Ετικέτα: γενοκτονία έλλήνων

-Ο Βεζντί Γκιονούλ και η αφωνία των Νεοελλήνων ιστορικών

Οι αρνητές της γενοκτονίας, συνεργοί του Ολοκαυτώματος 

Η νεοελληνική συνενοχή στη Μικρασιατική Γενοκτονία 

Από το www.pontosandaristera.wordpress.com 

Σε πρόσφατες δηλώσεις του, ο (κεμαλιστής) εθνικιστής και ισλαμιστής Τούρκος υπουργός Άμυνας Βεζντί Γκιονούλ, ανέφερε ότι η εθνοκάθαρση των Ελλήνων (στην Ιωνία) και των Αρμενίων ήταν αναγκαία για να μπορέσει να δημιουργηθεί τουρκικό εθνικό κράτος. Το εκπληκτικό είναι ότι από ελληνικής πλευράς, οι μόνες αντιδράσεις ήταν αυτές των δημοσιογράφων και των προσφυγικών οργανώσεων. Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, αυτοί που έχουν αναλάβει να μελετούν τη νεοελληνική ιστορία επέδειξαν αιδήμονα σιωπή. Γιατί όμως;

Γιατί η βασική αντίληψη που επικρατεί στη νεοελληνική ιστορία και αποθεώνεται στις μέρες με την ομάδα Λιάκου και τους λοιπούς αντίστοιχους ιστορικούς της Ψωροκώσταινας, είναι παρόμοια με αυτή του Βεζντί Γκιονούλ, την οποία είχε δοξάσει πρώτη, τις παλιές καλές της μέρες, η τουρκοφιλική νεοελληνική Ακροδεξιά. Με το πρόσχημα ότι όλα αυτά είναι συμπτώματα της διαδικασίας δημιουργίας εθνικών κρατών αμφισβήτησαν ακόμα και τη Γενοκτονία των Αρμενίων και προσπαθούν διαρκώς  να διασύρουν και να υπονομεύσουν το προσφυγικό κίνημα και τις κατακτήσεις του της δεκαετίας του ‘90 .

Η μηχανιστική αντι-ουμανιστική (και αντιπροσφυγική) αντίληψη της ιστορίας βρίσκει την αποθέωσή της στα εκσυχρονισμένα παλαιοελλαδίτικα (κυρίαρχα) ρεύματα !

Είναι τραγικό για τους Νεοέλληνες, ότι στις φασιστικές δηλώσεις του Γκιονούλ αντέδρασαν μόνο αριστεροί Τούρκοι ιστορικοί. 

Ας αφιερώσουμε λοιπόν στους δικούς μας απολογητές της Μικρασιατικής Γενοκτονίας,  ένα κείμενο για τη σφαγή της Φώκαιας (1914), του τότε Αμερικανού προξένου στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον.

 books_cover_diogmoi_ellinon_thraki_mikrasia_thumbbooks_cover_persecutions_antihelleniques_thumbbooks_cover_tragedy_sea_marmora_thumbbooks_cover_turkish_atrocities_black_sea_territories_thumb

Η Σφαγή της Φώκαιας

Η πλήρης και τεκμηριωμένη έκθεση του θηριώδους διωγμού του Ελληνικού πληθυσμού της περιοχής Σμύρνης πού έγινε στα 1914 δεν είναι δύσκολο να γίνει· θα είναι όμως αρκετό, σαν παράδειγμα να δώσωμε μόνο μερικά αποσπάσματα από μια έκθεση του αυτόπτου Γάλλου Manciet, πού άφορα τις σφαγές και λεηλασίες πού έγιναν στη Φώκαια, μια πόλη με οκτώ χιλιάδες Έλληνες και τετρακόσιους περίπου Τούρκους κατοίκους, πού είναι κτισμένη στην παραλία, σε μικρή απόσταση απ’ τη Σμύρνη. Η καταστροφή της Φώκαιας προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στη Μασσαλία, γιατί τη Γαλλική αυτή πόλη είχαν ιδρύσει κάτοικοι της ομώνυμης αρχαιότατης Ελληνικής πόλεως.

Η Φώκαια είναι η μητρόπολη της Μασσαλίας. Ο κ. Manciet ήταν παρών στη σφαγή και λεηλασία της Φώκαιας και μαζί με τρεις άλλους Γάλλους, τους κ. κ. Sartiaux, Carlier και Dandria, έσωσε εκατοντάδες ψυχών μετο θάρρος και την ψυχραιμία του.

Η έκθεση αρχίζει με την εμφάνιση επάνω στους λόφους πού βρίσκονται πίσω απ’ την πόλη οπλισμένων συμμοριών πού πυροβολούσαν για να ενσπείρουν τον πανικό. Οι τέσσερις Γάλλοι, πού αναφέραμε παραπάνω, κατοικούσαν μαζί, όταν όμως άρχισε ο πανικός χωρίσθηκαν και εγκαταστάθηκαν ο καθένας σε άλλο σπίτι. Ζήτησαν απ’ τον Καϊμακάμη χωροφύλακες για την προστασία τους και στον καθένα τους δόθηκε ένας. Άφησαν ανοιχτές τις πόρτες κι έδιναν καταφύγιο σε οποίον ερχόταν. Έφτιαξαν πρόχειρα με κατάλληλο ύφασμα τέσσερις Γαλλικές σημαίες και τις ανήρτησαν έξω απ’ το κάθε σπίτι. Ας συνεχίσωμε όμως τη διήγηση με τις λέξεις του ίδιου του κ. Manciet, μεταφράζοντας απ’ τα Γαλλικά:

«Στη διάρκεια της νύχτας οι οργανωμένες συμμορίες εξακολούθησαν τη λεηλασία της πόλεως. Κατά την αυγή εξακολουθούσαν να ρίχνωνται πολύ δυνατοί πυροβολισμοί μπροστά στα σπίτια. Βγήκαμε αμέσως έξω οι τέσσερις μας και είδαμε το πειό φρικτό θέαμα πού θα μπορούσε να ονειρευτεί κανείς. Η ορδή πού είχε μπει στην πόλη ήταν ωπλισμένη με Γκράδες και τουφέκια του ιππικού. Ένα σπίτι ήταν μέσα στις φλόγες. Απ’ όλες τις διευθύνσεις οι Χριστιανοί έτρεχαν προς την παραλία προσπαθώντας να βρουν βάρκες για να φύγουν μ’ αυτές, αλλά απ’ την νύχτα κιόλας δεν είχε μείνει καμμιά. Άκουγε κανείς κραυγές τρόμου ανακατεμμένες με τους κρότους των πυροβολισμών. Ο πανικός ήταν τέτοιος, ώστε μια γυναίκα με το παιδί της πνίγηκαν σε νερό βάθους εξήντα εκατοστομέτρων.

«Ο κ. Carlier είδε ένα φρικτό θέαμα. Ένας Έλληνας στεκόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του, μέσα στο όποιο ήταν η γυναίκα του και η κόρη του και οπού ήθελαν να μπουν οι ληστές. Άπλωσε τα χέρια του για να τους εμποδίσει να μπουν. Η χειρονομία αυτή του στοίχισε τη ζωή γιατί τον πυροβόλησαν στο στομάχι. Ενώ έτρεχε τρικλίζοντας προς τη θάλασσα, τον πυροβόλησαν ξανά από πίσω και το πτώμα του κειτόταν εκεί επί δύο μέρες.


«Ευτυχώς υπήρχαν στον λιμένα δυο ατμόπλοια και κατορθώσαμε να επιβιβάσωμε σ’ αυτά τους δυστυχείς Χριστιανούς σε μικρές ομάδες. Παρά τις προσπάθειες μας οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι είχαν τέτοια βία να φύγουν, ώστε αναποδογύρισαν τις μικρές βάρκες. Μια αποκρουστική λεπτομέρεια απέδειξε τον κυνισμό της ορδής εκείνης, η οποία με την πρόφαση του αφοπλισμού των φευγόντων ελήστευε αδιάντροπα τους κακόμοιρους και τρομοκρατημένους αυτούς ανθρώπους από τα τελευταία υπάρχοντα τους. Οι ληστές άρπαζαν με τη βία από γρηές δέματα και κλινοσκεπάσματα. Με κατέλαβε αγανάκτηση και τόσο συχάθηκα βλέποντας τις ελεεινότητες αυτές, ώστε είπα σε έναν αξιωματικό της χωροφυλακής, ότι αν δεν σταματούσε αυτό το πράγμα θα έπαιρνα ο ίδιος ένα όπλο και θα πυροβολούσα επάνω στους ληστές.

Αυτό έφερε το αποτέλεσμα πού ήθελα, και οι δυστυχείς εκείνοι μπόρεσαν να επιβιβαστούν με ό,τι είχαν μπορέσει να σώσουν απ’ την καταστροφή, πράγμα πού δείχνει ότι η όλη επιχείρηση θα μπορούσε εύκολα να τεθεί υπό έλεγχο.

«Η λεηλασία όμως είχε σταματήσει μόνο στην άμεση γειτονιά μας. Παραπέρα είδαμε πόρτες να σπάζωνται και άλογα και γαϊδούρια να φορτώνωνται με λάφυρα. Αυτό συνεχίστηκε όλη τη μέρα. Κατά το βράδυ ανέβηκα σ’ ένα μικρό λόφο και είδα καμμιά εκατοστή καμήλες φορτωμένες με τα λάφυρα της πόλεως. Περάσαμε εκείνη τη νύχτα μέσα σε αγωνία, αλλά δεν συνέβη τίποτε.

Τούρκοι ατακτοι (Τσέτες)

«Την άλλη μέρα ξανάρχισε η μεθοδική λεηλασία της πόλεως. Και τότε άρχισαν να φτάνουν οι πληγωμένοι. Επειδή δεν υπήρχε γιατρός, ανέλαβα εγώ να τους δώσω τις πρώτες βοήθειες προτού να τους επιβιβάσουν σε πλοία για τη Μυτιλήνη. Βεβαιώνω ότι όλοι εκείνοι οι πληγωμένοι με εξαίρεση δύο η τριών ήταν επάνω από εξήντα ετών. Ανάμεσα τους υπήρχαν γρηές επάνω από ενενήντα ετών, πού είχαν πυροβοληθεί και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι είχαν τραυματιστεί υπερασπιζόμενες τα αγαθά τους. Επρόκειτο απλούστατα περί σφαγών.

Το παραπάνω απόσπασμα απ’ την περιγραφή της λεηλασίας της Φώκαιας στα 1914 απ’ τον κ. Manciet, της οποίας αυτός υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας το παρέθεσα για πολλούς λόγους. Είναι αναγκαίο για την πλήρη και εμπεριστατωμένη περιγραφή της βαθμιαίας θηριώδους εξοντώσεως των Χριστιανών πού διενεργήθηκε στη Μικρά Ασία και την Τουρκική αυτοκρατορία στα τελευταία αυτά χρόνια και αποκορυφώθηκε στη φρικαλέα καταστροφή της Σμύρνης. Είναι μια ιδιαίτερα ζωντανή διήγηση πού φανερώνει την αναλλοίωτη φύση του Τούρκου και του χαρακτήρας του σαν πλάσματος με αγρία πάθη πού ζει ακόμα στην εποχή του Ταμερλάνου και του Ούννου Αττίλα.

Γιατί οι Τούρκοι είναι πραγματικά ένας αναχρονισμός· ακόμα και τώρα λεηλατούν, σκοτώνουν, αρπάζουν και μεταφέρουν τα λάφυρα τους επάνω σε καμήλες, είναι ιδιαίτερα σημαντικό επίσης, γιατί διηγείται μια ιστορία πού μοιάζει τρομερά σε μερικά απ’ τα κατορθώματα του ίδιου του Μωάμεθ, δίνει επίσης μια καθαρή εικόνα για το τι συνέβη επάνω σε ολόκληρη την παραλία της Μικράς Ασίας και πολύ μακρύτερα στο εσωτερικό της στα 1914, οπότε καταστρεφόταν βαθμιαία ένας ακμάζων και γρήγορα προοδεύων πολιτισμός, πού αποκαταστάθηκε μεν αργότερα όταν έφθασε εκεί ο Ελληνικός Στρατός, για να καταλήξει όμως σε εντελή καταστροφή κάτω απ’ τα αιματοβαμμένα και ασελγή χέρια των οπαδών του Μουσταφά Κεμάλ, αφ’ ετέρου το παραπάνω απόσπασμα τονίζει το μόνιμο σημείο, πού είναι τόσο αναγκαίο να κατανοηθεί απ’ τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς, ότι όλα αυτά ήταν μια «ωργανωμένη επιχείρηση» όπως λέγει ο κ. Manciet.


«Βρήκαμε μια γρηά πού κοιτόταν στο δρόμο, και πού ήταν σχεδόν παράλυτη από τα κτυπήματα. Είχε δυο μεγάλες πληγές στο κεφάλι πού είχαν γίνει από κτυπήματα υποκόπανου τουφεκίου τα χέρια της ήταν κομμένα, το πρόσωπο της πρησμένο. «Ένα κορίτσι πού είχε δώσει όλα τα χρήματα πού είχε, το είχαν ευχαριστήσει με μαχαιριές, μια στο μπράτσο και μια άλλη στην περιοχή των νεφρών. Μια αδύνατη γρηά είχε κτυπηθεί τόσο άσχημα με ένα τουφέκι ώστε τα δάκτυλα του αριστερού χεριού της είχαν πέσει.

«Όσο περνούσε η μέρα πού ακολούθησε, απ’ όλες τις διευθύνσεις έφθαναν οικογένειες πού είχαν κρυφτεί στα βουνά. Όλοι είχαν υποστεί βιαιοπραγίες. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν μια γυναίκα πού είχε ιδεί να σκοτώνουν μπροστά στα μάτια της τον άντρα της, τον αδερφό της και τα τρία παιδιά της.

«Εκείνη τη στιγμή μάθαμε μια φρικτή λεπτομέρεια. Είχε δολοφονηθεί ένας γέρος παραλυτικός πού κοιτόταν αβοήθητος επάνω στο κρεβάτι του, όταν μπήκαν στο σπίτι οι ληστές.

«Η Σμύρνη μας έστειλε στρατιώτες για ν’ αποκαταστήσουν την τάξη. Καθώς κυκλοφορούσαν οι στρατιώτες αυτοί μέσα στους δρόμους, πήραμε μια ιδέα για το τι είδους τάξη θ’ αποκαθιστούσαν: εξακολούθησαν και αυτοί τη λεηλασία της πόλεως.

«Κάναμε ένα γύρο επιθεωρήσεως μέσα στην πόλη. Η λεηλασία ήταν πλήρης· πόρτες είχαν γκρεμιστεί και κείνες πού δεν μπορούσαν να τις βγάλουν τις κατέστρεψαν. Η Φώκαια πού ήταν προηγουμένως ένας τόπος μεγάλης δραστηριότητας, τώρα ήταν μια νεκρούπολη.

«Μας έφεραν μια γυναίκα πού πέθανε· την είχαν βιάσει δεκαεπτά Τούρκοι. Επίσης είχαν πάρει μαζί τους στα βουνά ένα κορίτσι δέκα εξ’ ετών αφού σκότωσαν μπροστά στα μάτια του τον πατέρα και την μητέρα της. Έτσι είχαμε ιδεί τα πέντε χαρακτηριστικά της λεηλασίας μια; πόλεως: την κλοπή, τη λαφυραγωγία, τον εμπρησμό, τους σκοτωμούς και τους βιασμούς.

«Ήταν ολοφάνερο ότι όλα αυτά αποτελούσαν μια ωργανωμένη επίθεση με την πρόθεση της εκδιώξεως των ραγιάδων δηλ. των Χριστιανών Οθωμανών υπηκόων απ’ τα παράλια. «Είναι ακατανόητο το ότι οι άνθρωποι εκείνοι θα μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους τόσο πολλά στρατιωτικά όπλα, αν δεν τους τα είχαν δώσει. Όσο για τους Χριστιανούς της παλιάς Φώκαιας, δεν προσπάθησαν ούτε για μια στιγμή να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Έτσι αυτό πού έγινε ήταν καθαρή σφαγή.

«Διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι η τάξη είχε αποκατασταθεί και ότι στις περιοχές για τις οποίες μιλούμε, οι Χριστιανοί δεν είχαν τίποτε πιά να φοβηθούν ούτε για τον εαυτό τους, ούτε για τ’ αγαθά τους. Αυτό δεν ήταν μια δήλωση χωρίς σημασία. Γιατί δεν υπήρχε πιά περιθώριο για επικράτηση της τάξης. Οι περιουσίες δεν είχαν πιά να φοβηθούν τίποτε, γιατί είχαν περιέλθει όλες σε καλά χέρια – στα χέρια των ληστών».  { Από [ΕΔΩ] }

Τα δικά μας κείμενα που έχουμε συντάξει για το νεοελληνικό αντιπροσφυγικό αναθεωρητισμό θα τα βρείτε [ΕΔΩ]

books_cover_diogmoi_ellinon_thraki_mikrasia_thumbbooks_cover_turkish_atrocities_black_sea_territories_thumbbooks_cover_persecutions_antihelleniques_thumbbooks_cover_tragedy_sea_marmora_thumb

…γιατί οι επιλεκτικοί αρνητές είναι ολικοί γενοκτόνοι.

 

Μέχρι και Αμερικάνικα μαχαιροπήρουνα ο Σαακασβίλι!

 

_____________________________________________________ 

(Μόνο στο antinews).Ακόμα και τα μαχαιροπήρουνα που έχει ο γεωργιανός στρατός, είναι made in USA. Το τι εξοπλισμός –αμερικανικός, ισραηλινός και από άλλες δυτικές χώρες- έχει πέσει στα χέρια των Ρώσων, δεν λέγεται. Έχουν κυριολεκτικά σηκώσει τεράστιες αποθήκες πυρομαχικών, όπλων και προσωπικού εξοπλισμού του γεωργιανού στρατού, δυτικής προέλευσης ως επί το πλείστον. Εκτός αυτών μεγάλος αριθμός βαρέων όπλων (αρμάτων μάχης και άλλων τεθωρακισμένων οχημάτων) που αγοράστηκε κυρίως από την Ουκρανία και εγκαταλείφθηκε από τους γεωργιανούς στην άτακτη φυγή τους, έχει συγκεντρωθεί σε μεγάλους χώρους.

 Το ενδιαφέρον είναι όμως, ότι σημαντικό ρόλο τόσο σε πωλήσεις όπλων, όσο στον εκσυγχρονισμό παλαιών οπλικών συστημάτων (αεροσκαφών, αρμάτων μάχης, κ.λ.π.) έχουν παίξει οι Ισραηλινοί. Ενδεικτικό είναι και το manual που βρήκαν οι Ρώσοι στην κατοχή γεωργιανών στρατιωτικών. Είναι της ισραηλινής Εlbitsystems και αφορά διεύθυνση πυρός σε άρματα. Βεβαίως, όταν έγινε γνωστό ότι η Γεωργία εισέβαλε στην Οσετία, το Ισραήλ έσπευσε να διαβεβαιώσει τη Μόσχα ότι σταματάει τις προμήθειες όπλων στην Τιφλίδα.

 Μετά την συντριβή και –ουσιαστικά- τη διάλυση του γεωργιανού στρατού, έχει ενδιαφέρον, ότι τώρα γίνεται συζήτηση περί ενίσχυσης των γεωργιανών με σύγχρονο οπλισμό, με αεροσκάφη F-16, με δυτικά τανκς και γενικότερα μοντέρνα πολεμική τεχνολογία. Εάν τα καταφέρουν οι ΗΠΑ να διατηρήσουν στην καρέκλα του τον Σαακασβίλι («είναι τρελοί εκείνοι οι Ρωμαίοι», που ’λεγε και ο Οβελίξ), οι δυτικές πολεμικές βιομηχανίες θα έχουν πολύ δουλειά τα επόμενα χρόνια για να εξοπλίσουν τον γεωργιανό στρατό. Και η Ουάσιγκτον θα έχει έναν πολιτικό που θα είναι έτοιμος να ξαναοδηγήσει τη χώρα του σε μια –ενδεχομένως- πιο καταστροφική περιπέτεια από αυτή της Οσσετίας. Μένει βέβαια, να δούμε εάν τελικώς θα συγκατανεύσουν οι Ευρωπαίοι στο τέλος του έτους να μπει η Γεωργία στο ΝΑΤΟ. Πάντως, ο αχυράνθρωπος Σαακασβίλι είναι το μόνο που περιμένει για να κρατηθεί στην καρέκλα του.

Στις φωτογραφίες:

1.Μαχαίρι και πιρούνι Made in USA.
2.Αμερικανικά αυτόματα Μ-6.
3.Αμερικανικά στρατιωτικά εγχειρίδια.
4.Εγχειρίδιο της ισραηλινής «Ελμπίτ».

 

Πηγή: www.antinews.gr

Διαβάστε επίσης: https://olympia.gr/2008/08/24/osetia-2/

Προσχεδιασμένη Γενοκτονία διέπραξαν οι Γεωργιανές δυνάμεις με τις «ευλογίες» του ΝΑΤΟ

Ανατριχιαστικές μαρτυρίες από ομογενείς της Οσετίας για τη δράση του Γεωργιανού στρατού κατά την εισβολή μεταφέρει ο απεσταλμένος της «Καθημερινής» Αχιλλέας Πατσούκας.

Λίγο μετά την επιστροφή από τη Νότια Οσετία και την πρωτεύουσα Τσχινβάλι, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με δύο συμπατριώτες μας που είδαν με τα μάτια τους το αιματοκύλισμα. Οσα μετέφεραν στην «Κ» είναι συγκλονιστικά. Οι αφηγήσεις του Αλάν Αγκάποφ, αξιωματικού του στρατού της Οσετίας που τραυματίστηκε ελαφρά στο πόδι και της γιατρού Νέλι Τριανταφίλοβα, που το βράδυ της επίθεσης «είχε την τύχη» να έχει βάρδια στο νοσοκομείο, είναι ανατριχιαστικές. Αν και μόλις 28 ετών ο Αλάν λόγω της δεκαετούς θητείας του στον τοπικό στρατό έχει αποκτήσει εμπειρίες που φθάνουν για ένα βιβλίο.

«Πράγματι, ο Σαακασβίλι μας αιφνιδίασε. Κάναμε το λάθος και πιστέψαμε αυτά που λίγες ώρες νωρίτερα είχε δηλώσει, ότι δηλαδή δεν θα μας επιτεθεί αλλά τα μεσάνυχτα ξεκίνησε την εισβολή. Η γεωργιανή εισβολή υπήρξε άγρια».

— Ποιοι ήταν οι στόχοι τους;

— Σπίτια μικρά, συγκροτήματα διαμερισμάτων, κρατικά κτίρια, αυτοκίνητα και οικογένειες που για κακή τους τύχη βρίσκονταν μπροστά τους.

— Ακούστηκε πως οι Γεωργιανοί διέπραξαν και θηριωδίες.

— Ναι, άκουσα πως έμπαινε ο γεωργιανός στρατός στα σπίτια και εν ψυχρώ σκότωνε. Εγώ δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω αυτό καθώς δεν το είδα, αντίθετα επιβεβαιώνω πως σκότωναν εν ψυχρώ πολίτες έξω από τα σπίτια τους ή στους δρόμους.

— Είχαν μισθοφόρους από άλλες χώρες;

— Ναι, είχαν.

— Ο αριθμός των νεκρών ήταν πράγματι 2.000;

— Βάσει λογικής πρέπει να ήταν, καθώς η εισβολή έγινε νύχτα και πολλοί άμαχοι δεν είχαν προλάβει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

— Ο ρωσικός στρατός άργησε να αντιδράσει;

— Ναι, αλλά όχι εσκεμμένα, καθώς εντός των συνόρων της Νότιας Οσετίας είχε μόνο τις ειρηνευτικές δυνάμεις του.

— Τι ελπίζεις για το αύριο;

— Ελπίζω να δούμε έστω και τώρα ειρήνη, δυστυχώς όμως για το μέλλον μας δεν αποφασίζουμε εμείς, αλλά οι ΗΠΑ και η Ρωσία.

— Το ενδεχόμενο ένωσής σας με τη Ρωσία πώς το βλέπεις;

— Μονόδρομο, μόνο έτσι θα είμαστε ασφαλείς.

Τελειώνοντας την κουβέντα μας ρωτήσαμε αν γνώριζε τον συμπατριώτη μας Ιβάν Μιχαηλίδη που εκτελέστηκε και αυτός εν ψυχρώ. Με ψυχραιμία μάς αποκάλυψε πως όχι απλά τον ήξερε, αλλά ήταν και αυτός που τον έθαψε στην Τζάβα…

Στο νοσοκομείο

Βλέποντας το καθαρό πρόσωπο της κ. Νέλυς Τριανταφίλοβα και χωρίς να γνωρίζεις ποιο είναι το επάγγελμά της, διαισθάνεσαι πως η γυναίκα αυτή πρέπει να ασχολείται με κάτι που αφορά το «γενικό καλό». Πράγματι η κ. Τριανταφίλοβα που γεννήθηκε στο Τσχινβάλι εδώ και χρόνια εργάζεται ως γιατρός στο τοπικό νοσοκομείο. Να τι λέει στην «Κ»:

«Το βράδυ που εκδηλώθηκε η επίθεση είχα βάρδια. Ο γεωργιανός στρατός με αυτόματα όπλα, πυροβόλα των τανκ και όποιον άλλο τρόπο διέθετε σφυροκοπούσε το νοσοκομείο. Εγώ και οι υπόλοιποι συνάδελφοί μου σκυφτοί πήραμε στα χέρια μας όλους τους ασθενείς από τον δεύτερο και τρίτο όροφο και τους κατεβάσαμε στα υπόγεια του νοσοκομείου, όπου μέσα σε σκοτάδια και με φακούς προσπαθούσαμε να τους κρατήσουμε στη ζωή, στήνοντας ταυτόχρονα ένα κινητό χειρουργείο».

— Εσείς ήσασταν στο νοσοκομείο, ωστόσο έχετε εικόνα του τι συνέβαινε στην πόλη;

— Φυσικά, από μαρτυρίες ασθενών που έφταναν στο νοσοκομείο, αλλά και από τους λίγους φίλους μου που κατάφεραν να επιζήσουν.

— Τι συνέβη λοιπόν;

— Με τα τεθωρακισμένα τους χτυπούσαν νοσοκομεία, σπίτια, Ι.Χ., νέους και γέρους, ενώ παράλληλα έμπαιναν στα σπίτια και στα υπόγεια όπου κρύβονταν γυναικόπαιδα και τα εκτελούσαν. Με λίγα λόγια σκότωναν ό,τι προλάβαιναν! Χειρότερες όμως θηριωδίες διέπραξαν στα χωριά. Φτάνοντας με τα τανκς έξω από τα σπίτια έριχναν προειδοποιητικά πυρά και με βρισιές καλούσαν τους κατοίκους να βγουν. Αυτοί φυσικά αρνούνταν, λέγοντας πως «θα πεθάνουμε στα σπίτια μας» και τότε έπιαναν δουλειά τα πυροβόλα των τανκς.

— Πόσα περιστατικά σας έφεραν εκείνο το βράδυ;

— Από τις 12.30 που ξεκίνησε το μακελειό μέχρι τις 05.30 το πρωί, γύρω στα ογδόντα. Εκανα και κάναμε τα πάντα. Με το ένα χέρι προσέφερα τις πρώτες βοήθειες και από το άλλο μου έπαιρναν αίμα!

— Ξεχωρίσατε κάποιο περιστατικό;

— Ναι, μου έφεραν ένα κοριτσάκι το οποίο δυστυχώς δεν προλάβαμε να σώσουμε. Είχε πεθάνει στη διαδρομή και εμείς το θάψαμε σε έναν κήπο.

— Πώς σκοτώθηκε;

— Ηταν στο αυτοκίνητο με την οικογένειά του

— Από την επίθεση σκοτώθηκαν και Γεωργιανοί;

— Οχι αυτοί είχαν προλάβει και έφυγαν. Αυτό που θα ήθελα να σας αποκαλύψω είναι πως πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, οι Γεωργιανοί είχαν μετατρέψει τα σπίτια τους σε πολυβολεία. Από εκεί έχοντας μαζί τους μισθοφόρους από την Ουκρανία δρούσαν ως ελεύθεροι σκοπευτές. Είναι προφανές πως προετοιμάζονταν καιρό για τον πόλεμο.

— Το αύριο πώς το φαντάζεστε;

— Θέλω να ηρεμήσω. Πετάγομαι στον ύπνο μου καθώς βλέπω συνέχεια λεκάνες με αίμα. Η μοναδική μας ελπίδα είναι να ενωθούμε με τη Ρωσία. Από την Ελλάδα περιμένω να μη συνταχθεί με τον Σαακασβίλι.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσοι ανταποκριτές και να φιμωθούν, το έγκλημα αυτό δε θα μείνει κρυφό. Ο άθλιος θεσμός του «δικαστηρίου» της Χάγης βεβαίως κρατά σφιχτά τον Κάραζιτς.

Διαβάστε επίσης:

https://olympia.gr/2008/08/16/senaki/

 

http://el.wordpress.com/tag/caucasus/

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΤΟΝ «ΠΑΣΧΟΝΤΑ» ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ


Του Βασίλη Ν. Τριανταφυλλίδη
(Χάρρυ Κλυνν)
Χαιρετούμε με τον προσήκοντα σεβασμό το «μεγάλο διπλωματούχο ιστορικό», τον «υμνητή» της φιλελεύθερης πολιτικής παρακαταθήκης ΤΟΥ MILTON FRIEDMAN, τον «υπερήφανο μαθητή» του «σεσημασμένου» νεοταξίτη αμπελοφολόσοφου Νίκου Δήμου, τον «αβανταδόρο» της «επιστημονικής ληστοσυμμορίας» Ρεπούση-Λεωντσίνη, τον «ιδεολογικό παρατρεχάμενο» της «παρέας» Ανδριανόπουλου, Ευαγγελόπουλου, Μπήτρου, Παπανδρόπουλου, Χρηστίδη, τον αθεράπευτο θιασώτη του «αμερικάνικου ονείρου» και του «άσχημου, αλλά βολικού μπλου τζιν»!!!

Χαιρετούμε των «πρωτοπόρο των αγραμμάτων», το νέο δείγμα του «ελεγχόμενου μικροαστικού λαϊκισμού» που ανακάλυψε «το διχασμό της δυτικής φιλοσοφίας, της αντίληψης δηλαδή που έχουμε για τον κόσμο που έχει μακρά ιστορία. Από τη μία υπάρχουν οι «ηπειρωτικοί φιλόσοφοι» (continentals) και από την άλλη οι Αγγλοσάξωνες…»
Πρωτοποριακώς ανατριχιαστική η φιλοσοφική σκέψη που θα μείνει ακέραια στην αιωνιότητα για να δείχνει στον τυφλό κόσμο ότι πέραν των μεγάλων της ανθρώπινης σκέψης (Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Στωικοί, Επικούρειοι, Ντεκάρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς, Λοκ, Κοντιγιάκ, Ντιντερό, Χιουμ, Καντ, Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε, Κοντ, Μπέρξον, Μπασελάρ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ… υπάρχει και ο εκ Κοζάνης «Πάσχων» μανδραβέλης φιλόσοφος, ιστορικός, αρθρογράφος ειδικός σε θέματα πολιτικά, επιστημονικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά, στρατιωτικά, βιοτεχνολογικά, απορρυπαντικά, ποδοσφαιρικά, ενδοκρινολογικά, ηλεκτρολογικά, υδραυλικά, ζαχαροπλαστικά, εδώδιμα αποικιακά, είδη κιγκαλερίας και είδη υγιεινής! (Μακάρι να ήξερε να τραβάει και το καζανάκι!)
Χαιρετούμε τον «Πάσχοντα» Mανδραβέλη γεννηθέντα το 1963 στην Kοζάνη. Σπουδάσαντα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Aθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Nέας Yόρκης «New School for Social Research».
(Εσείς που νομίζατε ότι θα σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Λάρισσας;)
Από 1982 εργαζόμενο(;) σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφούντα στην εφημερίδα «Καθημερινή».
Μέλος της «΄Eνωσης Συντακτών Hμερησίων Eφημερίδων Aθηνών» (EΣHEA), του Oικονομικού Eπιμελητηρίου Eλλάδος, της Eλληνικής Eταιρείας Oικονομολόγων, του Electronic Frontier Foundation (EFF), και της «American Association for the Advancement of Science».
(Εσείς νομίζατε ότι δε θα ήταν μέλος της AMERICAN ASSOCIATION;)

Χαιρετούμε τον εμπνευστή της «συλλογικής ιδιοκτησίας της γνώσης», (!) τον βαθυστόχαστοι αναλυτή του «δομικού στοιχείου κάθε ζώντος συστήματος», τον χαριτοσυνεντευξιαζόμενο μετά της «Λολίτας» γίγαντα της σκέψης, τον υπέρμαχο της Φιλευλεύθερης Συμμαχίας που δεν έχει καμία σχέση με το Ουράνιο Τόξο, τα Σκόπια και τον Τζορτζ Σόρος…

Χαιρετούμε τον «Πάσχοντα» Μανδραβέλη, υπέρλαμπρο άστρο της Θεωρίας του «ιστορικού ενταφιασμού» και τους ομοϊδεάτες του Παναγιωτόπουλο, Λιάκο, Λούκο, Νικολακόπουλο, Πεσματζόγλου, Ρεπούση, Κουλούρη καθώς και τα κραυγάζοντα δημοσιογραφικά απομεινάρια του Ιού της Ελευθεροτυπίας και των άλλων «εκσυγχρονιστικών αμερικανοϊσραηλινών φυλλάδων» τύπου Καθημερινής.

Χαιρετούμε τον ιστορικά ημίαιμο «Καθημερινό» ινστρούχτορα της Νεοταξικής κουλτούρας μια και αναρωτιέται «πως και τι» περί του«ολοκαυτώματος» (όχι, βεβαίως, του Εβραϊκού) αλλά του Ποντιακού, και των «γενοκτονιών» επί το γενικότερο και απαντούμε στο ερώτημα αν και γνωρίζουμε ότι ο «Πάσχων» Μανδραβέλης θα συνεχίζει να μεταφέρει, προσβάλλοντας βάναυσα ιστορία και δημοσιογραφία , μόνο όσα του υπαγορεύονται…

ΤΙ ΕΝΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΟ «ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ»
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.
Αποτελεί το βαρύτερο έγκλημα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, για το οποίο μάλιστα δεν υπάρχει παραγραφή.Η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε άμεσα ή έμμεσα τις άλλες δύο γενοκτονίες του αιώνα μας, των Εβραίων και Αρμενίων. Η γενοκτονία των Ποντίων έχει τις ίδιες ηθικές αναλογίες με αυτές των Εβραίων και των Αρμενίων, δυστυχώς όμως αποτελεί τη λιγότερο μνημονευόμενη και περισσότερο λησμονημένη από τους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς.

ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΙΑΠΡΑΧΤΗΚΕ Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ;
Ο Ποντιακός Ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση–γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.
Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.
Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.

Η ΝΕΟΤΟΥΡΚΟΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΟΝΤΩΣΗ
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ (1919 – 1923).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οργανωμένες επιθέσεις Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια περνούν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του Πόντου και της Μικράς Ασίας έρχονται καταγγελίες. Οι σποραδικές δολοφονίες αρχίζουν να αυξάνονται. Χωρικοί, που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους, βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι.
Οι διωγμοί εκδηλώθηκαν αρχικά με τη μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών. Φαίνονταν σαν να προέρχονταν από ανεύθυνα κυρίως στοιχεία. Πολύ γρήγορα όμως έγιναν συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο και κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής και εγκέφαλος αυτής της επιχείρησης της γενοκτονίας ήταν ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός των Εσωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με δικές του εντολές, που καλούσαν τις αρχές να μη δείχνουν κανένα έλεος και για τoυς χριστιανούς, εξαπολύθηκαν οι διωγμοί κατά των «ανεπιθύμητων» εθνοτήτων σε μια τεράστια έκταση.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάστηκε, σε ένδειξη πένθους, να κλείσει στις 15 Μαϊου 1914 όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία και να καταγγείλει στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς. Δεν κατάφερε όμως τίποτε γιατί κηρύχθηκε στο μεταξύ ο Α΄ Παγόσμιος πόλεμος, στον οποίο η Τουρκία έλαβε μέρος ως σύμμαχος της Γερμανίας, έχοντας πια την ευχέρεια να εφαρμόσει πλήρως το παλιότερο σχέδιο της εξόντωσης των χριστιανών.

ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: «Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα …»
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έφερε μια προσωρινή ανάπαυλα στο απάνθρωπο σχέδιο των Νεότουρκων. Η νέα τουρκική κυβέρνηση υποχρεώνεται από τις νικήτριες δυνάμεις να δώσει άδειες επιστροφής στους λίγους εξόριστους που είχαν απομείνει.
Το τελικό πλήγμα. Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.
Ελληνικός λαός – Προσφυγικός λαός … Τον επίλογο της τραγικής ποντιακής γενοκτονίας αποτελεί ο βίαιος ξεριζωμός των επιζώντων μετά τη νίκη της Τουρκίας. Με τη συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών έρχονται στην Ελλάδα και τα τελευταία ζωντανά υπολείμματα. Οι ξεριζωθέντες εγκαταλείπουν την πατρώα γη και όλα τα υπάρχοντά τους. Παίρνουν μαζί τους ιερά κειμήλια και λίγο χώμα από τη γη του Πόντου. Αφήνουν πίσω τη Μαύρη Θάλασσα και μπαίνουν στην Άσπρη Θάλασσα. Φτάνουν στην Ελλάδα.
Η προσφορά των Ελλήνων του Πόντου στο ελληνικό κράτος. Πάμφτωχοι, έχοντας αφήσει πίσω τους περιουσίες και πλούτη, έφτασαν ταλαιπωρημένοι από τις διώξεις, με το φόβο ακόμη ζωντανό μέσα τους, κι εγκαταστάθηκαν δίχως να χάσουν το θάρρος τους, εδώ κι εκεί στη νέα ελληνική πατρίδα. Σκόρπισαν σε χωριά και πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης, στους συνοικισμούς της πρωτεύουσας και σε άλλες περιοχές, με μοναδικό εφόδιο την αυτοπεποίθηση, την αισιοδοξία, την αγάπη στη γη και τα γράμματα ή τις τέχνες.
Αλλά και με την τραγική θέση της η Ιωνία ήλθε να διαδραματίσει τον εθνικό της ρόλο. Μοναδική αλλά και μεγάλη παρηγοριά ότι οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες, οι αιώνιοι Ακρίτες, θωράκισαν τη Μακεδονία και τη Θράκη. Περισσότεροι από 700.000 πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Ελλάδα. Οι Ίωνες, με μια πλούσια πολιτισμική και εθνική παράδοση, συνέβαλαν στην επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας.

Η Γαλλία και η «ποινικοποίηση της άρνησης».
Εγκρίθηκε από την Γαλλική εθνοσυνέλευση η πρόταση νόμου για την ποινικοποίηση της άρνησης της γενοκτονίας των Αρμενίων από τους Τούρκους. Πέντε χρόνια μετά από την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας η πρόταση νόμου έρχεται να πλαισιώσει την θεσμική κατοχύρωση του θλιβερού ιστορικού γεγονότος. Η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Νεότουρκους είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός για το γαλλικό κράτος…
Αλλά εδώ αξιοθρήνητε mister Mandravelis είναι, βλέπεις, Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε… Είθε να βρεθεί κάποιος να σε λυπηθεί!
Vasilis N. Triantafyllidis
(Harry Klynn)
Komninon 21, Kalamaria 55 131
—————————
klynn@otenet.gr
—————————
http://www.harry-klynn.gr

Από το πολύ καλό http://infognomonpolitics.blogspot.com

Οι Έλληνες στις συγκρούσεις του Καυκάσου. Ιστορική αναδρομή

… πόνεσα την αιώνια σταυρωνόμενη ράτσα μου που κιντύνευε και πάλι στο προμηθεϊκό βουνό του Καυκάσου. Δεν ήταν ο Προμηθέας, ήταν η Ελλάδα καρφωμένη πάλι από το Κράτος και τη Βία στον Καύκασο -αυτός είναι ο σταυρός ο δικός της- και φωνάζει. Φωνάζει τους ανθρώπους, τα παιδιά της να τη σώσουν

Νίκος Καζαντζάκης (”Καύκασος”, Αναφορά στον Γκρέκο)

 

 Αριστερά : 16 Αυγούστου 1993. Μια μοναδική φωτογραφία. Το πλοίο με τους Έλληνες πρόσφυγες από το Σοχούμι της Αμπχαζίας περνά μπροστά από την Αγιά Σοφιά και ο γέρο λυράρης παίζει το θρήνο της Άλωσης. Λες και τίποτα δεν άλλαξε από την περίοδο 1918-1923, όταν τα πλοία ”κατέβαζαν” μαζικά τους Έλληνες πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο προς τη βαλκανική Ελλάδα.

Δεξιά : Η παιδική ελληνική εφημερίδα “Εύρηκα” που εκδίδεται από το δραστήριο Ελληνικό Σύλλογο της πόλης Γκόρι.    

Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα σχετικό κείμενο απο το βιβλίο του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη, “Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου”.

 —————————–

   Ελληνίδες από το Σοχούμι που έχασαν τους άνδρες τους κατά τον πόλεμο Αμπχαζίων-Γεωργιανών (1992-1993)

Οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες (μισό εκατομμύριο πριν τη σοβιετική κατάρρευση) που κατοικούσαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση υπήρξαν φυσικός μάρτυς όλων των αντινομιών του νεοελληνικού φαινομένου από τη μια και όλων των μεγάλων εξελίξεων του 20ου αιώνα που έθεσαν τη σύγχρονη  γεωπολιτική σφραγίδα στην ευρύτερη περιοχή μας. Πληθυσμός μικρασιατικός κατά το κύριο μέρος, παρακολούθησε βήμα προς βήμα το ιδιότυπο σοβιετικό πείραμα από τη μια και τον τρόπο συγκρότησης του νεότερου ελληνισμού από την άλλη. Θύμα πρωτίστως της γενοκτονίας που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός στο γενέθλιο χώρο του μικρασιατικού Πόντου, καθώς και της αντιμειονοτικής πολιτικής του σταλινικού καθεστώτος στο σοβιετικό έδαφος στη συνέχεια. Και παρά πίσω η Ελλάδα, μια “μητέρα-πατρίδα” που τους αγνοούσε ολοκληρωτικά, παραδομένη στο μακάριο βαλκανικό και νατοϊκό της ύπνο.

Στις χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, στη Ρωσική Ομοσπονδία, στην Ουκρανία, στη Γεωργία, στην Αρμενία, στο Καζαχστάν, στο Ουζμπεκιστάν κ.ά. κατοικούν σήμερα περίπου 300.000 Έλληνες. ‘Αλλοι 170.000 περίπου έχουν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα ως “παλιννοστούντες” και 30.000 στην Κύπρο.

Ένας από τους βασικούς τόπους συγκέντρωσης των Ελλήνων είναι η Νότια Ρωσία και εδικώτερα οι περιοχές Σταυρούπολη (στο Βόρειο Καύκασο) και Κρασνοντάρ. Στις ρωσικές περιοχές του Βόρειου Καυκάσου ζούσαν οι περισότεροι από τους 90.000 Ελληνες (με βάση την τελευταία σοβιετική απογραφή του 1989) ενώ στη Γεωργία από τους 100.000 Έλληνες πρέπει να έχουν παραμένει οι 20.000. Πιθανότατα, ο πραγματικός αριθμός στη Νότια Ρωσία να υπερβαίνει τον επίσημο αριθμό. Τόσο γιατί πολλοί αναγκάστηκαν λόγω των σταλικών διώξεων να αλλάξουν την εθνοδήλωσή τους, όσο και γιατί πλήθος Ελλήνων προσφύγων από τις περιοχές του πολέμου του Καυκάσου καθώς και από την Κεντρική Ασία κατέφυγαν εκεί. Δεν υπάρχει πόλη που να μην συναντήσεις Ελληνες. Παντού έχουν δημιουργηθεί ελληνικοί σύλλογοι. Στην παραλιακή πόλη του Γελεντζίκ έγινε το Α’ Συνέδριο των Ελλήνων της ΕΣΣΔ ενώ η Σταυρούπολη, στο Κεντρικό Καύκασο αναδεικνύεται όλο και περισότερο σε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο των Ελλήνων της περιοχής. Η Ομοσπονδία των Ελληνικών Συλλόγων της Ρωσίας εδρεύει στην πόλη του Κρασνοντάρ, στα περίχωρα της οποίας υπήρχε μέχρι το 1938 η Αυτόνομη Ελληνική Περιοχή.

Σήμερα υπάρχει μια αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη του ελληνικού πληθυσμού. Έχουν εμφανιστεί Έλληνες βιομήχανοι και έμποροι, οι οποίοι στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ελληνική κίνηση στις περιοχές της νότιας Ρωσίας. Υπάρχουν όμως δύο περιοχές της Νότιας Ρωσίας, όπου οι Ελληνες βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση εξαιτίας των ενόπλων συγκρούσεων που ξέσπασαν. Τέτοιες περιοχές είναι η Τσετσενία και η Βόρεια Οσσετία. Οι ελληνικές κοινότητες επίσης ενεπλάκησαν και στους δύο άλλους πολέμους της περιοχής, στον αρμενο-αζερικό του Ναγκόρνο Καραμπάχ και στον γεωργιανο-αμπχαζικό της Αμπχαζίας.

Mετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ

Στις 24 Δεκεμβρίου του 1991 διαλύθηκε και τυπικά η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, παραχωρώντας τη θέση της σε ανεξάρτητα και κυρίαρχα κράτη. Την ημέρα αυτή έφτασε στο τέρμα μια ολόκληρη ιστορική περίοδος που ξεκίνησε στις 7 Νοεμβρίου του 1917, με την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους. Η κατάρρευση αποτέλεσε τη νομοτελειακή κατάληξη, εφόσον ο κύριος προσανατολισμός ήταν η στρατιωτική ισχύς του κράτους, η οποία συνοδεύτηκε από την αυθαιρεσία της γραφειοκρατίας, την έλλειψη προστασίας του πολίτη, τη μεταφορά του ενδιαφέροντος από την παραγωγή, με εξαίρεση το στρατιωτικοβιομηχανικό συγκρότημα, στην κατανομή. Βασικό πρόβλημα δημιουργούσε το ανεπίλυτο εθνικό ζήτημα, η τάση των διαφόρων εθνών να δημιουργήσουν τα δικά τους έθνη-κράτη και το πολύπλοκο διοικητικό σύστημα που υπήρχε. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού κινήματος και στη διαμόρφωση των ελληνικών κοινοτήτων. Η ενιαία ομοσπονδία όλων των ελληνικών οργανώσεων, που είχε τον τίτλο Πανσοβιετική Ομοσπονδία Ελληνικών Οργανώσεων “Πόντος” και πρόεδρο τον τότε δήμαρχο της Μόσχας Γαβριήλ Ποπόφ, αποδυναμώθηκε εξαιτίας της αποχώρησης των οργανώσεων της Γεωργίας, Καζακστάν και Ουκρανίας. Η ευρύτερη αναταραχή που είχε ξεσπάσει στο μετασοβιετικό χώρο δημιούργησε μεγάλα προβλήματα και στην εκπαίδευση των Ελλήνων. Για παράδειγμα, στην Αμπχαζία, όπου έγιναν οι πρώτες απόπειρες ανοίγματος ελληνικών σχολείων και από το 1988 λειτουργούσε το μοναδικό ελληνικό δημοτικό σχολείο, η ελληνική εκπαιδευτική κίνηση έπαψε λόγω του πολέμου. Το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπισαν, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Υπερκαυκασίας ήταν οι ένοπλες συγκρούσεις και το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας που επικρατούσε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, στη Γεωργία, πολλά ελληνικά σπίτια καταστράφηκαν και έξι άτομα σκοτώθηκαν από οπαδούς του Γκαμσαχούρντια και από ένοπλες συμμορίες. Σε επερώτηση στην ελληνική Βουλή αναφέρθηκε: “Οι εθνικιστές της Γεωργίας έχουν στρέψει το ρατσιστικό τους μένος εναντίον όλων των ξένων που κατοικούν στη Γεωργία… Η περιοχή της Τσάλκας, όπου υπάρχουν 30 περίπου χωριά με αμιγή ποντιακό πληθυσμό, είναι αποκλεισμένη και βρίσκεται στο στόχαστρο οπλισμένων φανατικών”.

Προβλήματα στον ελληνικό πληθυσμό, σε όλα τα νέα κράτη, προκάλεσε η στράτευσή τους στους ξεχωριστούς εθνικούς στρατούς. Χαρακτηριστική περίπτωση, που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος, είναι οι ελληνικές κοινότητες στη Μαριούπολη και το Τανγκανρόκ. Οι Έλληνες των δύο πόλεων, που απέχουν μεταξύ τους λίγο περισσότερο από 100 χλμ., έχουν την ίδια ακριβώς καταγωγή. Οι πόλεις όπου κατοικούν βρίσκονται στις δύο πλευρές των συνόρων. Η πρώτη στην Ουκρανία και η δεύτερη στη Ρωσία. Βρίσκονται πάνω στο δρόμο που οδηγεί στην Κριμαία και τα ελληνόπουλα είναι υποχρεωμένα, τα μεν πρώτα να καταταχθούν στον ουκρανικό στρατό ενώ τα δεύτερα στο ρωσικό, σε μια περιοχή όπου ο ρωσοουκρανικός ανταγωνισμός είναι εξαιρετικά οξύς. Η οικονομική κρίση επίσης επηρέασε αποφασιστικά τις ελληνικές κοινότητες. Την τραγική πολιτική και οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή το 1992 περιγράφουν οι ελληνικές οργανώσεις: “Συνεχίζεται η μεγάλη οικονομική και πολιτική κρίση. Κλείνουν τα εργοστάσια. Μεγαλώνει η ανεργία. Χειροτερεύει η υπάρχουσα άθλια κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ανθρώπων… Όλα αυτά ενισχύουν τις μεταναστευτικές διαθέσεις των Ελλήνων. Οι άνθρωποι αφήνουν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους, τα αγαθά που απόκτησαν όλα αυτά τα χρόνια και κατευθύνονται προς την Ελλάδα. Η πορεία της παλιννόστησης αποκτά τερατώδη μορφή όντας άκρως ανοργάνωτη, χαοτική, αυθόρμητη…”

Από τις περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης που βρέθηκαν στην πιο άσχημη κατάσταση ήταν η Υπερκαυκασία. Ξανάρχισε η επώδυνη διαδικασία δημιουργίας εθνών-κρατών, που είχε σταματήσει με την επικράτηση των μπολσεβίκων εβδομήντα χρόνια πριν. Κύριες εστίες πολέμου ήταν το Ναγκόρνο Καραμπάχ, η Αμπχαζία, η Νότια Οσετία και η Τσετσενία.

Οι Έλληνες της Υπερκαυκασίας δεν μετανάστευαν ή προσφυγοποιούνταν μόνο στην Ελλάδα και μερικοί στην Κύπρο. Χιλιάδες μετακινήθηκαν στη νότια Ρωσία, σπρωγμένοι από τους πολέμους που άρχισαν. Χιλιάδες Έλληνες από την Τσάλκα της κεντρικής Γεωργίας, την Αμπχάζια, το Ναγκόρνο Καραμπάχ και την Κεντρική Ασία εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στη νότια Ρωσία, όπου υπήρχε ηρεμία και οι ελληνικές οργανώσεις μπορούσαν να τους παράσχουν άσυλο. Χιλιάδες επίσης εκτοπισμένοι στη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία, παλιννόστησαν στις γενέθλιες περιοχές της Κριμαίας.

Στο Nαγκόρνο Καραμπάχ και στην Οσετία

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα, που εμφανίστηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 στη Σοβιετική Ένωση, ήταν το πρόβλημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η περιοχή αυτή, κατοικούμενη από Αρμένιους είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, που υπαγόταν όμως στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Στο χώρο αυτό υπήρχε ένα αμιγώς ελληνικό χωριό, το Μεχμανά και ένα μικτό, κατοικούμενο από Έλληνες και Αρμένιους, το Ματεκίς. Ιστορικά ο χώρος αυτός υπήρξε πεδίο του αρμενοτουρκικού ανταγωνισμού. Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων αποδόθηκε, με καθεστώς αυτονομίας, στο Αζερμπαϊτζάν. Οι ένοπλες συγκρούσεις ξεκίνησαν το 1986. Οι Αρμένιοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ενώ οι Αζέροι επεδίωκαν την πλήρη προσάρτησή του. Ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών έγινε η σφαγή των Αρμενίων στο Σουμγκάιτ του Αζερμπαϊτζάν. Πολλοί Έλληνες του Αζερμπαϊτζάν, φοβούμενοι επιθέσεις εναντίον τους, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Αρκετοί κατέφυγαν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου τους περιέθαλψε ο τοπικός ελληνικός σύλλογος που είχε δημιουργηθεί το 1988. Από το 1989 άρχισε η ένοπλη σύγκρουση, που οδήγησε στα πρόθυρα γενικευμένου πολέμου μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Δύο περιπτώσεις ένταξης στο στρατό του Ναγκόρνο Καραμπάχ εντόπισαν Έλληνες δημοσιογράφοι στην Αρμενία, είναι ο Πάρις Αιμοφρύδης και η Λήδα Θεοφυλαχτίδου, οι οποίοι είναι οργανωμένοι στον Αρμενικό Απελευθερωτικό Στρατό, το μεγαλύτερο στρατιωτικό ένοπλο σώμα στην Αρμενία και αγωνίζονται για την ανεξαρτησία της Αρμενίας και την υπεράσπιση του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Και οι δυο κατάγονται από το Αλαβερντί. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Αρμενίας είπαν: “Στο σύνολό του ο ελληνικός πληθυσμός της Αρμενίας υποστηρίζει τον αγώνα. Όμως ελάχιστοι συμμετέχουν, γιατί φοβούνται να μην δημιουργηθούν προβλήματα κατά τη μετάβασή τους στην Ελλάδα”. Αντίστοιχες περιπτώσεις Ελλήνων εμφανίζονται και στην Αρμενία. Στο στρατό του Ναγκόρνο Καραμπάχ εντάχθηκαν και Έλληνες. Υπήρχαν επίσης περιπτώσεις Ελλήνων από τη Γεωργία που κατατάχθηκαν εθελοντικά στο στρατό του Καραμπάχ για να βοηθήσουν με αυτό τον τρόπο τον ελληνικό πληθυσμό που κινδύνευε. Από αυτούς αναδείχτηκαν ακόμα και ήρωες πολέμου. Τον Αύγουστο του 1992, η κατάσταση οξύνθηκε και στην περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Σε επιθέσεις των Αζέρων καταστράφηκαν πολλά χωριά, μεταξύ των οποίων και το Μεχμανά. Για οκτώ μήνες, το ελληνικό χωριό μαζί με πολλά αρμενικά, ήταν στα χέρια των Αζέρων. Καταστράφηκαν συνολικά 33 ελληνικά σπίτια. Στο κέντρο του χωριού ήταν αναρτημένη η ελληνική σημαία. Ο πρόεδρος του χωριού ανέφερε για τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου: “Το χωριό μας σχεδόν καταστράφηκε. Δεν έχουμε ηλεκτρικό, συγκοινωνία, ένα τηλέφωνο να επικοινωνήσουμε. Περάσαμε δύσκολες ώρες από τις επιθέσεις των Αζέρων. Ζούσαμε μέσα σε ναρκοπέδια. Η εκκλησία έχει και αυτή καταστραφεί. Δεν έχουμε σχολεία και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο ενός άλλου χωριού σε απόσταση τεσσάρων ωρών. Θέλουμε να ξαναχτίσουμε το χωριό. Κρατάμε την ελληνική γλώσσα και τα έθιμα και όταν ακούω τη λέξη Ελλάδα, η καρδιά μου τρέμει.”

Τελικά οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, κατάφεραν να εκδιώξουν τους επιτιθέμενους. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής στην πλειονότητά τους προσφυγοποιήθηκαν. Εμπόδια συνάντησαν από τις τοπικές αρχές, οι οποίες δεν επιθυμούσαν την αναχώρησή τους, με το επιχείρημα ότι δεν έπρεπε να εξασθενίσει ο χριστιανικός χαρακτήρας της περιοχής. Μια ομάδα Ελλήνων, εικοσιπέντε ελληνικές οικογένειες του χωριού Μεχμανά της περιφέρειας Μαρτακέρτ του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να τους παραχωρήσει άσυλο πολέμου. Αντίστοιχη δήλωση κατέθεσαν και στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Καραμπάχ, τονίζοντας ότι το αίτημα απόδοσης ασύλου πολέμου από την Ελλάδα έγινε ως ένδειξη διαμαρτυρίας, γιατί η παγκόσμια κοινότητα παρέβλεπε τα συμφέροντα των Αρμενίων και των Ελλήνων της Δημοκρατίας του Καραμπάχ. Τελικά οι περισσότεροι Έλληνες κάτοικοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Στεπανακέρτ, πρωτεύουσα του Ναγκόρνο Καραμπάχ, στην Ελλάδα, στην Αρμενία και στη νότια Ρωσία. Στην Ελλάδα υπήρξε πρόβλεψη για απλοποίηση των διαδικασιών μετακίνησης προς αυτήν και ένταξης, κατά προτεραιότητα, στα προγράμματα αποκατάστασης που υπήρχαν τότε. Οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν κυρίως στη Φλώρινα. Στο Μεχμανά παρέμειναν 30 άτομα. Το ελληνικό σχολείο του χωριού έκλεισε όταν πέθανε η δασκάλα. Η ελπίδα των κατοίκων ήταν η ανοικοδόμηση του χωριού και η επιστροφή των προσφύγων. Κίνηση αλληλεγγύης προς τους Έλληνες του χωριού οργάνωσε η εφημερίδα Γνώμη της Αλεξανδρούπολης και η οργάνωση “Γιατροί του κόσμου”. Κατάφεραν να ευαισθητοποιήσουν τους κατοίκους του νομού Έβρου, οι οποίοι προσέφεραν τρόφιμα και ρούχα, μια γεννήτρια για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, μια τηλεόραση με δορυφορική κεραία για να παρακολουθούν την ελληνική τηλεόραση και ένα τρακτέρ για τις γεωργικές εργασίες τους. Η αποστολή κατάφερε να μεταβεί στο Ναγκόρνο Καραμπάχ με την παρέμβαση του ελληνικής καταγωγής υφυπουργού Απόδημου Αρμενικού Πληθυσμού της αρμενικής κυβέρνησης του Εριβάν, Έντουαρντ Πολάτοφ. Η είσοδος για του ξένους υπηκόους ήταν απαγορευμένη στην περιοχή, γιατί τυπικά βρισκόταν ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση.

 

Πρόβλημα από τους πολέμους που είχαν ξεσπάσει είχαν και οι Έλληνες της Βόρειας Οσετίας, η οποία συνόρευε με την Τσετσενο-ιγκουσέτια. Στο Βλαδικαυκάς, πρωτεύουσα της Βόρειας Οσετίας, κατοικούσαν 5.000 Έλληνες. Η πρώτη σύγκρουση στην ευρύτερη περιοχή ξεκίνησε μεταξύ Τσετσένων και Ινγκουσίων και αφορούσε στο διαχωρισμό των εθνικών τους περιοχών. Στη συνέχεια προστέθηκε η σύγκρουση στη Νότια Οσετία, που υπαγόταν στη Γεωργία, με τη σύγκρουση μεταξύ Γεωργιανών και Οσετίνων. Εκατοντάδες ήταν οι νεκροί των δύο αυτών συγκρούσεων και χιλιάδες οι πρόσφυγες. Ο φόβος φώλιασε βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Οι Έλληνες, με νωπές ακόμα τις μνήμες των σταλινικών διώξεων, είχαν το αίσθημα ότι στην περιοχή αυτή δεν έχουν μέλλον.

Στην Αμπχαζία

Η μεγαλύτερη όμως εμπλοκή των Ελλήνων στις ένοπλες συγκρούσεις του Καυκάσου, υπήρξε στην Αμπχαζία. Στην Αμπχαζία κατοικούσαν 15.000 Έλληνες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είχαν επιστρέψει από την Κεντρική Ασία, όπου είχαν εκτοπιστεί το 1949. Η Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας. Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος-κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους. Η σύγκρουση των Γεωργιανών με τους Αμπχάζιους χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Η νέα σύγκρουση ξεκίνησε με αφορμή την προσπάθεια των Γεωργιανών να ιδρύσουν στο Σοχούμι, όπου υπήρχε ήδη το πανεπιστήμιο της Αμπχαζίας, γεωργιανό πανεπιστήμιο. Η αντίθεση των Αμπχαζίων και η επιμονή των Γεωργιανών οδήγησε στις πρώτες συγκρούσεις με θύματα και από τις δύο πλευρές. H όξυνση των γεγονότων στην Αμπχαζία οδήγησε 1.400 Έλληνες της περιοχής να προβούν τον Μάιο του 1992 σε έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση, στην οποία δήλωναν ότι: “Ο ελληνικός πληθυσμός σ’ αυτή την περιοχή δεν μπορεί να πάρει μέρος στην σύγκρουση, ούτε να λάβη θέση υπέρ καμιάς πλευράς”. Ανέφεραν ότι συνέχεια οι ντόπιοι τους έδιναν να καταλάβουν ότι η πατρίδα τους είναι η Ελλάδα. Ζητούσαν να τεθούν υπό την προστασία της ελληνικής κυβέρνησης και να χαρακτηριστούν “πρόσφυγες”.

 

 

 

 

 (Ο ακραίος γεωργιανικός εθνικισμός στην περιοχή του Καυκάσου λειτούργησε ιδεοληπτικά και ανορθολογικά, τόσο στην περίπτωση του Γκαμσαχουσρντία όσο και στην περίπτωση Σαακασβίλι, με αποτέλεσμα να απωλέσουν οι Γεωργιανοί οριστικά την Αμπχαζία και τη Ν. Οσετία)

 

Η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε στην αρχή του καλοκαιριού του 1992, όταν στάλθηκε γεωργιανός στρατός στο Σοχούμι. Οι Έλληνες της περιοχής βρέθηκαν στο μέσο των μαχών. Διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, παρότι συναισθηματικά υποστήριζαν τους Αμπχάζιους. Οι Αμπχάζιοι, παρότι ήταν μόνο το 17% του συνολικού πληθυσμού της Αμπχαζίας, κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τις περισσότερες εθνικές ομάδες της περιοχής, συγκροτώντας έτσι ένα ευρύ αντιγεωργιανό μέτωπο. Υποστηρίχθηκαν επίσης από την Ομοσπονδία των Ορεινών Λαών του Καυκάσου, που είχε ως στόχο την επαναφορά του status quo που υπήρχε πριν την κατάληψη της περιοχής από τους Ρώσους το 19ο αιώνα. Αρχικά και οι δύο πλευρές, ειδικά οι Γεωργιανοί, σεβάστηκαν την ουδετερότητα των Ελλήνων. Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις στρατολόγησης νέων Ελλήνων στις περιοχές που ήλεγχε ο καθένας από τους συγκρουόμενους. Η ουδετερότητα που έδειξαν οι Γεωργιανοί απέναντι στους Έλληνες αποδείχθηκε στην περιοχή της Γάγγρας, όπου κατά τη διάρκεια των σκληρών μαχών που έγιναν για την κατάληψή της, τα γεωργιανά στρατεύματα δε βιαιοπράγησαν κατά των Ελλήνων, ενώ φέρθηκαν πολύ άσχημα στους Αμπχάζιους και Αρμένιους της περιοχής. Οι Έλληνες της Γάγγρας εκτιμούν ότι πρέπει να υπήρχε διαταγή για καλή συμπεριφορά προς τους Έλληνες. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους στρατιώτες να λεηλατήσουν ελληνικά σπίτια και να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία Ελλήνων. Με την έναρξη των συγκρούσεων οι ρωσικές εφημερίδες δημοσίευσαν την είδηση ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μεριμνήσει για την μεταφορά των εγκλωβισμένων Ελλήνων και ειδικά των παιδιών. Ως αποτέλεσμα της είδησης αυτής, οι Έλληνες της πόλης κατέβαιναν κάθε μέρα στο λιμάνι περιμένοντας το πλοίο, το οποίο έφτασε μετά από 14 μήνες.

 

Οι Έλληνες της Αμπχαζίας κατέφυγαν σε μεγάλο βαθμό ως πρόσφυγες στην κεντρική Γεωργία, στη νότια Ρωσία και στο Καζακστάν. Η μεγάλη αποχώρηση του πληθυσμού της πόλης του Σοχούμι έγινε με την επίβλεψη του ρωσικού στρατού, ο οποίος με βάση τη συμφωνία διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, είχε την αποκλειστική ευθύνη της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων όλων των νέων κρατών. Έλεγχο έκαναν επίσης και οι στρατιώτες του εθνικού στρατού της Γεωργίας. Καθημερινά συγκεντρώνονταν 5-10.000 άτομα στο λιμάνι και αναχωρούσαν με κάθε είδους πλοιάριο για το Σότσι και το Νοβοροσίσκ της νότιας Ρωσίας, για το Πότι της Γεωργίας και για το Βατούμι της Ατζαρίας (Αυτόνομη Δημοκρατία ενταγμένη στη Γεωργία). Πρακτικά, ήταν αδύνατο με τις συνθήκες αυτές να αναχωρήσουν τα παιδιά και οι γέροντες. Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Γεωργίας κατήγγειλε ότι τους κρίσιμους επτά μήνες καμιά επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία δεν επισκέφτηκε τη Γεωργία, με αποτέλεσμα “… να αναγκαστούμε να ζητήσουμε βοήθεια από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό”.

Σύντομα στο Σοχούμι εμφανίστηκαν παρακρατικές ομάδες, οι οποίες λεηλατούσαν και έκλεβαν τον άμαχο πληθυσμό. Παρουσιάστηκαν περιπτώσεις απαγωγής Ελλήνων με σκοπό τα λύτρα, καθώς και επιθέσεις των οργανωμένων παραστρατιωτικών ομάδων στα ελληνικά χωριά. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι αυτό του χωριού Γεώργιεφκα, όπου, αφού η ομάδα των ληστών επισκέφτηκε την ελληνική εκκλησία και προσευχήθηκε, άρχισε τις ληστείες και τις βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων. Επίσης πολλά κρούσματα ληστειών και βιασμών σημειώθηκαν μέσα στην ίδια την πόλη του Σοχούμι. Οι Έλληνες αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο αυτών των επιθέσεων, γιατί υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν εύπορη ομάδα, η οποία ενισχυόταν οικονομικά από συγγενείς που ζούσαν στην Ελλάδα. Οι ληστές συνήθως βασάνιζαν τα θύματά τους, για να τους παραδώσουν τα χρήματα και τα διάφορα τιμαλφή.

Οι περιουσίες των Ελλήνων βρέθηκαν στο έλεος των φανατικών παραστρατιωτικών ομάδων. Σε μια περίπτωση στάλθηκε επιστολή διαμαρτυρίας προς στον Ε. Σεβαρνάτζε, στην οποία καταγγέλθηκε ότι: “Η επίθεση και η κατάκτηση και η ληστεία των περιουσιών των Ελλήνων πολιτών στην πόλη Σοχούμι γίνεται όλο και πιο συχνά. Το θέμα έφτασε μέχρι την κατευθείαν απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας”. Περιγράφηκε ο τρόπος κατάληψης: “… η σιδερένια πόρτα της εισόδου παραβιάστηκε με οξυγονοκόλληση υπό την προστασία της εθνοφρουράς. Μετά, σ’ αυτό το διαμέρισμα εγκαταστάθηκε οικογένεια Γεωργιανών, την οποία και μέχρι τώρα προστατεύουν οι στρατιώτες του γεωργιανού κράτους”. H συγκεκριμένη πράξη παραλληλίστηκε με τις απαλλοτριώσεις 20.000 ελληνικών σπιτιών, που έγιναν στην Αμπχαζία το 1949, όταν εκτοπίστηκαν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία. Η διαφορά των δύο ληστειών, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι ότι η πρώτη γινόταν “… κάτω από τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού”, ενώ η δεύτερη κάτω από τη σημαία του εθνικισμού. Σημαντική καταστροφή προκάλεσαν οι ομάδες αυτές με την πυρπόληση του Ιστορικού Αρχείου του Σοχούμι. Το Αρχείο καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα την απώλεια του μόνου, σχετικά πλήρους, σώματος της εφημερίδας Κόκκινος Καπνας που υπήρχε στον Καύκασο, καθώς και πολύτιμων ελληνικών βιβλίων του μεσοπολέμου. Μαζί τους καταστράφηκαν και όλες οι πηγές για την ιστορία της περιοχής.

Σε απόφαση έκτακτης σύσκεψης προέδρων έξι συλλόγων προσφύγων απ’ όλη την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 1η Νοεμβρίου 1992, καταγγέλθηκε ότι: “Στην Αμπχαζία και άλλα μέρη της Γεωργίας υπάρχουν θύματα, κλοπές, λεηλασίες, καταλήψεις οικιών… Υπάρχει πείνα. Δυσχέρειες στην επικοινωνία. Δεν υπάρχουν καύσιμα. Έρχεται ο χειμώνας. Τι θα γίνει;” Η σύσκεψη ζητούσε από το ελληνικό κράτος ” … να τεθούν υπό καθεστώς προσφύγων όσοι Έλληνες κατορθώσουν να έρθουν από την Αμπχαζία. Άμεση συμπαράσταση με εξασφάλιση στέγης και επιδομάτων. Αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας και ιατροφαρμακευτική στους εγκλωβισμένους Έλληνες της Αμπχαζίας (εάν είναι δυνατόν να σταλεί οργανωμένη ανθρωπιστική βοήθεια σε όλη τη Γεωργία)”. Παρόμοια έκκληση έφτασε στην Ελλάδα από το Βατούμι. Ο ελληνικός σύλλογος της πόλης διεκτραγωδούσε την κατάσταση των 1.000 Ελλήνων προσφύγων από το Σοχούμι που είχαν καταφύγει εκεί, έχοντας χάσει τα πάντα στον πόλεμο και περιμένοντας την ελληνική βοήθεια. Χαρακτήριζε την πολιτική που υπέστησαν στο Σοχούμι “γενοκτονία” και καλούσε όλους τους Έλληνες, απ’ όλο τον κόσμο, να συνδράμουν την προσπάθεια περίθαλψης των προσφύγων. Μεταξύ άλλων στην έκκληση γράφεται: “Σήμερα στη Γεωργία μαίνεται φοβερός πόλεμος, χύνεται το αίμα των Ελλήνων ομοεθνών μας, χάνονται γέροι, γυναίκες και παιδιά. 1.000 Έλληνες -πρόσφυγες από την Αμπχαζία- εγκαταλείπουν το βιός πολλών γενεών, τα νοικοκυριά και τα σπίτια τους χωρίς μέσα διαβίωσης για να σώσουν τη ζωή τους. Κατευθύνθηκαν στο Βατούμι για να μεταβούν αργότερα στην Ελλάδα μέσω της γειτονικής Τουρκίας. Είναι δύσκολο να περιγραφούν τα πάθη των. Σε μια στιγμή έχασαν τα πάντα, πολλούς συγγενείς και μόλις πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους και να σώσουν τη ζωή τους. Αλλά το πιο δύσκολο ακόμα είναι να βλέπεις να κλαίνε οι μητέρες, παππούδες, γιαγιάδες. Η γενοκτονία των Ποντίων Ελλήνων συνεχίζεται, τους σκοτώνουν, τους κλέβουν, τους βιάζουν….”

 (Βομβαρδισμένη ελληνική οικία στο Σοχούμι)

Σε έκκληση, που έστειλε στην Ελλάδα η Πανσοβιετική Ομοσπονδία Ελληνικών Οργανώσεων “Ο Πόντος”, με την υπογραφή του Γαβριήλ Ποπόφ, αναφερόταν ότι στην Αμπχαζία υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον ελληνικό πληθυσμό. Ότι δεν υπήρχαν πλέον πόροι επιβίωσης και ότι διακόσιες ελληνικές οικογένειες βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση. Η Ομοσπονδία ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση “… να σταλεί καράβι από την Ελλάδα για να πάρει 600-700 άτομα”.

Κορυφαία διαμαρτυρία των Ποντίων της Ελλάδας υπήρξε η συγκέντρωση και η πορεία 5.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας, τον Απρίλιο του 1993 με βασικό σύνθημα “Απομάκρυνση των Ελλήνων από την Αμπχαζία. Τώρα!”. Παράλληλα εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε άμεση δράση. Η πολιτική ηγεσία, με πρωτοβουλία της τότε υφυπουργού Εξωτερικών Βιργινίας Τσουδερού, αποφάσισε τελικά την απομάκρυνση των Ελλήνων, που είχαν εγκλωβιστεί στην περιοχή του Σοχούμι. Κατ’ αρχάς, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στο Σότσι της νότιας Ρωσίας. Στη συνέχεια οργανώθηκε η βασική επιχείρηση απομάκρυνσης των εγκλωβισμένων Ελλήνων από το Σοχούμι, το οποίο βρισκόταν υπό γεωργιανή κυριαρχία και ήταν περικυκλωμένο από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων.

 

 

 

 

 

(το ελληνικό πλοίο έχει δέσει στο λιμάνι του Σοχουμιού και έχει αρχίσει η επιβίβαση των προσφύγων)

 

 

Για την επιχείρηση απομάκρυνσης των προσφύγων χρησιμοποιήθηκε το πλοίο Viscountess της εταιρείας Marlines. Το πρωί της 15ης Αυγούστου το πλοίο έφτασε στο λιμάνι του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες περίμεναν ήδη στην προβλήτα και επιβιβάστηκαν 1.013 άτομα. Πίσω, στην περιφέρεια του Σοχούμι, έμεινε πλήθος Ελλήνων. Πολλοί δεν αναχώρησαν γιατί δεν άντεχαν την κοινωνική υποβάθμιση που συνεπαγόταν η προσφυγοποίηση. Άλλοι γιατί περίμεναν ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νοικοκυριό τους στο έλεος των συμμοριών. Μερικοί γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους γέροντες γονείς τους.

 (Οι Έλληνες πρόσφυγες περιμένουν στο λιμάνι του Σοχούμι να επιβιβαστούν στο πλοίο της σωτηρίας τους)

Ήταν η τέταρτη κατά σειρά προσφυγιά που βίωνε ο πληθυσμός αυτός μέσα σε εβδομήντα χρόνια. Υπολογίζεται ότι οι Έλληνες νεκροί σε όλη την Αμπχαζία ξεπερνούσαν τους 200. Σε μια πρόχειρη συγκέντρωση στοιχείων, που έγινε από το συγγραφέα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επιστροφής του πλοίου από την Αμπχαζία, καταγράφηκαν 52 νεκροί από το Σοχούμι. Απ’ αυτούς οι 30 δολοφονήθηκαν από τις παρακρατικές ομάδες και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν από τους βομβαρδισμούς. Υπήρχαν επίσης και σκοτωμένοι στις μάχες. Πρόχειρα καταμετρήθηκαν τρεις από την αμπχαζιανή πλευρά και πέντε από τη γεωργιανή. Όσοι Έλληνες σκοτώθηκαν πολεμώντας στις τάξεις του αμπχαζιανού στρατού κατάγονταν από την Αμπχαζία, ενώ οι σκοτωμένοι στις τάξεις του γεωργιανού στρατού προέρχονταν από την κεντρική Γεωργία. Από έρευνα που έγινε πάνω στο πλοίο, κατά τη διάρκεια της επιστροφής, εξήχθησαν ενδιαφέροντα συμπεράσματα: Το 83% είχε εξοριστεί στην Κεντρική Ασία από τους σταλινικούς και επανεγκαταστάθηκε στην Αμπχαζία μετά την αποσταλινοποίηση, ξεκινώντας πάλι από το μηδέν. Το 46% των οικογενειών έπεσε θύμα ληστείας, ενώ οι κατοικίες του 45% υπέστησαν ολικές ή μερικές καταστροφές. Η πλειοψηφία των αρχηγών των προσφυγικών αυτών οικογενειών είχε γεννηθεί στο Σοχούμι και στα γύρω χωριά. Ένα 13% είχε γεννηθεί στο Καζακστάν, όπου είχαν εξοριστεί. Από το δείγμα που μελετήθηκε, το 60% των οικογενειών είχαν εκτοπιστεί το 1949 στην Κεντρική Ασία. Ένα 23% δεν απάντησε, μάλλον φοβούμενο. Το υπόλοιπο αποτελούταν κυρίως από νέα άτομα, τα οποία είχαν γεννηθεί στο Σοχούμι. Οι εξορισμένοι είχαν μεταφερθεί σε ποσοστό 70% στο Καζακστάν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αμπχαζίας, υπέστησαν ζημιές τα σπίτια του 48% του συνόλου. Απ’ αυτά καταστράφηκε πλήρως το 53%, ενώ το 47% υπέστη μερικές ζημιές (δηλαδή έσπασαν όλα τα τζάμια ή καταστράφηκε μόνο το ένα δωμάτιο κ.λπ.). Στις οικογένειες που μελετήθηκαν έγιναν 290 πράξεις βίας. Οι πράξεις βίας κατανέμονται ως εξής: 46% κλοπή οικοσκευής, 39% κλοπή χρημάτων και κοσμημάτων και 15% κλοπή αυτοκινήτου. Μεταξύ των προσφύγων που ταξίδεψαν με το πλοίο υπήρχαν πάρα πολλά μεμονωμένα άτομα ή ζευγάρια. Αυτό οφείλεται στο ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είχαν φύγει από την Αμπχαζία. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι γονείς αγνοούσαν αν τα παιδιά τους είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, τη Ρωσία και σε πιο ακριβώς μέρος. Πολυπληθέστερες ήταν οι τριμελείς οικογένειες, οι οποίες κατελάμβαναν την τρίτη θέση, ως προς τον απόλυτο αριθμό οικογενειών.

 (Η γραμμή ελέγχου των Γεωργιανών στην προκυμαία)

 

Μετά την αναχώρηση του πλοίου παρουσιάστηκαν κρούσματα επιθέσεων από Γεωργιανούς παρακρατικούς. Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης συνεχίστηκαν. Έτσι λίγο αργότερα μετέβη στο Σοχούμι αεροπλάνο, το οποίο παρέλαβε και άλλους πρόσφυγες, ενώ αναχωρήσεις προσφύγων οργανώθηκαν από το Σότσι με λεωφορεία και από την Τιφλίδα αεροπορικώς.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1993, το Σοχούμι καταλήφθηκε, μέσα σε λουτρό αίματος. Ο πρόεδρος της Γεωργίας Έντβαρντ Σεβαρνάτζε, μόλις γλύτωσε τη σύλληψη από τους Αμπχάζιους αυτονομιστές. Χιλιάδες Γεωργιανοί από το Σοχούμι κατάφεραν να εγκαταλείψουν την πόλη, με την κάλυψη του ρώσικου στρατού, για να προστεθούν στο συνολικό όγκο των Γεωργιανών προσφύγων απ’ όλη την Αμπχαζία που ανέρχονταν σε 200.000 άτομα.

Τις πρώτες μέρες μετά την κατάληψη, όταν στην πόλη κυριαρχούσαν οι άτακτες ομάδες του αμπχαζιανού μετώπου, αρκετοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους. Ο Γιώργος Ξεμύτοφ, ο οποίος έμεινε στο Σοχούμι καθόλη τη διάρκεια του πολέμου περιγράφει ως εξής την κατάσταση: “Ήταν οι μέρες του Σεπτεμβρίου, οπότε καταστράφηκε το Σοχούμι και γέμισε η πόλη μας νεκρούς. Τα πτώματα ήταν στοιβαγμένα στους δρόμους για μέρες. Ξεχασμένα από θεούς και ανθρώπους. Και μόνο τα σκυλιά νοιάστηκαν, που μετά τις μάχες αναθάρρησαν και βγήκαν από τις κρυψώνες τους να φάνε.” Οι εκτιμήσεις των Ελλήνων της περιοχής ανεβάζουν τον αριθμό σε 50. Η Αμπχαζία ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος, προστιθέμενη με τον τρόπο αυτό στην κατηγορία που ήταν ήδη ενταγμένο το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Δηλαδή κράτος που προέκυψε με πόλεμο, αμφισβητώντας τα εσωτερικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης. Στη νέα κυβέρνηση των Αμπχαζίων δόθηκαν δύο υπουργεία στους Έλληνες. Οι ποντιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, με παρέμβασή τους στην κυβέρνηση στις 11 Οκτωβρίου ζήτησαν, την άμεση αποστολή διπλωματικής αντιπροσωπείας, τόσο στη Γεωργία όσο και στην Αμπχαζία, για να ζητήσει την προστασία των χιλιάδων Ποντίων προσφύγων που ζούσαν εκεί. Το πιο σοβαρό επεισόδιο από τη δράση των ανεξέλεγκτων αμπχαζιανών ομάδων συνέβη στις 4 Νοεμβρίου 1993, όταν επιτέθηκαν στο ελληνικό χωριό Όντισι (πρώην Άκαπα και μετά Κωνσταντίνοφκα) και δολοφόνησαν δεκαοκτώ Έλληνες. Μαζί τους δολοφόνησαν δύο Αρμένιους και έναν Αμπχάζιο. Οι πρώτες δολοφονίες έγιναν στα χωράφια και συνεχίστηκαν στο χωριό. Στη συνέχεια οι δολοφόνοι συγκέντρωσαν τα πτώματα σε ένα σπίτι και τα έκαψαν. Oι πληροφορίες που έφτασαν στην Ελλάδα ανέφεραν, κατ’ αρχάς, ότι το έγκλημα διαπράχτηκε από ομάδα Τσερκέζων, η οποία πολέμησε στο πλευρό του αμπχαζιανού μετώπου, όπως και άλλες ομάδες από τα μουσουλμανικά έθνη του Βόρειου Καυκάσου. Τελικά όμως αποδείχτηκε ότι οι εκτελεστές ήταν μια πολυεθνική ομάδα κακοπ¬οιών, μισθοφόρων στον αμπχαζιανό στρατό. Η ομάδα αποτελούταν από ένα Ρώσο, έναν Τσετσένο (μουσουλμάνος του Βόρειου Καυκάσου), έναν Καρατσάι (μουσουλ¬μάνος και τουρκόφωνος του Βόρειου Καυκάσου), έναν Έλληνα και ένα Γερμανό του Βόλγα. Η σφαγή ήταν προμελετημένη και αφορούσε στην αίσθηση περί λαφύρων που είχαν οι φιλοαμπχαζιανές άτακτες ομάδες. Οι δολοφόνοι εκτέλεσαν το φρικιαστικό έργο για να εκκαθαρίσουν την περιοχή από τους Έλληνες και να εγκατασταθούν οι ίδιοι. Όντως, οι δολοφόνοι εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στο χωριό, για να συλληφθούν αρκετές μέρες αργότερα από τον στρατό των Αμπχαζίων. Οι μαζικές δολοφονίες συνεχίστηκαν στο χωριό Τσεμπελτά, όπου βρήκαν το θάνατο άλλοι πέντε Έλληνες. Οι δολοφόνοι αυτή τη φορά ήταν Σβάνοι ληστές.

Οι πρόσφυγες θρήνησαν τη σφαγή στην Κωνσταντίνοφκα:

Ας λέγω σας, ε! παιδία
ντο έντον σην Αμπχαζία:
Εκεί τ’ ανθρώπς εσέρεψαν
και εδεκαν α’τ’ς φωτία.
Αχ! κατάρα, βαχ! κατάρα,
πολλοί άνθρωπ’ τον πόλεμον
είδαν και εχπαράγαν.

 (Το πλοίο με τους πρόσφυγες περνά το Βόσπορο στις 16 Αυγούστου του ‘93)

 

Οι πράξεις αυτές και η αδράνεια που παρατηρήθηκε από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων, οι οποίες κατήγγειλαν την έλλειψη ενδιαφέροντος και απαίτησαν την άμεση κρατική παρέμβαση στους διεθνείς οργανισμούς, για προστασία των 2.000 Ελλήνων που είχαν παραμείνει στην Αμπχαζία, την αποστολή στρατιωτικών παρατηρητών με την κάλυψη του ΟΗΕ και τη διοργάνωση νέας επιχείρησης απομάκρυνσης των Ελλήνων από την επικίνδυνη περιοχή. Στη συνέχεια το υπουργείο Εξωτερικών προέβη σε διαμαρτυρία, μέσω της συνάντησης του προξένου στη Μόσχα με αντιπροσωπεία των Αμπχαζίων, ο Τύπος κάλυψε ουσιαστικά το θέμα και κατατέθηκε επερώτηση στο Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Toν Ιανουάριο του 1994, επισκέφτηκε την περιοχή της Αμπχαζίας ο γενικός γραμματέας της οργάνωσης Διεθνής Ομοσπονδία για την Προάσπιση των Εθνικών, Θρησκευτικών, Γλωσσικών και άλλων Μειονοτήτων, ο οποίος έτυχε να είναι Έλληνας. Σε έγγραφό του προς την ελληνική κυβέρνηση, περιέγραψε την απελπιστική κατάσταση των Ελλήνων που συνάντησε και ζήτησε, ματαίως, τη συνδρομή της Ελλάδας. Η επιστολή του γ.γ. Μενέλαου Γ. Τζέλιου τέλειωνε με τα εξής λόγια: “Κύριε Υπουργέ, τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδος στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στην βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας”.

Στην Τσετσενία

Η νεότερη εστία πολέμου στον Καύκασο εμφανίστηκε στην Τσετσενία, η οποία ήταν Αυτόνομη Δημοκρατία, ενταγμένη όμως στη Ρωσία. Το 1992 ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, σε αντίθεση με τη θέληση της Ρωσίας. . Η Τουρκία, η οποία είχε παραδοσιακούς δεσμούς με τις μουσουλμανικές εθνότητες του Καυκάσου και φιλοξενούσε στο έδαφός της δεκάδες χιλιάδες άτομα τσετσενικής καταγωγής, απογόνους των προσφύγων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετά την κατάληψη της πατρίδας τους από τους Ρώσους στις αρχές του 19ου αιώνα, βοήθησε το τσετσενικό κίνημα. Ένα από τα μέτρα που πήρε, ήταν η φιλοξενία προσφύγων στην κατεχόμενη Κύπρο. Η πληροφορία αυτή μεταδόθηκε από το Radio Liberty του Μονάχου και ακούστηκε στη Μόσχα. Με βάση τη ραδιοφωνική αυτή ενημέρωση, τρεις Τσετσένοι πρόσφυγες πήγαν στην Κυπριακή πρεσβεία της Μόσχας και ρώτησαν σχετικά: “Επειδή όπως είπαν άκουσαν στο ραδιόφωνο, ότι η Κύπρος θα φιλοξενήσει πρόσφυγες.”

Στην Τσετσενία, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ζούσαν 1.000-1.500 Έλληνες. Υπήρχε και Ελληνικός Σύλλογος στην πρωτεύουσα Γκρόζνι. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Τσετσένους ήταν πολύ καλές, εφόσον τα δύο έθνη συνδέονταν με τις κοινές μνήμες των μαζικών σταλινικών διωγμών της δεκαετίας του ‘40. Οι Τσετσένοι αποκαλούσαν “αδελφούς” τους Έλληνες, λόγω της κοινής ιστορικής εμπειρίας της εκτόπισης. Η πλειοψηφία των Ελλήνων της Τσετσενίας, φοβούμενη τις εξελίξεις άρχισε να φεύγει μετά το 1992 στη νότια Ρωσία και στην Ελλάδα. Την περίοδο που εμφανίστηκε ο ρωσικός στρατός και άρχισαν οι συγκρούσεις, έμεναν περίπου 200-250 Έλληνες στην περιοχή. Ο ακριβής αριθμός τους ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί. Όσοι μπόρεσαν έφυγαν από την επικίνδυνη ζώνη. Ένδεκα άτομα που κατέφυγαν στην ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα πήραν αμέσως άδεια παλιννόστησης. Άλλοι κατέφυγαν στο Βλαδικαυκάς της Βόρειας Οσετίας, όπου κατοικούσαν 5.000 Έλληνες και ήταν οργανωμένοι στον “Ελληνικό Σύλλογο Φοίνιξ”, άλλοι κατέφυγαν στην Μαχατσκαλά, πρωτεύουσα του Νταγεστάν που βρίσκεται στην Κασπία Θάλασσα φιλοξενούμενοι από τους συγγενείς τους ή άλλους ομογενείς. Έλληνες επίσης διέφυγαν μαζί με τους Τσετσένους στα βουνά, ενώ άρχισαν οι βομβαρδισμοί της πόλης από το ρωσικό στρατό. Εκατόν πενήντα είχαν καταφύγει σε κοντινές προς το Γκρόζνι περιοχές. Οι εκτιμήσεις από τη Μόσχα ανέβαζαν τους εγκλωβισμέ¬νους Έλληνες του Γκρόζνι σε 110. Τις πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη εγκλωβισμένων Ελλήνων, τις έδωσαν τρεις Ελληνίδες πρόσφυγες από το Γκρόζνι που κατέφυγαν στη Μόσχα μέσω Ναζράν, πρωτεύουσας της Ινγκουσέτιας, με τη βοήθεια ενός “μεταναστευτικού λεωφορείου”, που μάζευε τους Ινγκούσιους του Γκρόζνι. Μια απ’ αυτές, η Κατερίνα Ιωαννίδη, ήταν η Ελληνίδα δασκάλα στο Γκρόζνι. Αυτές έδωσαν κατάλογο 35 Ελλήνων που παρέμεναν στην πολιορκούμενη πόλη, ενώ δεν απέκλειαν την παραμονή και άλλων εκεί. Οι πρόσφυγες φοβούνταν για την τύχη των εναπομεινάντων Ελλήνων, λόγω της επέκτασης των μαχών σ’ όλη την πόλη. Εντοπίστηκαν δεκαπέντε εγκλωβισμένες ελληνικές οικογένειες. Οι τρεις Ελληνίδες του Γκρόζνι, που είχαν ενημερώσει την ελληνική πρεσβεία, έφυγαν τελικά για το Βλαδικαυκάς της Βόρειας Οσετίας, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους, μόλις παύσουν οι εχθροπραξίες.

Η ελληνική πολιτεία αντέδρασε άμεσα στην κρίση. Συγκροτήθηκε συντονιστικό όργανο με επικεφαλής τον πρέσβη στη Μόσχα. Την επιχείρηση ανέλαβε να διεκπεραιώσει το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Προσφύγων Ομογενών Ελλήνων, ο πρόεδρος του οποίου (ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Γιώργος Ιακώβου) μετέβη επιτόπου. Στόχος των προσπαθειών ήταν ο εντοπισμός των Ελλήνων μεταξύ των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από την Τσετσενία, η οικονομική κάλυψη των προσφύγων, η προετοιμασία για αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας και η μεταφορά των Ελλήνων προσφύγων σε ασφαλέστερες περιοχές. Έτσι, ο Έλληνας πρέσβης συναντήθηκε με το Ρώσο υπουργό Έκτακτων Αναγκών, ο οποίος προερχόταν από τη βόρειο Οσετία και είχε βοηθήσει την οργάνωση των εκεί Ελλήνων. Παρότι στην περιοχή είχε απαγορευτεί η πρόσβαση οιουδήποτε εκπροσώπου των ξένων διπλωματικών αποστολών, ο Ρώσος υπουργός εξαίρεσε το ελληνικό κλιμάκιο από την γενική απαγόρευση. Με βάση την αποστολή στο Βλαδικαυκάς, καταβλήθηκε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος. Οι ρωσικές δυνάμεις ανταποκρίθηκαν θετικά στο αίτημα των ελληνικών εκπροσώπων, να εντοπιστούν τα άτομα που ανήκαν στην ελληνική εθνικότητα και ήταν εγκλωβισμένα στο Γκρόζνι. Οι έρευνες έγιναν υπό την προσωπική εποπτεία του υπουργού Έκτακτων Αναγκών. Έγιναν συσκέψεις της ελληνικής αποστολής και των Ρώσων για να διευθετηθούν οι οργανωτικές λεπτομέρειες εξόδου, υποδοχής και εγκατάστασης των Ελλήνων. Ενεργοποιήθηκαν επίσης οι ελληνικές οργανώσεις της ευρύτερης περιοχής, οι οποίες συνεργάστηκαν με την ελληνική αποστολή. Οι ελληνικές οργανώσεις των πόλεων Εσεντουκί, Μινεράλνι Βόντι και Βλαδικαυκάς, συγκρότησαν Επιτροπές Προσφύγων. Στις 15 Ιανουαρίου έλαβε χώρα σύσκεψη δέκα ελληνικών οργανώσεων του βόρειου Καυκάσου, με τη συμμετοχή των απεσταλμένων από την Ελλάδα και με κύριο θέμα την παροχή βοήθειας προς τους πρόσφυγες. Συντάχθηκε ένας κατάλογος με τα ονόματα των εγκλωβισμένων Ελλήνων. Οι Έλληνες που παρέμειναν στο Γκρόζνι, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοί του, πέρασαν εφιαλτικές ώρες την εποχή των βομβαρδισμών. Ζούσαν μέσα σε καταφύγια με ελάχιστα τρόφιμα. Τελικά, μετά την κατάληψη της πόλης από το ρωσικό στρατό, απεγκλωβίστηκαν 75 Έλληνες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Εσεντουκί, Βλαδικαυκάς και Μινεράλνι Βόντι. Υπήρχαν μόνο δύο Ελληνίδες τραυματίες και δύο νεκροί Ρώσοι, που ανήκαν σε μικτές ελληνορωσικές οικογένειες. Μέσα στο Γκρόζνι συνέχισαν να παραμένουν 25 Έλληνες. Οι πρόσφυγες φιλοξενήθηκαν σε ξενοδοχείο στο Μινεράλνι Βόντι, ενώ τους δόθηκε και ένα μικρό ποσό για να αντιμετωπίσουν τις άμεσες ανάγκες τους. Όσοι είχαν καταφύγει στη Ρωσία φιλοξενήθηκαν σε σπίτια ντόπιων Ελλήνων και σε ξενοδοχείο, νοικιασμένο από την ελλαδική αποστολή, ενώ αγοράστηκαν με τη μεσολάβηση της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων Ρωσίας τέσσερις κατοικίες για αντίστοιχες οικογένειες προσφύγων.
Καταγράφηκαν 29 οικογένειες και 10 μεμονωμένα άτομα. Απ’ αυτούς οι 14 οικογένειες και τα 8 άτομα επιθυμούσαν να παραμείνουν στη νότια Ρωσία, ενώ οι υπόλοιποι δεν είχαν αποφασίσει ακόμη. Μια από τις προτάσεις που τους έγιναν ήταν η ένταξή τους στο πρόγραμμα. Οι παραινέσεις όμως των συγγενών από την Ελλάδα, λειτουργούσαν αποτρεπτικά στο να υιοθετήσουν την επιλογή αυτή. Η βασική όμως επιλογή της ελληνικής πλευράς, στην περίπτωση της Τσετσενίας, ήταν η παραμονή τους στη νότιο Ρωσία, σε σπίτια αγορασμένα από το ελληνικό δημόσιο και ειδικά η εγκατάστασή τους, με πρόγραμμα αγοράς σπιτιών στο ελληνικό χωριό Γκρετσέσκογιε της περιφέρειας της Σταυρούπολης Οι ελληνικοί σύλλογοι της περιοχής ζήτησαν να επεκταθεί το πρόγραμμα αποκατάστασης και σε άλλες περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η πρόθεση όμως της ελληνικής πλευράς ήταν να ενισχυθεί ο ήδη υπάρχων ελληνικός οικισμός στο Γκρετσέσκογιε. Διερευνήθηκαν, από κοινού με τις ρωσικές αρχές, οι τρόποι πενταετούς δέσμευσης των σπιτιών αυτών. Η πολιτική των Ρώσων για το ζήτημα αυτό ήταν να απομακρύνουν τους πληθυσμούς της Τσετσενίας, ανεξαρτήτως εθνικότητας, από την περιοχή. Δέχτηκαν όμως να εξαιρέσουν τους Έλληνες, με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα αναλάμβανε την αποκατάστασή τους. Μια από τις άμεσα θετικές επιπτώσεις της ελληνικής επιχείρησης διάσωσης και προστασίας των Ελλήνων της Τσετσενίας, ήταν η κατάκτηση αναγνώρισης του κύρους της Ελλάδας από όλους τους παράγοντες και τις εθνότητες της περιοχής.

Το τσετσενικό πρόβλημα εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο αγκάθι της εσωτερικής πολιτικής ζωής. Η πολιτική της ακραίας καταστολής που ακολούθησαν οι ρωσικές αρχές ενίσχυσε την εμφάνιση μιας τυφλή και αιματηρή τρομοκρατία των Τσετσένων. Η πλέον πρόσφατη εκδήλωση αυτού του φαινομένου υπήρξαν τα τρομερά γεγονότα του Μπεσλάν της Βόρειας Οσετίας με την ομηρία και τον θάνατο -τελικά- εκατοντάδων αθώων και ανυπεράσπιστων μαθητών. Τα τραγικά γεγονότα στη Βόρεια Οσετία ανέδειξαν για άλλη μια φορά -εκτός από τα σύγχρονα ρωσικά αδιέξοδα του Καυκάσου- το γεγονός της παρουσίας ελληνικών κοινοτήτων στη θερμή αυτή ζώνη του πλανήτη μας. Για άλλη μια φορά κατά τη μετασοβιετική εποχή, το ηφαίστειο του Καυκάσου στέλνει ανησυχητικά σήματα. Η αντιπαράθεση στην Τσετσενία τείνει να λάβει ευρύτερες διαστάσεις. Η συνάντηση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων με τον ακραίο ισλαμικό φανατισμό και την τρομοκρατία από τη μια και η σκληρή ρωσική στάση από την άλλη, οδηγούν τις εξελίξεις στα άκρα. Παράλληλα, οι τάσεις μετατροπής των υπαρκτών εθνικών αντιθέσεων σε θρησκευτικές αντιπαραθέσεις βρίσκουν ολόενα και μεγαλύτερη αποδοχή και στους υπόλοιπους μουσουλμανικούς λαούς του Καυκάσου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τσετσένοι τρομοκράτες προκάλεσαν το λουτρό αίματος στη Βόρεια Οσετία, σε μια από τις λίγες χριστιανικές περιοχές του Βόρειου Καυκάσου. Το μίσος για τους “απίστους”, η περιφρόνηση της ζωής των “γκιαούρηδων” και η αίσθηση ότι επιχειρείται Τζιχάντ δηλαδή “ιερός πόλεμος”, οδηγεί την αντιπαράθεση στα άκρα.

Εκτός όμως από τα τεκταινόμενα στο Βόρειο Καύκασο, ανησυχητικά σήματα έρχονται και από το Νότο, από την Υπερκαυκασία. Η επανεμφάνιση του γεωργιανικού εθνικισμού- που τυγχάνει της προστασίας των Ηνωμένων Πολιτειών- στο πρόσωπο του Σαακασβίλι και τα ανοιχτά μέτωπα στη Νότια Οσετία και, κυρίως, στην Αμπχαζία προοιωνίζουν δύσκολες μέρες. Η περιοχή τείνει να μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη. Η εξέλιξη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η αξιοποίηση των εθνοτικών διαφορών της περιοχής αποτελούσαν πάντα μέσο εμπέδωσης της πολιτικής κυριαρχίας της Μόσχας. Μόνο που στο παιχνίδι της χρήσης των διαφορών αυτών σήμερα έχουν μπει και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, η περιοχή αποτελεί σταυροδρόμι για τους πετρελαιαγωγούς που μεταφέρουν στη Δύση το πετρελαιο της Κασπίας -και της Κεντρικής Ασίας αργότερα- καθώς και η μεγάλη διαφορά αντίληψης των συμφερόντων των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών από τις ρωσικές.

 

 ΠΗΓΗ: Βλάσης Αγτζίδης,  «Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου», Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, εκδ. Κυριακίδη,  1995.

Εξ ολοκλήρου αναδημοσίευση από το http://pontosandaristera.wordpress.com/

Σαακασβίλι: Εγκληματίας «Ειρήνης» και όχι Πολέμου

Μετά την αποχώρηση των Γεωργιανών στρατευμάτων από την Οσετία γίνεται εμφανές ότι η εισβολή είχε αποκλειστικό στόχο τη σφαγή αμάχων. Φοβερές μαρτυρίες των επιζόντων φανερώνουν οργανωμένο σχέδιο εθνοκάθαρσης, προσχεδιασμένο και εκτελεσμένο με πρωτοφανή βαρβαρότητα. Τα θύματα μεταξύ των αμάχων έχουν υπερβεί τις 2,000 ενώ οι πρόσφυγες υπερβαίνουν τις 75,000.

Κατά την εισβολή οι Γεωργιανές δυνάμεις εντόπιζαν τα κρυσφήγετα των αμάχων και τους εξόντωναν με κάθε δυνατό μέσο. Έφτασαν στο σημείο να πλημμυρίζουν με νερά τα κρυσφήγετα ώστε οι άμαχοι να εξαναγκαστούν να παραδοθούν ή να πνιγούν. Κατά την υποχώρηση τους, οι Γεωργιανοί παγίδευαν με εκρηκτικά τα καταφύγια ή έριχναν χειροβομβίδες!

Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο πέραν της όποιας προπαγάνδας των δυτικών, ότι ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΕΜΠΛΟΚΗ Γεωργιανών και Ρώσων στρατιωτών στο έδαφος της Οσετίας. Σκοπός της εισβολής ήταν καθαρά η εθνοκάθαρση και όχι η μάχη με τους Ρώσους.

Το ίδιο ακριβώς σκηνικό διαδραματίσθηκε και μέσα στο έδαφος της Γεωργίας. Το Γεωργιανό πυροβολικό ακροβολισμένο στην πόλη Γκόρι, συνέχισε να βάλλει κατά αμάχων. Οι φήμες περί Ρώσικης εισβολής στην πόλη έτρεψαν στρατό και πυροβολικό σε άτακτη υποχώρηση προς την Τιφλίδα. Άρα ούτε εκεί υπήρξε εμπλοκή.

Η γενοκτονία προφανώς αποσκοπούσε στο να υποχρεώσει τη Ρωσία να εισβάλλει σε Γεωργιανό έδαφος και να δώσει αφορμή στο ΝΑΤΟ για αντίποινα. Η Γεωργία είναι ο «αδύναμος κρίκος» μεταξύ Ρωσίας και Νατοϊκών δυνάμεων λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Άρα η γενοκτονία είχε εμπνευστές και συνεργούς με ονοματεπώνυμο:

  • Ντικ Τσέινι. Δήλωσε ότι η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να αφήσει αναπάντητη την πρόκληση των Ρώσων.
  • Μπερναρ Κουσνέρ. Την ώρα της γενοκτονίας αυτός έκανε επίσκεψη συμπαράστασης στο σφαγέα, μεταφέροντας την υποστήριξη της ΕΕ.

Τεράστιες είναι και οι ευθύνες της Ελληνικής πολιτείας. Τα πρώτα θύματα της γενοκτόνου πολιτικής Σαακασβίλι – δυτικών ήταν η εθνοκάθαρση των Ελλήνων ομογενών. Η Ελληνική πολιτεία δεν έκανε απολύτως τίποτα για να την εμποδίσει ή έστω να την καταγγείλει. Για άλλη μια φορά, οι Ελληνικές κυβερνήσεις είναι άξιοι συνεργοί σε εθνοκαθάρσεις λαών που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα του παγκόσμιου εξουσιασμού. Ενάντια στο δημοκρατικό – ανθρωπιστικό αίσθημα περί δικαίου, θα πρέπει κάποτε να λογοδοτήσουν μαζί με τους σφαγείς του χθές, του σήμερα, του αύριο.

Ακολουθεί η ανακοίνωση του Παμποντιακού Συλλόγου «η Αργώ»

Με τον ίδιο ύπουλο και βρώμικο τρόπο που η διακυβέρνηση Σαακασβίλι υποκίνησε την καταπάτηση των σπιτιών και τις δολοφονικές επιθέσεις σε βάρος του γηγενούς ελληνισμού στην Γεωργία, τσαλαπάτησε και την έννοια της ολυμπιακής εκεχειρίας με την πολεμική επίθεση στην νότια Οσετία, την ώρα που όλος ο κόσμος ήταν έτοιμος να παρακολουθήσει την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων του Πεκίνου.

H βάρβαρη επίθεση στόχεψε τους αμάχους για να εκδιωχθούν από τις εστίες τους, να επιτευχθεί η «απελευθέρωση» της περιοχής από τον αυτόχθονα πληθυσμό και η αντικατάσταση του με έποικους. Το δοκιμασμένο σενάριο που εφαρμόστηκε με πιο «αθόρυβο» τρόπο κατά του αυτόχθονα ελληνισμού στην Γεωργία από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έως και τις ημέρες μας.
Aπό το 2004 καταγγείλαμε την πολιτική Σαακασβίλι για τις επιθέσεις και δολοφονίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού στην Γεωργία και την καταπάτηση των περιουσίων του από γεωργιανούς έποικους με την ανοχή και υποστήριξη των γεωργιανών αρχών.
Tο 2005, συμβολικά στις 13ης Ιουνίου (την ημέρα που το 1949 ο, επίσης γεωργιανός, Στάλιν εξόρισε τον ελληνισμό από την περιοχή), πραγματοποιήθηκαν μαζικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας μπροστά στην πρεσβεία και το προξενείο της Γεωργίας στην Αθήνα για τα αιματηρά συμβάντα στην Τσάλκα, όπου έλαβαν χώρα δολοφονίες γηγενών Ελλήνων και συστηματικές καταλήψεις σπιτιών και κτημάτων.
Πριν την επίσκεψη του Σαακασβίλι στην Αθηνά, το φθινόπωρο 2007, απευθύναμε στην κυβερνητική, πολιτειακή ηγεσία και στην ηγεσία του υπουργείου εξωτερικών που θα τον υποδέχονταν, επιστολή-καταγγελία για τα συμβάντα, για να θέσουν το ζήτημα στον γεωργιανό πρόεδρο, να απαιτήσουν τον σεβασμό της ζωής και των περιουσίων των Ελλήνων στην χώρα του, όπου από 104.000 τουλάχιστον άτομα έμειναν λιγότεροι από 15.000.
Το ελλαδικό υπ. εξ. και οι υπόλοιποι τον τραπέζωσαν, του έσφιξαν τα χέρια και τον ξεπροβόδισαν με φιλοφρονήσεις και χαμογελά που έραψαν στα πρόσωπα τους από νωρίς: τον προσεχή Απρίλιο η γεωργιανή μαριονέτα θα αντιπροσώπευε τη χώρα του στην συνοδό του Βουκουρεστίου για την ένταξη της στο νάτο… η λαλίστατη σε άλλες περιπτώσεις υπουργός εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη: για την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου, υπέρ ισχυρής ”νατοϊκής” Αλβανίας, υπέρ νέων πύραυλων στην Τσεχία και Πολωνία κοκ (όταν δεν κρίνονταν άμεσα ζωές Ελλήνων και δεν ζητήθηκε καν η γνώμη της) δεν βρήκε τίποτα να δηλώσει για τις δολοφονίες δεκάδων Ελλήνων και χιλιάδων Οσετινών από το καθεστώς του Σαακασβιλι.
Πλέον αυτού το ελλαδικό υπουργείο εξωτερικών, με την πλήρη ευθυγράμμιση του με τις επιλογές Σαακασβίλι στο ζήτημα των ελληνικών περιουσίων στην αυτονομηθείς Αμπχαζία, συνέπραξε στην επικίνδυνη εκμετάλλευση του ελληνισμού του Καύκασου στην πολεμική του πολιτική. είναι δε πλεονασμός να υπογραμμιστεί πως ακόμα δεν έχει ζητηθεί η άμεση απελευθέρωση και επιστροφή των περιουσίων μας στο έδαφος της ίδιας της Γεωργίας.
Οι ιστορικές εστίες και τα αιώνια βάθρα μας στον Καύκασο λεηλατούνται και σβήνουν με άβουλο παρατηρητή την ελλαδική κυβέρνηση. μπορούσε τουλάχιστον να πράξει τα εξής:
– να αναλάβει πρωτοβουλίες, που επανειλημμένα έχουμε προτείνει.
– να καταδικάσει, έστω και τώρα, την ύπουλη επίθεση του καθεστώτος Σαακασβιλι στην νότια Οσετία.
– αντί να παρακολουθεί άπρακτη τα γεγονότα, να ανακοινώσει Αποστόλη ανθρωπιστικής και ιατρικής βοήθεια στην Οσετία, όπου στο βόρειο τμήμα της διαμένουν χιλιάδες έλληνες

Αθήνα, 09-08-2008
αρ. πρωτ. 337
το διευρυμένο διοικητικό συμβούλιο