωριό από το οποίο καταγόταν ο Ευτύχιος. Από πολύ νωρίς, ο θείος του Ησύχιος, πρεσβύτερος, βοήθησε τον Ευτύχιο να διακριθεί στα Ιερά γράμματα. Στη συνέχεια έγινε μοναχός, διάκονος, Ιερέας και αρχιμανδρίτης στη Μονή της Αμάσειας. Σε μια τοπική Σύνοδο στην Κων/πολη, ο Ευτύχιος πήρε μέρος σαν αντιπρόσωπος του μητροπολίτη Άμασείας. Κατά τήν εκεί διαμονή του, έκανε μεγάλη εντύπωση στον Πατριάρχη Μηνά, απέκτησε επίσης και την εύνοια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Α’. Έτσι, όταν το 552 πέθανε ο Μήνας, ο Ιουστινιανός συνέστησε να έκλεγε! διάδοχος του ο Ευτύχιος. Από τη θέση του Πατριάρχη, ο Ευτύχιος αναδείχθηκε εργάτης αρετής και καλός ποιμένας των προβάτων του Χριστού. Επίσης, ένθερμος πρόμαχος των ορθοδόξων αληθειών, ανήκε στους έντιμους και πιστούς Ιεράρχες, πού υπερασπίζουν τίς πεποιθήσεις τους με οποιοδήποτε κίνδυνο και απέναντι σε οποιαδήποτε πρόσωπα. Μ’ αυτόν τον χαρακτήρα στάθηκε απέναντι στον Ιουστινιανό, όταν αυτός παρασύρθηκε από την αίρεση των άφθαρτοδοκητών. Βέβαια, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε για δώδεκα περίπου χρόνια. Όμως, όταν έλαμψε ή αλήθεια, επανήλθε πανηγυρικά στο θρόνο του, διδάσκοντας σε μας να είμαστε “τη πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι”1. Δηλαδή, θεμελιωμένοι καλά και αμετακίνητοι στην πίστη.

1. Προς Κολασσαείς, α’ 23.

Απολυτίκιον. ‘Ηχος γ’. Την ωραιότητα.
Βίον ούράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεύος έπάξιον, ώφθης της χάριτος, λόγω και πράξει βέβαιων, την θείαν σοι χορηγίαν όθεν ίεράτευσας, ίσαγγέλως τω Κτίσαντι, ένδοξε Ευτύχιε, Εκκλησίας ώράϊσμα, ην φύλαττε ταις σαις προστασίαις, πάσης ανάγκης άνωτέραν.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ 12Ο ΜΑΡΤΥΡΕΣ πού μαρτύρησαν στην Περσία
ΟΙ Μάρτυρες αυτοί μαρτύρησαν μαζί με τον επίσκοπο Σαδώθ (ή Σαδώκ ή Σαδώχ, 19 Όκτωβρίου) στην Περσία από τον βασιλιά Σαβώριο.

Η ΟΣΙΑ ΠΛΑΤΩΝΙΣ
Απεβίωσε ειρηνικά.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ οι έν Ασκάλωνι
Μαρτύρησαν αφού τους έχωσαν στη γη μέχρι τη μέση.

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Σιναΐτης

Γεννήθηκε το 1255 στο χωριό Κούκουλο, πού ήταν κοντά στίς Κλαζομενές (αρχαία πόλη της Μ. Ασίας, πού βρισκόταν 40 χιλιομ. ΝΔ της Σμύρνης). Περιπετειώδης ή ζωή του. Ι ΟΙ γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς και τον άνέθρεψαν χριστιανικώτατα. Όταν κάποτε οικογενειακώς πήγαιναν στη Λαοδικεία, αιχμαλωτίστηκαν από ληστές. Οι Λαοδικείς όμως, τους εξαγόρασαν με πολλά χρήματα. Το επεισόδιο αυτό, έκανε τον Γρηγόριο να ασχοληθεί ακόμα περισσότερο με την ήσυχη και αφιερωμένη ζωή στον Θεό. Γι’ αυτό πήγε στην Κύπρο, κοντά σ’ ένα φημισμένο μοναχό και κατόπιν με την ευχή αυτού του γέροντα ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια. Μετά από πολλές περιπέτειες έφτασε στο όρος Σινά. ΟΙ προϊστάμενοι της Μονής τον δέχτηκαν με χαρά και μετά από κανονική δοκιμασία έκάρη μοναχός. Στη Μονή μέσα ήταν υπόδειγμα υψηλής πνευματικής και ασκητικής ζωής. Όμως ο πειρασμός του φθόνου κατέλαβε ορισμένους μοναχούς, με αποτέλεσμα ο Γρηγόριος στενοχωρημένος να αποχωρήσει από τη Μονή. Μαζί με έναν μοναχό Γεράσιμο έφυγε για τα Ιεροσόλυμα και από ‘κει στην Κρήτη, όπου κοντά σ’ έναν φημισμένο για την αρετή του μοναχό, τον Αρσένιο, πήρε σπουδαία πνευματικά διδάγματα τέλειας χριστιανικής ζωής. Έπειτα ο Γρήγόριος πήγε στο Άγιο Όρος, στη σκήτη του Μαγουλά, απέναντι της Μονής Φιλόθεου. Εκεί συγκέντρωσε αρκετούς μαθητές, πού πολλοί άπ’ αυτούς αργότερα διακρίθηκαν στην πνευματική ζωή. Στη συνέχεια πήγε στο Πρωτάτο των Καρυών και από ‘κει, λόγω επιδρομών των ‘Αγαρηνών πειρατών, ταξίδεψε στις πόλεις Θεσσαλονίκη, Χίο, Μυτιλήνη και Κων/πολή, για να επανέλθει μετά από ορισμένο χρόνο στο “Αγιον “Ορος. Άλλα κατόπιν με ορισμένους μαθητές του, έφυγε και πάλι για να καταλήξει στην Άδριανούπολη, στο Κατακεκρυωμένο όρος. Εκεί έκτισε οχυρωμένο Μοναστήρι, όπου μαζί με τους μαθητές του, πρόσφερε πολλά πνευματικά εφόδια στον πληθυσμό των γύρω περιοχών (“Ελληνες, Σέρβους και Βουλγάρους). Μετά την περιπετειώδη αυτή ζωή, ο Γρηγόριος, παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του.

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ πού άσκήτευσε στον Άθω
Ό όσιος Γρηγόριος, έζησε στίς αρχές τοϋ14ου αιώνα, και ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Ευσεβέστατος, διακρίθηκε συγχρόνως και για τη θεολογική και φιλοσοφική παιδεία του. Έκανε διδάσκαλος του Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά και σε πολλούς άλλους μετέδωσε τα νάματα της νηπτικής φιλοσοφίας. Πήγε οτό “Αγιο “Ορος και διάλεξε σκήτη κοντά στη Μονή της Λαύρας. Ή σκήτη αυτή, δεν άργησε να αναδειχθεί κοινό εντευκτήριο των ευσεβέστερων ψυχών. ο Γρηγόριος πρόθυμα έλυνε απορίες, μετέδιδε γνώσεις, φώτιζε διάνοιες και στήριζε τους κλονιζόμενους, δίνοντας σ’ αυτούς πολύτιμες οδηγίες, για να μένουν σταθεροί στην πίστη και ν’ αγιάζουν τις καρδιές τους. ο θάνατος τον βρήκε ν’ ασχολείται μ’ αυτά τα θεάρεστα έργα.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΜΑΝΟΥΗΛ, ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΜΙΧΑΗΛ από τη Σαμοθράκη
0Ι νεομάρτυρες αυτοί ήταν από τη Σαμοθράκη, εκτός του Μιχαήλ, πού ήταν Κύπριος στην καταγωγή. Όλοι λοιπόν, κατά τη διάρκεια της εθνεγερσίας του 1821, εξορίστηκαν από τους Τούρκους. Άπ’ αυτούς ο Μιχαήλ, πού ήταν ο πιο γέρων, φοβήθηκε και απαρνήθηκε τη χριστιανική θρησκεία, οι δε υπόλοιποι πουλήθηκαν σαν δούλοι και σαν νεαροί πού ήταν εξισλαμίστηκαν με δόλιο τρόπο από τους Τούρκους. Άπ’ αυτούς ο Μανουήλ, πουλήθηκε στην Αίγυπτο, έμαθε την αραβική γλώσσα και επιδόθηκε στη μελέτη του Κορανίου. Μετά τη νικηφόρα έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης και κατά τη στιγμή πού ή Σαμοθράκη ήταν υπό τούρκικο ζυγό, οι πέντε αυτοί νεομάρτυρες, επανήλθαν στη Σαμοθράκη και αποκήρυξαν τον μουσουλμανισμό, πού με τη βία σε νεαρή ηλικία είχαν ασπασθεί. Συνελήφθησαν από τους Τούρκους και βασανίστηκαν φρικτά. ‘Αλλ’ όλοι έμειναν ακλόνητοι στη χριστιανική πίστη και έτσι δέχτηκαν το στεφάνι του μαρτυρίου: ο μεν Μιχαήλ με μαχαίρι κόπηκε σε τεμάχια, οι δε Γεώργιος και Θεόδωρος άπαγχονίστηκαν και ο Μανουήλ με τον Γεώργιο τον νεότερο, “όγκίνοις” (αιχμηρά μολυβένια όργανα) παραδοθέντες, μαρτυρικά έξέπνευσαν. Όλων τα μαρτύρια έγιναν στη Μάκρη της Αλεξανδρούπολης, 6 Απριλίου 1835, Δευτέρα του Θωμά.

Απολυτίκιο. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης
Σαμοθράκης λαμπτήρες και της Μάκρης αγλάισμα, Νεομάρτυρες θείοι αληθώς άνεδείχθητε, άθλήσαντες στερρώς υπέρ Χριστού, και λύσαντες την πλάνην του εχθρού, Μανουήλ συν Θεοδώρω και Μιχαήλ, και οι διττοί Γεώργιοι, δόξα τω ένισχύσαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι. δόξα τω χορηγούντι δι’ύμών, ημιν χάριν και έλεος.

Ο ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
Ό οσιομάρτυρας αυτός, ζούσε στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Με προτροπή λοιπόν του ηγουμένου της Μονής αυτής, πήγε στην Κωνσταντινούπολη σαν συνοδός των Βονιφατίου και Ευδόκιμου, πού βάδιζαν προς το μαρτύριο. Αυτοί όμως, δείλιασαν μπροστά στα βασανιστήρια, απαρνήθηκαν τον Χριστό και κατάγγειλαν σαν αίτιο της πορείας τους προς το μαρτύριο τον Γεννάδιο. Τότε οι Τούρκοι συνέλαβαν το Γεννάδιο, τον φυλάκισαν και ποικιλότροπος τον βασάνισαν. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του και αποκεφαλίστηκε στις 6 Απριλίου 1818. Τμήμα των λειψάνων του οσιομάρτυρα, βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο Άγιος ασκήθηκε στις αρετές και την πίστη.

3 thoughts on “Εoρτάζοντες την 6ην του μηνός Απριλίου”

  1. Τα εγκωμια του Επιταφιου Θρηνου της Μεγαλης Παρασκευης!

    Like

    1. Ὡδή στούς Ἕλληνες – Τούς Μαρτυρήσαντες εἰς Σκυθόπολιν -τό Μέγα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΣΦΑΓΕΙΟΝ.

      Μπῆκα στοῦ Ὄφεως τήν Φωλιά,
      Μεσ’ στῆς Ἐρήμου τήν Φωτιά,
      Στοῦ ‘Υβριστή Θεοῦ καί Ἠγέτη
      τήν καρδιά, ποῦ ὁ Δόλος ἀτιμάζει!

      Καί οἱ Τάφοι ἐκεῖ στά Σκοτεινά-
      ποῦ Ἥλιος ποτέ δέν ἀνατέλλει!-
      Ἀμπαρωμένοι σφαλιστά
      στίς Πύρινες Γλῶσσες τοῦ Φονιά,
      Λίθοι μουγκοί
      Κυκλώπεια Σκαλιά,
      Κάτω ὀδηγοῦν,
      Στῆς γῆς τά ἅγια Ἄδυτα!
      Σιωπή Δακρύων οἱ Τάφοι Κολοσσοί,
      Φαντάσματα Ἀμυδρά μέσα, Ὠκεανοί!

      Μέ τό Σπαθί ζωσμένο ἀπό τήν μιά, Δριμύ!
      Τήν Δάδα τοῦ Ἀπόλλωνα ἀπό τήν ἄλλη, Ἑπταπτυχή!
      Τόν Ἥλιο Σφράγισμα μέσ’ στήν Ψυχή,
      καί, Τύμπανο Κορύβαντος Πολεμιστή – φύλακα πάνω στήν καρδιά,
      Ψάχνω μέσ’ στά μπαοῦλα τοῦ Φονιᾶ,
      νά βρῶ τοῦ Γένους τήν Φωτιά –
      Δάδα Προμήθεια-
      Κειμήλια Ἑλλήνων Ἱερά,
      Κλειδιά Χαμένα!

      Πίνω τῆς Λήθης τ’ Ἀλμυρά Νερά-
      Δάκρυα Αἰῶνων Σκοτεινῶν,
      στό Αἶμα τῶν Ἑλλήνων Σφραγισμένους-
      Καἰ Βρίσκω ἐκεῖ θαμμένα τά Κλειδιά,
      μέσ’ στά Βιβλία τά Παλαιᾶ-
      Τόμους Χρυσούς!
      Στήν Μούχλα σκεπασμένους!

      Βιβλία σωροί,
      Σωροί πολλοί στίς Στάχτες Σωριασμένοι-
      Βορά σκωλήκων, Στίχοι Ιεροί,
      στά Μοναστήρια Ἀμπαρωμένοι-
      Τῶν Μοναχῶν Θεάρεστη Ποινή-
      μέσ’ στά Πυρά Χαμένες
      Ἀόρατες Βαθιές Πληγές,
      Ἀθάνατες Φωνές,
      Στοίβες ἀνάριθμων βιβλίων πιά Καμμένες,
      ἀπό τίς Δειλές Καρδιές,
      Ἀνθρωποκτόνα Πρόβατα-
      Ἀλλότριες ψυχές-
      εἰς τοῦ Δαβίδ τόν Οἶκο Γεννημένες,
      στοῦ Ἰορδάνη τά Νερά και στῆς Ἐρήμου τήν Φωτιᾶ,
      στόν Φθόνο καί στό Μῖσος Βαφτισμένες!

      Μέ ραγισμένη τήν καρδιά,
      μάτια μέ δάκρυα, ματωμένα,
      Τά παίρνω, ἕνα, ἕνα, Τρυφερά,
      ἀπ’ τήν φθορά ποῦ ἐκάθονταν
      Αἰῶνες Ξεχασμένα,
      Βιβλία Πληγές,
      Βιβλία τοῦ Γένους Ρημαγμένα,
      Ἀξέχαστες Ἑλληνικές Ψυχές,
      Βιβλία Ἀγαπημένα!
      Στά δάχτυλά μοῦ Ἑπτάχρυσες Χορδές!
      Στά μάτια μοῦ Ὁμηρικές Αὐγές!

      Κάθε γραμμή που ἐδιάβαζα,
      ἄνοιγε κι’ ἕνας Τάφος,
      καί μέσα τοῦ ἔβλεπα Ἐμέ!

      Σῶμα χωρίς τήν Κεφαλῆ,
      Ἀρχαῖο Ναό χωρίς Σκεπή!

      Σῶμα Ἀκρωτηριασμένο,
      τ’ Ἀπόλλωνα Κίονα Κομματιασμένο,
      Ἄγαλμα Θεϊκό, Σπασμένο,
      Δωδώνης Σύμβολο Θρυμματισμένο!

      Σῶμα Γδαρμένο Ἐλεεινά,
      Βασάνων Μνῆμα Βιασμένο,

      Ξεγύμνωτος Βωμός – Παρθένα Ἱερά!

      Ὄλα, μά ὄλα,
      Ἐρήμου Βλαστημιά!

      Παιδιά, Παιδιά, πολλά Παιδιά,
      Γυαλιά Σπασμένα,
      Ἀγνοί Καρποί – Λαμπάδες τῶν Ἱερῶν!
      Ἄνθη, στήν Ἔρημο τοῦ Μωϋσῆ Καμμένα,
      Τοῦ Σύμπαντος Ἀγέλαστα Παιδιά-
      Ἑλλήνων Παῖδες Ὄμορφοι,
      Ἀστέρια Παγωμένα!

      Πλήθη Γονιῶν – Ἀνδρῶν καί Γυναικῶν ,
      Ἥλιοι κι’ αὐτοί Θρυμματισμένοι,
      στό μέτωπό τοῦς
      Βλῆμα ὁ Ἄθεος Σταυρός,
      Τάματα ὅλοι τοῦς εἰς τῆς Ἐρήμου τήν Ὀργή,
      Εἰς τήν Ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Καταδικασμένοι.

      Στούς Κόκκινους τοῦ Ποταμούς,
      τό Αἶμα τοῦς Χύνεται Σπονδή,
      Κανίβαλος Θεός τοῦς, Χρηστεύων νά τό Πιεῖ,
      Ἀγνός Βρωτός, Βέβηλων Ὄρνεων Σφαγή,
      Ἔρημα τά Πανάρχαια Ἑλλήνων τά Τεμένη!

      Ἔτρεμες σάν λαφίνα
      στά βάθη μοῦ, Ψυχή,
      Μικρή Αὐγή, στό ἔλεος τοῦ θηρευτῆ σοῦ -θῦμα
      Παρθένα Ἀρτέμιδα – Ἀθῶα Ὁρμή!

      Καί οἱ κραυγές σοῦ – Γίγαντες Λυγμοί – Τιτάνιες Βροντές,
      τοῦ Παλλομένου Αἰθέρος τάραξαν τήν Σιγήν-
      τοῦ Σύμπαντος τήν Παμμήτειρα – Ἀθάνατη Εὐρυνόμη!
      Ξεσκίσθηκαν τά Λοίσθια-
      τῆς Λήθης τά δεσμά-
      Ἱμάτια Πορφυρά!
      Ἀνοίγοντας Ὀλύμπια Πληγή
      κατάκαρδα, στοῦ Σύμπαντος τήν Αὔρα – Θεῖα Μνήμη-
      Ψυχή μοῦ, ἔρ’μη Μνημοσύνη!-
      Καί Δόνησαν τήν Ἄρρητη Ἀρχή,
      Νά ’ρθει Ἀσπίδα σοῦ – Φῶς Ἰλαρόν-
      ἡ Νέμεση Θεά – Σφοδρά Δικαιοσύνη!

      Κατέβαινα, κατέβαινα,
      βαθύτερα στά ἔγκατα τῆς Γῆς,
      μορφή χλωμή,
      Ἔρημη Ὕπαρξη καί Βιασμένη,
      σάν λυγαριά σπασμένη.

      Καί κάτω ἐκεῖ,
      στά Ἄδυτα τῆς Γῆς
      ὅπου τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά- Καβείρια Βροχή
      Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
      Ὅνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα γνέθει…
      Τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
      τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
      τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό
      Σφοδρός Ἰός
      ὦναξ Νεκρή
      Κάτω νά πέσει!
      Ἡ ἁμαρτία τοῦ Φονιά-Σιῶν-
      Ἐλεεινή τροφή – σκυλόψωμο,
      στόν Τάρταρο τήν Ἅρπυια
      να Θρέψει!
      Ἕλληνας Γηγενής Ἐλεύθερος-
      τό Φῶς στή Γῆ πάλι Νά Ἐπιστρέψει!

      Ἐκεῖ!

      πού οἱ Τάφοι τέλειωναν,
      ἄκουσα μιά Φωνή,
      βαρεῖα Φωνή, καί Θλιβερή,
      τῆς Γαῖας Θεάς Ἡφαίστεια Βοή:
      «Ψυχή ποῦ έζησες αἰώνιες ζωές!
      στούς δρόμους τῶν Δακρύων,
      τῶν Διώξεων,
      τῶν Βασανιστηρίων!

      Παιδί μοῦ! Σπλάχνο μοῦ!
      Στόν δρόμο τῶν δακρύων,
      Πάλι γιατί Βάδισες;
      Τούς Τάφους Διώξεων καί Βασανιστηρίων
      γιατί Ἄνοιξες;
      Ὤ! Τί ζητᾶς ἐδῶ Ἀέναη ψυχή,
      μέσα στά Σπλάχνα μοῦ τά Αἱματοκυλισμένα;
      Ὤ! Τρισκαταραμένη Ἐγῶ – Μήτηρ Θεά,
      γιά πάντα νά Θρηνῶ
      τά Ἡλιόθρεφτα Παιδιά μοῦ τά Χαμένα!
      Στούς Κόρφους μοῦ Πληγές αἰώνια νά Κρατῶ,
      Ψυχές Ἀμέτρητες, Ψυχές Ἀδικημένες,
      Μήν ἔχοντας τῆς Λήθης τό Νερό,
      καημός μοῦ Ἀμάραντος, νά τίς παρηγορῶ!

      Ὤ! Τί ζητᾶς ἐδῶ Ἀέναη Ψυχή,
      Κόρη τῆς Δήμητρας, Παρθένε,
      ὅπου θρηνοῦν ὠσάν καί σέ,
      Ἀδελφικές ψυχές, Ἀμέτρητες, Ἀδικημένες;

      Γυρεύεις Τί! Ἀέναη Ψυχή;
      Σάν Περσεφόνη ἔρχεσαι, χλωμή μορφή,
      Τῆς Δήμητρας Θεᾶς, Κόρη Σεμνή,
      Γυρεύεις Τί;»

      Τῆς μίλησα μέ ἀναφιλητά:
      «Πνοή Σοῦ εἶμαι,
      Γαία Θεά -Παμμήτειρα Δημιουργέ Γλυκιά,
      Ἐγῶ, Τέκνον Ἑλλήνων Εἰμί το Ἀρχαῖον!
      Στό Φῶς ζητῶ πάλι νά δῶ,
      Μήτηρ Γονή, Ἱέρεια, και Ἀδελφή,
      Μνηστήρα, Δάσκαλο καί Ἱερέα,
      Τό Γένος τῶν Ἑλλήνων Σοῦ Ζητῶ,
      Τῆς Λήθης σοῦ ἔφερα νερό!
      Μητρίδα Γαῖα!»

      «Ἀνέβα Ἀέναη Ψυχή,
      Τόν Γολγοθᾶ ποῦ σ’ ἔφερε ἐδῶ κάτω,
      Ἀνέβα πάλι, μήν ἀργεῖς!
      Νά! Πάρε Ἀσπίδα τήν Φωτιά – Ἡφαίστειο τῆς Θεϊκῆς μοῦ Ὁργῆς,
      που Καίει στά Σωθικά μοῦ,
      Πάρε γιά Δόρυ τόν Σεισμό – Ἀκόντιο Δριμύ,
      στήν Ἀχανή Ματιά μοῦ,
      Πάρε γιά Δύναμη τούς Χτύπους τῆς Καρδιᾶς μοῦ,
      ὅπου Δονεῖ Ἀέναη ἡ δική μοῦ Ἀρχή,
      Πάρε τά Δάκρυα μοῦ, που Θάλασσες γίνονται Ζωῆς!
      Ἀθάνατο Νερό νά πιεῖς!

      Ἑλλήνων Θρέμμα, Γενναία Ἀτρόμητη Μορφή!
      Σάν Λέαινα πήγαινε στήν Μάχη νά ριχτεῖς!
      Στοῦ Ἕλληνα τόν Γολγοθᾶ,
      τόν Ὀφιώδη Υβριστή,
      γιά Πόλεμο ἔτοιμο θα βρεῖς!
      Μόνη ἐσύ, τοῦ Σύμπαντος Ὁρμή!
      Πολλοί αὐτοί σ’ ἕνα Κορμί!
      Κοίτα μ’ ὀρθάνοιχτη Ψυχή-
      Φάρος στά μάτια σοῦ ἡ Μνημοσύνη!
      Ἐκεῖ, στό Σκότος τοῦ Φονιά,
      τό Γένος τῶν Ἑλλήνων, πού ζητᾶς, θά βρεῖς!»

      Φωτιά Σφοδρή ἄναψε μέσα στήν Καρδιά,
      Τήν Γαῖα φίλησα γλυκά,
      κι’ ἀνέβηκα τόν Γολγοθᾶ,
      Ἄφοβη Λέαινα,
      μέσα στοῦ Ὄφεως τήν Φωλιά.

      Καί ξάφνου, ἐκεῖ, στό Σκότος τό Βαθύ,
      Στῶν Τάφων μέσα τήν Σιγή
      Σάλεμα ἄκουσα ἐλαφρύ!
      Σάν ἥλιος Ἔλαμψε ἡ Θεῖα Μνημοσύνη-
      μιά ὁπτασία Αἴνιγμα,
      κατάκαρδα γροθιά,
      ἐτάραξε τά στήθη μοῦ βαθιά!

      Καθῶς μπροστά μοῦ ἐκεῖ,
      Μέσα στοῦ Λάκκου τό βαθύ
      Γρανίτη μαῦρο και ὑγρό,
      Χῶμα χωρίς χορτάρι,
      Γέροι πανάρχαιοι ἐστέκοντο,
      Δώδεκα, τό πολύ,
      Ἀδύναμη Πνοή Ἡρωϊκή,
      ὁ εἷς δίπλα στόν ἄλλον,
      μά πουθενά μήτηρ γυνή!
      Τῆς Σίβυλλας Κραυγή κάθε Ψυχή!

      Αἰώνιοι στά Γηρατειά,
      Στήθη ταλαίπωρα καί μαραμένα,
      Χωρίς Φωνή!
      Κοιτώντας με
      Μέ Μάτια πονεμένα!
      Μάτια, βαθειά στίς κόγχες τραβηγμένα,
      Κάτω ἀπό γυάλινα νερά – Δάκρυα Αἰῶνων
      κρυσταλένια!
      Ἥλιοι Θολοί στῆς Νύχτας τ’ Ἄπειρο,
      Ὅνειρα Παγωμένα!

      Καί ’μπρός στά Στήθη τοῦς Γυμνά,
      ἀπό τό Γῆρας ξεραμένα,
      κοντά εἰς τήν καρδιά
      καθείς κρατοῦσε Νεογνό,
      σέ ἄσπρη πάνα τυλιγμένο,
      Ἄστρο Ἀγνό,
      Ὅνειρο Φαεινό, καί Ἀραχνιασμένο!

      Καί τά μωρά Ἠσυχάζανε,
      σάν Ἥλιοι σέ Δεσμά,
      και μήτε σάλευαν αὐτά,
      μήτε οἱ Γέροντες ποῦ τά κρατοῦσαν,
      Καί ὅλοι τοῦς μέ Κοίταζαν,
      σάν κάτι νά Ζητοῦσαν!
      Οἱ Γέρικοι Ὁφθαλμοί,
      Σάν Σίβυλλες Πληγές,
      λές καί Πενθηφοροῦσαν!

      Καί εἶδα στά Μάτια τοῦς τά Τεθλιμμένα
      ἐσέ Πατρίδα μοῦ Γλυκιά,
      Ἐσένα Ἔρημη Ἑλλήνων Γενεά-
      Μήτηρ Γονή, Ἱέρεια, καί Ἀδελφή,
      Μνηστήρα, Δάσκαλο, καί Ἱερέα-
      τό Γένος τῶν Ἑλλήνων ποῦ ζητοῦσα εἴχα βρεῖ,
      καί ἐννόησα τήν Μαρτυρία τοῦς,
      τήν Σιωπηλή …
      Πῶς, Λίγοι ἦταν πιά Αὐτοί,
      Πρόγονοι Ξεχασμένοι!
      Σβησμένη ἡ Ἱστορία τοῦς,
      καί Περιγελασμένη!
      Τό Φῶς ποῦ τούς Ἐγέννησε,
      Σπίθα σχεδόν Σβησμένη!
      Ἑλλάδα μοῦ, Πατρίδα μοῦ
      σέ Θάνατο Ταγμένη!
      Φωνή Βουβή
      Προγόνων θῆκες!
      Πατρίδα Προδομένη!
      Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!
      Καί τότε
      Να ἀμυνθῶ Ὀρκίσθηκα
      Στήν Ἅγια Μνημοσύνη!
      Καί στά Αἰώνια Γηρατειά τοῦς!
      Τούς Νόμους τούς Πανάρχαιους,
      τήν Αἴγλη, τήν Φωτιά τοῦς!
      Καί στά μικρά ποῦ λούφαζαν
      στά στήθη τά γυμνά τοῦς,
      στά Βρέφη τά Αγέννητα!
      Τήν Μέλλουσα Γενιά τοῦς!

      Ὀρκίσθηκα!
      Μά! τόν Θεό τόν Ύψιστο,
      τόν ΔΙΑ τόν Λαμπρό!
      Νά Αμυνθῶ Αὐτῶν,
      «…Θεῶν τε πατρώων, ἔδη
      θήκας τε προγόνων ̇
      νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών !»

      Μπῆκε Γλιστρώντας ξαφνικά
      στά μέσα τότε τῆς Σπηλιᾶς,
      ὡσάν Σκιά κι’ Ἀνθρώπινη Μορφή
      Ντυμένος εἰς τά Μαῦρα,
      Φθόνος, Βρυχώμενος,
      ὁ Ὄφις Ὑβριστής – ὁ Βέβηλος Φονιᾶς!
      ….
      Παίρνω Ἀσπίδα τήν Φωτιά – Ἡφαίστειο τῆς Γῆς!
      Παίρνω τό Δόρυ τό μακρύ – Σεισμό τῆς Γαῖας Δριμύ!
      Παίρνω τούς Χτύπους τῆς Καρδιᾶς Τῆς-
      τήν Παντοδύναμη Κραυγή!
      καί ἀφ’ ἔλουσα τήν κεφαλή
      στά Δάκρυά τῆς-
      Θάλασσα Ἁλμυρή-
      Ἀθάνατη Ζωή!
      …,
      Σάν Λέαινα ὅρμισα στήν Μάχη τήν Σκληρή,
      Τό Γένος τῶν Ἑλλήνων ν’ Ἀμυνθῶ!
      Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ,
      Ἐσέ νά ξαναδῶ,
      Γένος Πανέμορφο, Θεῶν Καμάρι!
      Ἥλιο Λαμπρό καί Πάλι!
      Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ!
      Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!

      Ἀνάποδα ἐγύρισε ὁ Ντουνιάς!

      Στοῦ Ἥλιου τ’ Όραμα Κρυφό-
      τ’ Αστέρια Σπεύσανε Κάτω νά ’ρθοῦνε,
      στήν Μάχη Σύμπαντος Πολεμιστές να μποῦνε,
      Μάρτυρες ὅλοι τοῦς,
      Δίκης Συντονιστές,
      Πολεμιστές κί Ὁπλαρχηγοί!
      Ἡ Καταιγίδα Κεραυνός, Πίσω στήν Γῆ!

      Καί ἡ Γαῖα – Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
      Διάπλατα Ἄνοιξε τά Σωθικά τῆς,
      καί τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά –
      Καβείρια Βροχή
      Ἀπό τά Ἄδυτα τῆς Γῆς
      Ἔμπηξε μέσα στήν Σπηλιά,
      σάν Μούγκρισμα… Βρασμός, Φωτιά!

      Καί ἤτανε ἡ Μάχη Τρομερή,
      Οἱ Κάβειροι στό πλάϊ μοῦ,
      κι ὁ Ἥλιος, κι ἡ Βροντή!
      Ούράνιοι Ὀδηγοί!

      Μέ τό Σπαθί Δριμύ,
      Πληγές τοῦ ἄνοιγα τοῦ Ὑβριστή,
      Πολλές, κι ἐπανωτές,

      καί Μάτωνε μαζί μ’ αὐτόν
      καί τό δικό μοῦ τό Κορμί!
      Τό αἶμα μοῦ ἔρρεε πάνω στήν Γῆ,
      καί μάτωναν τά σωθικά τῆς,
      κι Ἔσειε Αὐτή μέ Τρομερή Ὀργή,
      Φωτιά ἀνάβοντας μέσα μοῦ στήν Ψυχή,
      κι’ ἐγῶ Δυνάμωνα τήν Τρομερή Κραυγή,
      καί ὁρμοῦσα πάλι, Λέαινα Φοβερή,
      κι’ ἄνοιγα κι’ ἄλλη,
      κι ἀκόμα ἄλλη,
      πολλές πληγές,
      στόν Βέβηλο ‘Υβριστή !

      Κι’ ἀπ’ τό Δικό μοῦ τό Σπαθί
      Θυσία γινόμουν Ἱερή!
      Τό αἶμα μου λιγόστευε μέσ’ στό κορμί,
      βωμός ἱερός, ἀπ’ τίς λαβές τεμαχισμένος,
      κι ὁ Χρόνος Ἔκρυψε τά Μάτια τοῦ νά μήν ἰδεῖ,
      καθῶς πλησίαζε ὁ Θάνατος Λυπημένος
      νά πάρει Ἄθελος τήν Τελευταῖα μοῦ Πνοή.

      Μέ τρέμουλα Ἀργή Φωνή,
      Θανάσιμα πληγωμένη,
      μέ Λαβωμένη τήν Καρδιά
      στό Αἶμα μοῦ λουσμένη,
      καί τήν Ψυχή δεμένη σφαλιστά,
      Πλοῖο στό Στόμα μοῦ Ἀραγμένη,
      στά δόντια μοῦ Αἰχμάλωτη,
      τῆς μάχης μοῦ Ὅμηρος, Παγιδευμένη,
      Ἱκέτης Δακρυσμένη
      τούς εἶπα δίχως δισταγμό
      μέ Πεῖσμα Ἀγέρωχο κι Ἐπιμονή!
      «Ὤ! Χρόνε Γηραιέ,
      Ὤ! Θάνατε Ἀδελφέ,
      ἡ μάχη αὐτή δέν τέλειωσε,
      Σιγάσετε ἐσεῖς γιά μιά Στιγμή!
      Τήν μάχη αὐτή νά τελειώσω
      Τόν βέβηλο Ὑβριστή
      νά θανατώσω!»
      Καί ἔσπευσε ἡ Κλωθῶ,
      Μοίρα Ἀήττητη, αὐτούς νά Συμβουλέψει-
      Τῆς Ἄρρητης Ἀρχῆς Τόν Νόμο τῆς τόν Ἄγραφο
      νά Ἐπαληθεύσει,
      τό Νῆμα ποῦ’ χε γνέσει Αὐτή-
      τό Νῆμα τῆς ζωῆς μοῦ ἀκόμα νά Μήν Κόψει,
      Ἡ Μάχη αὐτή νά τελειώσει!

      Κι ὁ Χρόνος – τοῦ Οὐρανοῦ ἡ Ἀρχαῖα Μορφή-
      Σταμάτησε γιά Μιά Στιγμή!
      Ὁ Δίκαιος Θάνατος ὁ Λυπηρός
      κι αὐτός Σταμάτησε μαζί τοῦ!

      Ἔτσι ὅρισε ἡ Μοῖρα ἡ Κλωθῶ,
      κι δυό Νά Μυηθοῦν!
      Τῆς Μοίρας Λάχεσις τό Πεπρωμένο-
      Ἔργο Ἱερό Αὐτοί νά Δοῦν!

      Παίρνω τό Δόρυ τό μακρύ – Σεισμό τῆς Γής Δριμύ!
      Παίρνω τούς Χτύπους τῆς Καρδιάς της-
      τήν Παντοδύναμη Κραυγή!
      Παίρνω τοῦ Ἡφαίστου τήν Φωτιά,
      Αἰώνιον Θεῖον Πύρ!
      Καί μ’ ὅλη μοῦ τήν Δύναμη-
      Καβείρια Ὁπτασία Τρομερή-
      στρέφω τό Βλέμμα μοῦ Καυτό,
      ἐκεῖθεν πρός τόν Ὑβριστή!

      Ἐκάς Βέβηλε! Ἐκάς!
      Ἐφώναξα με Ὁρμή!
      Καί τόν Σημάδεψα Βλῆμα Μοιραῖο,
      πάνω στήν Κεφαλή,
      μέ τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό,
      Κεραυνοβόλο, Φωτεινό,
      Σφοδρός Ἰός Ὦναξ Νεκρή,
      Κάτω νά Πέσει,
      Τῆς Ἐρινύας θήραμα,
      στοῦ Ταρτάρου τά Ἔγκατα
      ἡ Ἄτροπος Νά Στρέψει
      τήν Ἁμαρτία τοῦ Φονιᾶ-Σιῶν-
      σκυλόψωμο – ἐλεεινή τροφή
      τήν Ἄρπυια νά θρέψει!

      Καί Στρίγγλισε ὁ Βέβηλος Φονιάς
      μέ τοῦ θανάτου τήν Στερνή Φωνή,
      Ἔρμαιο πιά της Θεῖας Δίκης,:
      «Καί ἄλλοι ἔρχονται πολλοί ὡσάν ἐμένα,
      πιό Ἰσχυροί! Κοίτα, εἶναι ἐδῶ!
      Δέν θά ξεφύγεις ἀπ’ αὐτούς,
      ὅπως καί ξέφυγες ἀπό ἐμένα!»
      καί ἔπειτα Βούλιαξε…
      Χάθηκε Μέσα στόν Τάρταρο,
      Ὁλόμαυρη Πηχτή Ροή
      Σκιά – σαπίλα, στά Ἄδυτα τῆς Γῆς
      ὅπου τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά – Καβείρια Βροχή-
      Τιτάνα Φοβερή – Μάτι αἰώνια ἀνοιχτό,
      Ὄνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα γνέθει…
      Τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
      Τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
      τοῦ Απόλλωνος Βέλος Χωλό!

      Κάτω στό Ἔδαφος ἐγῶ!
      Σίβυλλα Πληγωμένη,
      Πλημμύρα μέσ’ στό Αἶμα!
      Ἀδύναμη νά σηκωθῶ,
      κοίταξα γύρω μοῦ νά δῶ!
      Μά ὁ Ἐχθρός που μοῦ ’λεγε ὁ Ὑβριστής
      -Ἡ Δόλια τοῦ Γενιά- δέν ἧταν πουθενά!
      Ἡ Πάλη τέλειωσε Παντοτινά!

      Κοίταξα πρός τούς Γέροντες – Ἀρχαῖοι Πρόγονοί μοῦ!
      Καί τά Λευκά τοῦς Νεογνά- τό Μέλλον μοῦ Λαμπρό!
      Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ,
      Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!
      Γιά Σᾶς Πολέμησα!
      Γιά Σᾶς Πονῶ!

      Καί τούς μιλῶ ! Τοῦ Ἥλιου τ’ Ὅραμα Κρυφό!
      Πυθία πιά Ἐλεύθερη!
      Ἐπόπτης ἡ Ψυχή μοῦ!
      Τοῦ Φοίβου τοῦ Ἀπόλλωνα,
      Τοῦ Πύθιου τόν Ὕστατο Χρησμό:
      «Ἔτσι εἶχε Ὀρκισθεῖ, ’πως πάντοτε Ὀρκίζεται,
      Τοῦ Ἡφαίστου Ἡ Φωτιά – Καβείρια Βροχή-
      Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
      που Ὄνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα Γνέθει…
      τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
      τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
      τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό,
      Κεραυνοβόλο, Αἰχμηρό!

      Ὄρκος τῆς Εὐρυνόμης Ἱερός!
      τό Σύμπαν Μάρτυρας Καυτός!

      Τό Σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ
      -ἡ Ὕβρης- Στεῖρα Πηγή ἔχει γίνει!
      Αἰώνια Ξεραμένη!
      Γιά Πάντα Ἔσβησε τοῦ Μωϋσῆ ἡ Φωτιά,
      Ἡ Ἔρημος αὐτοῦ Χαμένη!
      Ἡ Μαύρη τοῦς Ψυχή-
      Σιῶν -ἡ Ὕβρεως Γενεά
      Στήν Μοίρα Ἄτροπο Ταγμένη
      Τά Μαῦρα Λοίσθια ἔχει Πιεῖ!
      Αἰώνια Καταδικασμένη!

      Ἀπόθανεν γιά πάντα ὁ Φονιᾶς!
      Ἐλεύθερη ἡ Γῆ, κι Οὐρανός!
      Τῆς Νέας Ἀνθρώπινης Γενιᾶς
      ὁ Δρόμος Καθαρός καί Εὐλογημένος!
      Ὄρκος τῆς Εὐρυνόμης Ἱερός!
      Το Σύμπαν Μάρτυρας Καυτός!

      Μέσα σέ Σᾶς θά Ξαναγεννηθῶ,
      καί Ἐσεῖς μέσα σέ ἐμένα!
      Ἕλληνες Γηγενεῖς
      Ἐλεύθεροι Παντοτινά!
      Τό Γένος σᾶς Θεϊκό
      Ἐδῶ καί πάλι θά Ἐπιστρέψει!
      Το Φῶς σᾶς -Ἴαση –
      τήν Γῆ νά ξαναθρέψει!

      Ὤ! Γέροντα – Ἕλληνα Γόνε!-
      Ἐσύ καί πάλι ἡ Ψυχή Μοῦ!
      Ὤ! Βρέφος Πάλλευκο Ἀγνό-
      -Ἐσύ τό Νέο τό Κορμί μοῦ!»

      Μέ Ὀμίχλη ἔλουσαν τά Μάτια μοῦ, τά Δάκρυα τῆς Γῆς-
      τ’ Ἀθάνατο Νερό – πού Θάλασσες γίνονται Ζωῆς!
      Ἡ Νέμεση Θεά – Σφοδρά Δικαιοσύνη!
      Ἀσπίδα μοῦ – Φῶς Ἱλαρόν καί Λυτρωτής!

      Καί ἔπειτα ἔπεσε μακρά Σιγή!
      Σάν Ὄνειρο Γλυκό, ὡσάν Στοργή!
      ….
      Σύννεφο τύλιξε Φαεινό
      ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὅλην την Γῆ
      Τῆς Λήθης πέπλο Τρυφερό!
      Τοῦ Φωτοδότη ΔΙΑ
      Ἔργο Ἱερό!

      ….
      Καί ἡ Γαῖα Χαμογελοῦσε
      Ἐγκυμονοῦσα μέ Ζωή!
      καί γιόμιζε τόν Ξάστερο Οὐρανό,
      μέ τίς κρυστάλλινες Φωνές τῆς.
      Φωσφόριζαν τοῦ Αἰγαῖου τά νερά
      καί ἡ ἀπέραντη ἀμμουδιά,
      Ἄστρα Βροχή-
      Τοῦ Δία οἱ Ἔρωτες
      Χρυσή Σπονδή-
      κατά Μυριάδες Πέφτανε στήν γαλανή ποδιά τῆς
      Ὑπέρλαμπρες ψυχές,
      Μειδίαμα τοῦ Ἀπόλλωνα Φωτιές,

      Ἡ Πάλαι Ἑλλήνων Γενεά-
      τά Ἡλιόθρεφτα Παιδιά της
      τά Χαμένα-
      πίσω ξανά στήν ἀγκαλιά τῆς τοποθετημένα,
      Κύμβαλα τῆς Δωδώνης Ἱερά!

      Π.Π.«Ανθολογία: ΕΛΛΑΣ»

      Like

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s