Συντριπτικό χτύπημα στους έλληνες κτηνοτρόφους.

Εκτός ΚΑΔ και με χιλιάδες αμνοερίφια αδιάθετα, το χτύπημα στην πρωτογενή παραγωγή είναι πλέον συντριπτικό

Από την Ντίνα Ιωακειμίδου

Κραυγή αγωνίας από τους κτηνοτρόφους, καθώς ο Covid-19 αφήνει αδιάθετα χιλιάδες αμνοερίφια, επιφέροντας συντριπτικό χτύπημα στην πρωτογενή παραγωγή. Σε δηλώσεις του σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ο υπουργός Ανάπτυξης Μάκης Βορίδης παραδέχτηκε την ύπαρξη του προβλήματος, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως «σε μια περίοδο που η ζήτηση για αμνοερίφια κανονικά καλυπτόταν από εισαγωγές, δεν υπάρχει απορρόφηση ούτε της εγχώριας παραγωγής». Συμπλήρωσε δε ότι «είναι σε εξέλιξη μια διαρκής συζήτηση στο πλαίσιο της Ε.Ε. για απευθείας αποζημιώσεις». Δεν παρέλειψε ωστόσο να αναφερθεί στη δυστοκία αυτών των συζητήσεων, περιορίζοντας, κατά το μάλλον ή ήττον, τα περιθώρια δραστικών παρεμβάσεων για τη διάσωση του κλάδου. «Μέχρι στιγμής, η Ε.Ε. μας αφήνει με τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Επίσης, τι θα γίνει με τα αγροτικά προγράμματα; Υπάρχουν ποσά τα οποία, λόγω της βαριάς γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν. Θα υπάρξει ευελιξία για τη δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων;» Επί του παρόντος έχει απορριφθεί το αίτημα για ένταξη των κτηνοτρόφων στους ΚΑΔ, όπως συνέβη σε άλλους κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής για την καταβολή των 800 ευρώ.

Το αίτημα αφορά την ενίσχυση των αιγοπροβατοτρόφων, που προσδιορίζονται στους 60.000 και οι οποίοι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΛΓΟ, παραδίδουν γάλα και κρέας, όπως και τους 3.000 αγελαδοτρόφους, 2.000 χοιροτρόφους, 5.000 βοοτρόφους, καθώς και πτηνοτρόφους και μελισσοκόμους. Αντίθετα, θετική εμφανίζεται η πολιτική ηγεσία του υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης για την αξιοποίηση του εργαλείου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (de minimis) από τα 40.000.000 ευρώ που δεν έχουν διατεθεί μέχρι στιγμής.

«Να λάβουν υπ’ όψιν τους οι κτηνοτρόφοι και οι σφαγείς ότι φέτος δεν θα γίνει η καθιερωμένη κατανάλωση αμνοεριφίων την περίοδο του Πάσχα. Για αυτό θα εκδοθεί σχετική εγκύκλιος» ανέφερε ανέμελα χθες ο υπουργός Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδης.

Κύριε υπουργέ, οι κτηνοτρόφοι δεν χρειάζονται εγκύκλιο για αυτό που γνωρίζουν πολύ καλά. Χρειάζονται όμως μέτρα στήριξής τους, γεγονός που το επισημαίνουν εδώ και μέρες με αλλεπάλληλες ανακοινώσεις τους. «Είμαστε στην πρώτη γραμμή για την παραγωγή πολύτιμων προϊόντων για τον λαό μας, αλλά και για την εισροή συναλλάγματος αντί των εισαγόμενων προϊόντων» δηλώνει χαρακτηριστικά ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κτηνοτρόφων. «Μόνο οι εξαγωγές της φέτας ΠΟΠ φέρνουν 400.000.000 ευρώ τον χρόνο στη χώρα, ενώ, αντίθετα, για την εισαγωγή κρέατος και γαλακτομικών δαπανώνται 2 δισ. ευρώ κάθε χρόνο». Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ελληνική κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, επιθυμεί ή όχι έναν ισχυρό πρωτογενή τομέα. Το βέβαιο είναι ότι, αν δεν ληφθούν μέτρα προστασίας, η πανδημία θα δώσει το τελειωτικό χτύπημα σε αυτόν τον κλάδο. Η κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, είναι δραματική. Και αυτό, καθώς η αγορά αρνιών και κατσικιών έχει σχεδόν παγώσει, καθώς, μεταξύ άλλων, η αγορά της Ιταλίας και της Ισπανίας, που απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών, έχει κλείσει. Μάλιστα, για όσα αμνοερίφια πωλούνται, οι τιμές παραγωγού που ζητούνται είναι εξευτελιστικές, καταγράφοντας, όπως επισημαίνει στη «δημοκρατία» ο Παν. Πεβερέτος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κτηνοτρόφων, μείωση της τάξεως του 30% από τις αντίστοιχες των Χριστουγέννων. Επίσης, οι πληρωμές γάλακτος διενεργούνται με το σταγονόμετρο, ενώ οι πληρωμές επιταγών μετατίθενται ακόμη και ένα έτος μετά.

Ποια είναι η κατάσταση στον τομέα της κτηνοτροφίας; Η εικόνα, όπως καταγράφεται στην επιστολή-έκκληση προς την πολιτική ηγεσία της χώρας, που εστάλη τον περασμένο Ιούλιο, είναι αποκαλυπτική: «Η κτηνοτροφία, σήμερα, έχει ξεπεράσει τα όρια της παραγωγικής της επιβίωσης. Χιλιάδες κτηνοτρόφοι έχουν εγκαταλείψει το επάγγελμά τους, ενώ πολλοί είναι στα όρια της εγκατάλειψης εξαιτίας του υψηλού κόστους παραγωγής των πολιτικών ορισμένων γαλακτοκομικών εταιριών, που έχουν στόχο την αύξηση των κερδών τους μέσω της συμπίεσης των τιμών παραγωγού, συμπαρασύροντας όλο τον τομέα της μεταποίησης, των φορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων, της έλλειψης ρευστότητας, της συρρίκνωσης του αγροτικού εισοδήματος κ.ά.

Η γήρανση επίσης του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γερμανία διαθέτουν στις τάξεις τους το μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων αγροτών επί του συνόλου του αγροτικού τους πληθυσμού (20% με 21%). Ιδιαίτερα η αιγοπροβατοτροφία αντιμετωπίζει σήμερα τεράστια κρίση, που εκδηλώνεται με τη δραματική μείωση των τιμών παραγωγού στο γάλα έως 25% ανά κιλό (0,70-0,75 €/κιλό σήμερα), όταν μέχρι το 2016 κινούνταν σε επίπεδα κοντά στο 1 € /κιλό, ενώ το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί 150%».

Ως εκ τούτου, πολλοί κτηνοτρόφοι έχουν εγκαταλείψει τα τελευταία έτη και εξακολουθούν να εγκαταλείπουν το επάγγελμα. «Περισσότεροι από 40.000 έχουν αποχωρήσει από την κτηνοτροφία την τελευταία δεκαπενταετία» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Πεβερέτος.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s