Βασιλιάς για όλους ή για λίγους;

Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός

Κάλπαζε όλη τη μέρα ο πρίγκιπας για  να φτάσει από το Πανεπιστήμιο που σπούδαζε στη χώρα του, στο παλάτι. Το μήνυμα που του έστειλαν έλεγε να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα μπορούσε γιατί ο πατέρας του, ο βασιλιάς, ήταν βαριά άρρωστος.

Μπαίνοντας στη πόλη του τρόμαξε.

Η όμορφη πόλη που άφησε πίσω του, φεύγοντας για τις σπουδές του, με τα όμορφα σπίτια, τα καρποφόρα χωράφια, τους φωτεινούς δρόμους και τους χαρούμενους ανθρώπους, δεν υπήρχε πια.

Στη θέση της ήταν μια μουντή, υποβαθμισμένη πόλη, με άναρχη ανάπτυξη, με ελάχιστο πράσινο, ενώ οι άνθρωποι ήταν δυσαρεστημένοι με την παρανομία που υπήρχε από ομάδες κακοποιών.

Προβληματισμένος έφτασε στο παλάτι κι έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο του βασιλιά. Έξω από το δωμάτιο ήταν μαζεμένοι όλοι οι αυλικοί και οι αξιωματούχοι. Τους πιο πολλούς τους έβλεπε για πρώτη φορά.

       Πρίγκιπά μου, μόλις που προλαβαίνετε να το δείτε ζωντανό. Ο γιατρός μας είπε πως είναι οι τελευταίες στιγμές του, του είπε ο πρωθυπουργός.

Μπήκε στο δωμάτιο και φτάνοντας δίπλα στο κρεβάτι είπε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση:

       Πατέρα ήρθα! Είμαι εδώ, κοντά σου! Όλα θα πάνε καλά!

 

Ο βασιλιάς άνοιξε τα μάτια μου και με φωνή που μόλις ακουγότανε του είπε:

 

       Γιέ μου, εγώ τώρα φεύγω. Εσύ είσαι από τώρα ο βασιλιάς της χώρας. Το μόνο που σου ζητάω, είναι να μην κάνεις τα λάθη που έκανα. Αδίκησα την χώρα και τους πολίτες μας! Μην κάνεις τα ίδια λάθη! είπε κι άφησε την τελευταία του πνοή.

 

Με την ψυχή πλημμυρισμένη από την θλίψη, βγήκε από το δωμάτιο. Ακόμα ηχούσαν στα αυτιά του τα τελευταία λόγια του πατέρα του και προσπαθούσε να καταλάβει τι εννοούσε λέγοντας ότι αδίκησε τη χώρα και τους πολίτες.

 

       Βασιλιά μου, του είπε με πατρικό ύφος ο πρωθυπουργός. Όλα θα πάνε καλά. Είμαστε όλοι εμείς δίπλα σου για να σε βοηθήσουμε όπως κάναμε και με τον πατέρα σου.

 

Ο νέος βασιλιάς δεν απάντησε. Προβληματισμένος ανέβηκε στο δωμάτιο της νταντάς του, της γυναίκας που τον μεγάλωσε σαν παιδί της από την ημέρα που η μητέρα του άφησε αυτόν τον κόσμο. Ήταν τότε μόλις δύο χρόνων.

Η νταντά του μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε καλωσορίζοντάς τον.

 

       Πες μου νταντά. Τι γίνεται εδώ, στη χώρα. Την αλήθεια θέλω!

        

       Παιδάκι μου, όταν έφυγες για τις σπουδές σου, ο πατέρας σου έκανε κάποιες επιλογές. Πήρε κάποιους νέους συμβούλους, οι οποίοι με τον τρόπο τους, τα όμορφα λόγια τους, κατάφεραν να διώξουν από κοντά του, όλους εκείνους τους ικανούς κι έντιμους συμβούλους που είχε, που τολμούσαν να του πουν την αλήθεια. Δίπλα του έμειναν κάποιοι αστείοι κι επικίνδυνοι άνθρωποι, που τον οδήγησαν σε λάθος αποφάσεις που είχαν σαν αποτέλεσμα, να «χαθούν» τα χρήματα από το θησαυροφυλάκιο, να μη γίνονται έργα στη πόλη, να έρθουν εγκληματίες και να στήσουν τα άντρα τους σε πολλές γωνιές της χώρας. Όταν τους ρωτούσε για την κατάσταση που επικρατούσε στη πόλη, για το αν οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι, του έδιναν τις διαβεβαιώσεις ότι όλα ήταν καλά. Φρόντιζαν δε, κανείς να μη μπορεί να τον πλησιάσει και να του πει τα προβλήματα που υπήρχαν κι αν καμιά φορά κάποιος κατάφερνε να μιλήσει στον βασιλιά, αμέσως τον συκοφαντούσαν, τον παρουσίαζαν σαν έναν άνθρωπο που ήθελε το κακό του βασιλιά και της πόλης. Έτσι κατάφεραν, αυτοί να πλουτίσουν λεηλατώντας το θησαυροφυλάκιο του παλατιού και ταυτόχρονα να απομακρύνουν από τον βασιλιά εκείνους που του έδιναν σωστές συμβουλές, εκείνους που τον αγαπούσαν.

 

       Τι μου λες νταντά! είπε ο νέος βασιλιάς. Από την ώρα που μπήκα στη χώρα κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν ήταν η χώρα μας όπως την άφησα φεύγοντας. Τι με συμβουλεύεις να κάνω;

 

       Άκουσε γιέ μου! Δύο είναι οι δρόμοι κι εσύ θα αποφασίσεις ποιον θα ακολουθήσεις. Ο ένας είναι ο δύσκολος που στην αρχή θα χρειαστεί να τον βαδίσεις μόνος, διώχνοντας από δίπλα σου όλους αυτούς που τόσο κακό έκαναν στη χώρα και στον πατέρα σου. Στη διαδρομή θα συναντήσεις πολλούς ανθρώπους, με γνώσεις και ικανότητες, ανθρώπους που θα μπορέσουν να σε βοηθήσουν στο δύσκολο έργο σου, ανθρώπους που δεν θα φοβούνται να σου πουν την αλήθεια. Με αυτούς θα ξεκινήσεις για να ξανακτίσεις την όμορφη χώρα που ζούσαμε, με αυτούς θα δώσεις και πάλι την ελπίδα, την αισιοδοξία στους κατοίκους. Όμως να ξέρεις, απέναντί σου θα έχεις όλους εκείνους, που μέχρι σήμερα τρώγανε τον αγλέουρα από τα πλούτη της χώρας.

 

       Κι ο δεύτερος δρόμος ποιος είναι νταντά; είπε ο νέος βασιλιάς.

  

       Ο δεύτερος δρόμος παιδάκι μου είναι κι ο πιο εύκολος. Να μην αλλάξεις τίποτα από ότι υπάρχει στο βασίλειο, να κρατήσεις δίπλα σου όλους αυτούς τους ανθρώπους που είχε κι ο πατέρας σου και να μη νοιάζεσαι πως περνούν οι άνθρωποι, ποια είναι τα προβλήματα της χώρας. Αυτοί είναι οι δύο δρόμοι κι εσύ θα αποφασίσεις ποιον θα ακολουθήσεις. Πρέπει να αποφασίσεις αν θα είσαι ο βασιλιάς για όλους ή ο βασιλιάς για τους λίγους.

 

Ο νέος βασιλιάς έφυγε από το δωμάτιο της νταντάς προβληματισμένος. Κι αλήθεια, δεν γνωρίζω να σας πω, ποιον δρόμο αποφάσισε να ακολουθήσει…

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Βασιλιάς για όλους ή για λίγους;”

Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s