Η φράση “λυδία λίθος” χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει τρόπο δοκιμασίας, ελέγχου, εξακρίβωσης. Στην κυριολεξία η πέτρα από την Λυδία, πόλη στα παράλια της Μικράς Ασίας, ήταν ένα εργαλείο με το οποίο εξακρίβωναν τη γνησιότητα των πολύτιμων λίθων.
Είναι μία μαύρη πέτρα που οι αρχαίοι Έλληνες εύρισκαν στο όρος Τμώλος της Λυδίας στη Μικρά Ασία. Αν χαράξουμε πάνω στη λυδία λίθο ένα ίχνος (γραμμή) με ένα χρυσό αντικείμενο, μπορούμε να προσδιορίσουμε την περιεκτικότητα του αντικειμένου σε χρυσό (δηλαδή τα καράτια).
Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται και σήμερα., για την εύρεση της περιεκτικότητας των κραμάτων χρυσού. Ενδιαφέρον είναι ότι από το όρος Τμώλος πήγαζε ο χρυσοφόρος ποταμός Πακτωλός. Οπότε να υποθέσουμε ότι αφού μάζευαν το χρυσάφι από τον Πακτωλό, έκαναν και έναν έλεγχο, με την λυδία λίθο που έβρισκαν εκεί δίπλα. Η λυδία λίθος είναι μία ποικιλία μικροκρυσταλλικού χαλαζία, ένα είδος μαύρου ίασπη.
Με το όνομα λυδία λίθος, υπάρχουν αναφορές σε κάποιους αρχαίους συγγραφείς, στον Θεόφραστο και στον Ησύχιο. Σε κάποιους άλλους συγγραφείς, στον Πλίνιο, στον Θεόφραστο, στον Πολυδεύκη, και στον Πλάτωνα (Γοργίας) έχει την ονομασία βάσανος, ή βασανίτης λίθος, ή βασανίζουσα λίθος, (basalte ή basanite) λόγω της δοκιμασίας στην οποία υπέβαλλαν το κράμα χρυσού, για να αποκαλύψει την περιεκτικότητα του σε καράτια. Τέλος η ονομασία «μεχέγκι» (τουρκικά mehek), χρησιμοποιείτο από τους παραδοσιακούς Έλληνες χρυσικούς του 18ου και 19ου αιώνα.
Ο έλεγχος της περιεκτικότητας ενός αντικειμένου σε άργυρο γινόταν με απλούστερο τρόπο. Χάραζε ο ειδικός με μαχαίρι ένα σημείο του αντικειμένου που θα ελεγχόταν. Εν συνεχεία στάλαζε μία σταγόνα νιτρικού οξέος (το λεγόμενο ασημόνερο) στο σημείο που χαράχτηκε. Αναλόγως το χρώμα που έπαιρνε το ασήμι, μετά την προσβολή από το νιτρικό οξύ, ο ειδικός προσδιόριζε την περιεκτικότητα του. Άσπρο σήμαινε καθαρό ασήμι, κοκκίνισμα σήμαινε μεγάλη περιεκτικότητα σε χαλκό.