Μην βασίζεστε στην Κίνα για να ανεβάσει την παγκόσμια οικονομία

Η ανάπτυξη της κινεζικής μεσαίας τάξης από μόνη της δεν μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον της Κίνας. Όπως έχουν ανακαλύψει πολλές πολυεθνικές εταιρείες, οι Κινέζοι κάτοικοι των πόλεων καταναλώνουν ήδη σχεδόν όσο μπορούν.

Καθώς η ζωή σταματάει σε μεγάλο μέρος του κόσμου εξαιτίας του νέου κορωνοϊού, η χώρα που μέχρι πρόσφατα είχε πληγεί σκληρότερα από την θανατηφόρα πανδημία επιστρέφει αργά στην ζωή. Ο αριθμός των νέων μολύνσεων στην Κίνα μειώθηκε δραματικά τις τελευταίες εβδομάδες και οι πόλεις σε ολόκληρη την χώρα επιστρέφουν σε κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Οι κάτοικοι βγαίνουν από την καραντίνα, κάνοντας για άλλη μια φορά περιπάτους σε πάρκα και μάλιστα μπαίνοντας σε εστιατόρια και καφενεία. Οι εταιρείες ξανανοίγουν και οι άνθρωποι αρχίζουν να επιστρέφουν στην εργασία τους, αν και οι Αρχές απαγορεύουν τις επισκέψεις από το εξωτερικό για να εμποδίσουν την εισαγωγή νέων κρουσμάτων. Τον περασμένο μήνα, ο γίγαντας της τεχνολογίας Apple έκλεισε τα καταστήματά του λιανικής πώλησης παγκοσμίως -με την εντυπωσιακή εξαίρεση της ευρύτερης Κίνας.

Θα είναι η Κίνα ένα μοναδικό φωτεινό σημείο καθώς οι άλλες μεγάλες οικονομίες θα παλεύουν με τον ιό τους επόμενους μήνες; Και όταν τελικά τερματιστεί η κρίση, θα επαναλάβει η Κίνα τον ρόλο της ως κύρια κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ανάπτυξης, ενισχύοντας για άλλη μια φορά τα πλούτη των πολυεθνικών; Αυτή φαίνεται να είναι η ελπίδα πολλών που έχουν επαινέσει [2] την Κίνα για την δρακόντεια και φαινομενικά αποτελεσματική αντίδρασή της στον ιό, ενώ ξεχνούν ή συγχωρούν την αρχική προσπάθειά της να συγκαλύψει την επιδημία. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιθανό να είναι πολύ διαφορετική. Μετά από δεκαετίες ετήσιας διψήφιας ανάπτυξης, η οικονομία της Κίνας -και ειδικότερα ο άλλοτε ανθηρός καταναλωτικός τομέας- βρίσκεται σε μια πορεία να πέσει ακόμη και καθώς ανακάμπτει από την πρόσφατη κατάρρευσή του που προκλήθηκε από τον κορωνοϊό.

Η ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

Μια τέτοια ζοφερή πρόγνωση θα μπορούσε να αποτελέσει έκπληξη μετά από δύο δεκαετίες εξαιρετικής ανάπτυξης. Η Κίνα εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, ανοίγοντας τις άλλοτε προστατευμένες βιομηχανίες της στον ανταγωνισμό και εξαναγκάζοντας χιλιάδες κρατικές επιχειρήσεις να συγχωνευθούν ή να χρεοκοπήσουν. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας που ακολούθησε, οι ξένες επενδύσεις σημείωσαν άλμα από τα 47 δισ. δολάρια στα 124 δισ. δολάρια. Εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζων της υπαίθρου εγκατέλειψαν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις τους κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, καθιστάμενοι nongmingong -«αγρότες-εργαζόμενοι»- και εργάζονταν μαζί με τους απολυμένους υπαλλήλους των κρατικών επιχειρήσεων σε νέα εργοστάσια με εξαγωγικό προσανατολισμό. Αυτές οι αλλαγές εξαπέλυσαν ένα κύμα παραγωγικότητας και, μαζί με προηγούμενες μεταρρυθμίσεις που δημιούργησαν μια αστική στεγαστική αγορά, οδήγησαν σε ταχεία επέκταση του προσωπικού πλούτου. Μέχρι το 2012, οι μεσαίες και ανώτερες τάξεις της Κίνας είχαν διογκωθεί στα 182 εκατομμύρια άτομα. Η συμβουλευτική εταιρεία McKinsey & Company προβλέπει [3] ότι μέχρι το 2022, περίπου 300 εκατομμύρια Κινέζοι θα χαρακτηρίζονται ως μεσαία και ανώτερη τάξη.

Αλλά η ανάπτυξη αυτής της μεσαίας τάξης από μόνη της δεν μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον της Κίνας. Όπως έχουν ανακαλύψει πολλές πολυεθνικές εταιρείες, οι Κινέζοι κάτοικοι των πόλεων καταναλώνουν ήδη σχεδόν όσο μπορούν. Η μελλοντική οικονομική ανάπτυξη πρέπει να προέλθει από τη μετάβαση σε αγορές χαμηλότερων επιπέδων και από την εξεύρεση νέων πελατών στο εσωτερικό της Κίνας, μακριά από τις ακτές που έχουν ωφεληθεί περισσότερο από τις δύο τελευταίες δεκαετίες ανάπτυξης. Οι ηγέτες της Κίνας έχουν επιδιώξει να επεκτείνουν την εγχώρια κατανάλωση ως τμήμα του σχεδίου τους για τη μετάβαση από μια οικονομία εξαρτώμενη από τις εξαγωγές και το χρέος, σε μια οικονομία που εξαρτάται περισσότερο από την αγοραστική δύναμη του κινεζικού λαού. Ωστόσο, η κατανάλωση των νοικοκυριών παρέμεινε περίπου στο 40% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, πολύ κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο του περίπου 60%.

Αντί να ενταχθούν στις τάξεις των νέων καταναλωτών όπως πολλοί ήλπιζαν, οι Κινέζοι της υπαίθρου -συμπεριλαμβανομένων των αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων που έχουν μεταναστεύσει σε πόλεις- έχουν γίνει ουσιαστικά μια κατώτατη τάξη [στμ: underclass, υπο-τάξη]. Τα συνολικά εισοδήματα έχουν αυξηθεί, αλλά οι άνθρωποι με αγροτική προέλευση εξακολουθούν να κερδίζουν λιγότερα από τα μισά από αυτά που έχουν ως εισόδημα ετησίως οι ντόπιοι των πόλεων. Καθώς οι βιομηχανίες αυτοματοποιούνται και η ζήτηση για εργασία φθίνει, εκείνοι που προέρχονται από την ύπαιθρο παλεύουν να επανεφεύρουν τους εαυτούς τους ως εργάτες, ελεύθεροι επαγγελματίες, ή επιχειρηματίες στις πατρίδες τους και στα χωριά τους.

Οι περιοριστικές πρακτικές που χρονολογούνται από την δεκαετία του 1950 παρεμποδίζουν τους κατοίκους της υπαίθρου. Το σύστημα καταγραφής των νοικοκυριών της Κίνας, ή αλλιώς το hukou, κάποτε εξασφάλιζε ότι η χώρα διέθετε άφθονα και φτηνά γεωργικά προϊόντα καθώς εκβιομηχανιζόταν. Αλλά το σύστημα εξακολουθεί να συνδέει τα ωφελήματα της κοινωνικής πρόνοιας των ανθρώπων με τον τόπο γέννησής τους αντί με τον τόπο όπου ζουν. Ως αποτέλεσμα, οι [εσωτερικοί] μετανάστες δεν είναι σε θέση να αποκτήσουν αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή υγειονομική περίθαλψη ή καλή παιδεία για τα παιδιά τους στις πόλεις όπου ζουν. Αντ’ αυτού, πηγαίνουν σε χαμηλού επιπέδου ιδιωτικές κλινικές και βάζουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία που παρέχουν φτωχά αλλά συχνά ακριβά εκπαιδευτικά προγράμματα. Το hukou επίσης συμπιέζει τεχνητά τους μισθούς των μεταναστών, καθιστώντας πιο δύσκολο για αυτούς να οργανωθούν ή να πιέσουν με άλλο τρόπο τα συμφέροντά τους απέναντι στους εργοδότες. Η πρακτική κάποτε επέτρεπε μια σταθερή προσφορά φθηνού εργατικού δυναμικού για το οικονομικό μοντέλο της Κίνας «Factory to the World» [Βιομηχανία του Κόσμου], αλλά τώρα αποτρέπει τους μετανάστες εργαζόμενους από το να γίνουν μεσαίας τάξης καταναλωτές. Τέλος, το hukou απαιτεί από τους Κινέζους της υπαίθρου να βάζουν στην άκρη μεγάλα τμήματα των εσόδων τους για να καλύψουν απρόβλεπτες ιατρικές δαπάνες, δίδακτρα και συνταξιοδότηση. Όλη αυτή η εξοικονόμηση εμποδίζει τους ανθρώπους που είναι εγγεγραμμένοι σε αγροτικές περιοχές να ξοδεύουν σαν τους αστούς ομολόγους τους και υποβαθμίζει την συνολική κατανάλωση. Εξηγεί επίσης γιατί η Κίνα έχει ένα τεχνητά υψηλό ποσοστό εθνικής αποταμίευσης περίπου στο 45% του ΑΕΠ, περισσότερο από το διπλάσιο του παγκόσμιου μέσου όρου που είναι περίπου στο 20%.

Τα παιδιά των [εσωτερικών] μεταναστών εγκαταλείπουν το σχολείο σε πολύ υψηλότερα ποσοστά από άλλα κινεζόπουλα. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευσή τους είναι συχνά ανεπαρκής, και αναγκάζονται να επιστρέψουν στην ύπαιθρο για το γυμνάσιο και το λύκειο. Πολλά αισθάνονται αποξενωμένα ζώντας μόνα στις εσωτερικές επαρχίες και σπουδάζοντας σε τεράστια, απρόσωπα οικοτροφεία. Εν μέρει εξαιτίας αυτών των προβλημάτων, μόνο το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού της Κίνας έχει αποφοιτήσει από το λύκειο, όπως έδειξε έρευνα [4] από τον οικονομολόγο του Στάνφορντ, Scott Rozelle. Πολλά παιδιά μεταναστών δεν έχουν τα απαιτούμενα προσόντα για εξειδικευμένες ή υψηλής αμοιβής θέσεις εργασίας.

Ένα απαρχαιωμένο σύστημα ιδιοκτησίας γης, επίσης από την εποχή του Μάο Τσε Τουνγκ, επιβραδύνει περαιτέρω την κοινωνική κινητικότητα των φτωχών αγροτών της Κίνας. Σε αντίθεση με τα αστικά ακίνητα, τα οποία μπορούν να ενοικιαστούν ή να πωληθούν σε αγοραίες τιμές, οι αγροτικές ιδιοκτησίες είναι «συλλογικής ιδιοκτησίας». Οι μετανάστες και οι αγρότες δεν μπορούν να νοικιάσουν ή να πουλήσουν το ακίνητό τους για μη γεωργικούς σκοπούς. Η διαφορά αυτή βοήθησε να γίνει η χώρα που ήταν κάποτε γνωστή για την ισότητα της, μια από τις πιο άνισες χώρες στον κόσμο. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους Thomas Piketty και Gabriel Zucman, το ποσοστό του συνολικού πλούτου που κατέχει το πλουσιότερο 1% των Κινέζων αυξήθηκε από λίγο περισσότερο από 15% το 1995 σε 30% το 2015. Αυτό το ποσοστό ενίσχυσης είναι χονδρικά παρόμοιο με εκείνο της ολιγαρχικής Ρωσίας, όπου το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού είδε το μερίδιό του επί του συνολικού πλούτου να διπλασιάζεται κατά την ίδια περίοδο στο 43%. Το πλουσιότερο 10% της Κίνας κατέχει πλέον το 67% του συνόλου του πλούτου, ποσοστό που είναι επίσης συγκρίσιμο με της Ρωσίας. Το κατασταλτικό φορολογικό σύστημα της Κίνας, το οποίο βασίζεται ουσιαστικά στους φόρους προστιθέμενης αξίας που επιβαρύνουν περισσότερο τους φτωχούς, συμπιέζοντας περαιτέρω την ικανότητά τους να δαπανούν, κάνει τα πράγματα χειρότερα.

ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Γιατί λοιπόν η Κίνα απλώς δεν απορρίπτει αυτές τις δεκαετιών παλαιές πολιτικές και δεν ελευθερώνει τις ενδοχώρα της για να ωθήσει την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη; Εξάλλου, αυτό ακριβώς είναι που οι κορυφαίοι ηγέτες του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) ανακοίνωσαν ότι θα κάνουν πίσω στο 2013. Αλλά, από τότε, οι προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων ιδιοκτησίας γης και του hukou ήταν περιορισμένες. Μόνο οι μικρότερες, συχνά μη ελκυστικές από οικονομική άποψη, πόλεις έχουν ανοίξει για μόνιμη κατοίκηση από τους μετανάστες, και έχει σημειωθεί μικρή πρόοδος προς την κατεύθυνση του να δοθεί στους αγρότες μεγαλύτερος έλεγχος επί της ιδιοκτησίας τους. Οι αξιωματούχοι των πόλεων που εποπτεύουν τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης, βλέπουν το κόστος της ενσωμάτωσης των νέων οικογενειών ως εξωφρενικό. Οι τοπικές κυβερνήσεις στις αγροτικές περιοχές, σε αντίθεση με τους μεμονωμένους ιδιοκτήτες γης, επιτρέπεται να πωλούν και να εκμισθώνουν συλλογικά ιδιόκτητες εκτάσεις για εμπορικούς σκοπούς. Έχουν γίνει πολύ εξαρτημένες από αυτήν την ροή εσόδων, σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, Susan Whiting, και έτσι είναι απρόθυμες να χορηγήσουν ισχυρότερα δικαιώματα ιδιοκτησίας στους αγροτικούς πληθυσμούς.

Για να κάνουν τα πράγματα χειρότερα, οι επίσημα εγγεγραμμένοι κάτοικοι των πόλεων, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων των αστικών κυβερνήσεων, τείνουν να βλέπουν τους [εσωτερικούς] μετανάστες ως ξένους και να τους ανέχονται μόνο εφόσον χρειάζεται να γεμίσουν ανεπιθύμητες θέσεις εργασίας -όπως εκείνες στις γραμμές παραγωγής ή στα εργοτάξια. Οι waidiren ή οι «ξένοι», όπως ονομάζονται περιπαικτικά οι μετανάστες, κατηγορούνται συνήθως για όλα τα αστικά δεινά, από την αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας έως τα εμφράγματα στην κυκλοφορία, μέχρι τις μεταδοτικές ασθένειες, όπως η COVID-19, η ασθένεια που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό. Οι Κινέζοι που ήταν αρκετά τυχεροί για να γεννηθούν με αστική κατοικία έχουν ελάχιστο συμφέρον να ανταγωνίζονται με οικογένειες μεταναστών για θέσεις σε ήδη υπερπλήρη σχολεία και νοσοκομεία.

Οι δημοτικές κυβερνήσεις πιέζουν τους μετανάστες εργαζομένους να φύγουν από πολλές πόλεις της Κίνας και τους αναγκάζουν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Το 2018, πολλές κορυφαίες πόλεις άρχισαν να εκτοπίζουν οικογένειες μεταναστών από συνωστισμένες πολυκατοικίες στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας, να περιορίζουν τις άδειες για μικρές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν από μετανάστες, και να κλείνουν ιδιωτικά σχολεία. Τώρα, πολλές άλλες πόλεις κάνουν το ίδιο. Οι ηγέτες της Κίνας, επιδιώκοντας το μεγάλο όραμά τους για την επανεξισορρόπηση σε μια οικονομία που να καθοδηγείται περισσότερο από την κατανάλωση, προσπάθησαν να χορογραφήσουν τις αλλαγές από πάνω προς τα κάτω: Αντί να κάνουν πιο εύκολη την εγγραφή για τα νοικοκυριά και να επιτρέψουν στους [εσωτερικούς] μετανάστες να ζήσουν και να εργαστούν όπου επιθυμούν, οι αξιωματούχοι άνοιξαν κυρίως τις μικρές πόλεις τις οποίες θεωρούν ότι είναι πιθανότερο να επωφεληθούν από μια εισροή ανθρώπων. Πολύ συχνά, αυτές οι πόλεις υποφέρουν από χαμηλή ανάπτυξη και προσφέρουν λίγες ευκαιρίες απασχόλησης. Το Πεκίνο φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να αναζωογονήσει αυτές τις υποβαθμισμένες περιοχές απλώς πιέζοντας τους μετανάστες προς τα εκεί -ως σαν οι νέοι κάτοικοι να βρουν μαγικά θέσεις εργασίας ή να δημιουργήσουν μικρές επιχειρήσεις- και ταυτόχρονα να λύσει το πρόβλημα της πλεονάζουσας στέγης με υψηλά ποσοστά κενών κατοικιών.

Η ελπίδα των Κινέζων οικονομικών σχεδιαστών είναι ότι μπορούν να ενισχύσουν την κατανάλωση στην ύπαιθρο χωρίς να ξεκινήσουν τις σαρωτικές μεταρρυθμίσεις των περιοριστικών πολιτικών της εποχής του Μάο. Οι nongmingong, λέει το επιχείρημα, θα κερδίζουν περισσότερα -και θα καταναλώνουν περισσότερο- εργαζόμενοι σε νέους κλάδους υπηρεσιών και ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή θα γίνουν επιχειρηματίας. Αντί πλέον να δουλεύουν σκληρά σε εργοστάσια ή σε εργοτάξια, θα γράφουν εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα, θα οδηγούν για εταιρείες μοιράσματος διαδρομών (ridesharing), και θα λειτουργούν εταιρίες τουριστικών περιηγήσεων στις πατρίδες τους. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι Κινέζοι που έχουν γεννηθεί στην ύπαιθρο δεν έχουν τις δεξιότητες για αυτά τα επαγγέλματα και η οικονομία των ελευθέρων επαγγελμάτων έχει αποβάλλει τους εργαζόμενους γρήγορα καθώς η συνολική οικονομία έχει επιβραδυνθεί. Οι εξειδικευμένοι τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και οι επιχειρηματικές υπηρεσίες εξακολουθούν να μην αποτελούν μεγάλο τμήμα του τομέα των υπηρεσιών της Κίνας και δεν αναπτύσσονται γρήγορα, σύμφωνα με τον οικονομολόγο Albert Park του Hong Kong University of Science and Technology. Αντ’ αυτού, οι χαμηλού επιπέδου υπηρεσίες που είναι γνωστές για τις χαμηλές αμοιβές και το υψηλό ρίσκο, όπως οι courier με μοτοσικλέτες, έχουν γίνει οι πιο συχνές μεταξύ των Κινέζων αγροτών και μεταναστών.

Οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις που θα εξαπέλυαν την παραγωγικότητα της κινεζικής ενδοχώρας θα απαιτούσαν σημαντική χαλάρωση του ελέγχου του ΚΚΚ πάνω στις πόλεις, καθώς και στην ύπαιθρο -μια παραχώρηση που οι κομματικοί ηγέτες, που προτίθενται να σφίξουν αντί να χαλαρώσουν την λαβή τους στην εξουσία, είναι απίθανο να υιοθετήσουν. Όχι μόνο οι τοπικές κυβερνήσεις στις κινεζικές αγροτικές περιοχές θα χάσουν πολύτιμες ροές εισοδήματος και οι αστικές θα αποκτήσουν νέες οικονομικές επιβαρύνσεις, αλλά το κόμμα θα χάσει ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία του για τον κοινωνικό έλεγχο: Την ικανότητα να υπαγορεύει το πού ζει το ήμισυ του πληθυσμού. Αλλά, εκτός κι αν το ΚΚΚ μπορέσει να ενσωματώσει τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί στην ύπαιθρο και να τους επιτρέψει να ενταχθούν στην μεσαία τάξη, η οικονομία της Κίνας είναι απίθανο να διατηρήσει το μετασχηματιστικό επίπεδο ανάπτυξης που έχει καθορίσει τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Και η σκιά πάνω στην οικονομία της Κίνας θα σκουρύνει τις προοπτικές πολύ πέρα από τα σύνορά της. Ακόμη και όταν η χώρα αποτινάξει κάποιες από τις ζημιές που προκαλεί ο κορωνοϊός, δεν θα είναι σε θέση να άρει την παγκόσμια οικονομία από την ύφεση. Θα είναι τυχερή αν αποφύγει μια ύφεση για τον εαυτό της.

Ο DEXTER ROBERTS είναι πρώην ξένος ανταποκριτής στην Κίνα και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Myth of Chinese Capitalism: The Worker, the Factory, and the Future of the World [1] (Press of St. Martin, 2020), από το οποίο αυτό το δοκίμιο έχει προσαρμοστεί.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Myth-Chinese-Capitalism-Worker-Factory/dp/1250089379
[2] https://www.mayerbrown.com/en/perspectives-events/publications/2020/04/t…
[3] https://www.mckinsey.com/industries/retail/our-insights/mapping-chinas-m…
[4] https://www.amazon.com/Chinas-Invisible-Crisis-Growing-Urban-Rural/dp/17…

foreignaffairs.gr

Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s