Το Τείχος του Αίσχους (βίντεο)

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μόλις 15 χρόνια μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέσα στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το Βερολίνο είναι χωρισμένο σε τέσσερις τομείς, αλλά στην πραγματικότητα τα κομμάτια είναι δύο: το ανατολικό και το δυτικό.

Φωτογραφία: By Bundesarchiv, Bild 183-88222-0002 / Sturm, Horst / CC-BY-SA 3.0, CC BY-SA 3.0 de, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=5431793

Οικονομική ανάπτυξη κι εκσυγχρονισμός είναι η πορεία του δυτικού Βερολίνου, ενώ στ’ ανατολικά το επίπεδο ζωής βρίσκεται χαμηλότερα, κάνοντας πολλούς να φεύγουν. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος για να σταματήσει η αιμορραγία των εκατομμυρίων ανθρώπων προς τη δύση.

Ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να υψωθεί το Τείχος του Βερολίνου ή Τείχος του Αίσχους, όπως το αποκάλεσαν στην πορεία.

Ο σχεδιασμός αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό και το γνώριζαν μόνον όσοι εμπλέκονταν. Το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν απαραίτητο για μία τέτοια ενέργεια.

Στις 13 Αυγούστου 1961 ένοπλες δυνάμεις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στρατονομία, μυστικοί αστυνομικοί αναπτύσσονται σε κομβικά σημεία κεντρικών οδών και σιδηροδρομικών γραμμών, που ενώνουν το ανατολικό με το δυτικό Βερολίνο. Σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονται σ’ ετοιμότητα στα σύνορα για να συνδράμουν αν χρειαστεί.

Εν μία νυκτί τοποθετήθηκαν ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, κόβοντας στα δύο το Βερολίνο, χωρίζοντας οικογένειες, συγγενείς και φίλους.

Ταχύτατα το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα περιορίζεται δίνοντας τη θέση του στο τσιμέντο. Ορθώνονται δύο παράλληλα τείχη, ύψους 3,6 μέτρων και με απόσταση μεταξύ τους από 5-200 μέτρα. Σε κάποια σημεία όμως το τείχος έχει μπει ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, που παύουν να είναι πλέον γειτονικές.

Ότι υπάρχει ανάμεσα είναι στην ουσία μια αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη.

Εκατέρωθεν όμως οι στρατιώτες περιπολούν σε εικοσιτετράωρη βάση πάνοπλοι και με εντολή να πυροβολήσουν. 14.000 φρουροί, 600 εκπαιδευμένοι σκύλοι και 302 πύργοι παρακολούθησης χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το έργο.

.

.

Πολλοί μετά αυτόν τον διαχωρισμό έχουν χάσει τη δουλειά τους και λίγο αργότερα ακόμη περισσότεροι νιώθουν να είναι φυλακισμένοι, να πνίγονται και θέλουν ν’ αποδράσουν.

136 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να περάσουν το Τείχος. 97 πυροβολήθηκαν από Ανατολικογερμανούς στρατιώτες επιχειρώντας να βρεθούν στην άλλη πλευρά. Η πρώτη ήταν η Ίντα Ζίκμαν, στις 22 Αυγούστου 1961, πηδώντας από το παράθυρο του σπιτιού της. Τελευταίος ο Βίνφριντ Φρέουντενμπεργκ, στις 8 Μαρτίου 1989, λίγους μήνες πριν γκρεμιστεί οριστικά.

euronews

Το Τείχος του Βερολίνου (στα γερμανικά Berliner Mauer) «τείχος της ντροπής» για τους Γερμανούς της δύσης και επισήμως αποκαλούμενο από την ανατολικογερμανική κυβέρνηση ως «αντιφασιστικό τείχος προστασίας», ανεγέρθηκε στην καρδιά του Βερολίνου με αφετηρία το βράδυ μεταξύ της 12ης και της 13ης Αυγούστου του 1961 από τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ), η οποία επιχείρησε με αυτό τον τρόπο να θέσει ένα τέλος στην ολοένα και αυξανόμενη φυγή των κατοίκων της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ).

Το τείχος, συνιστώσα της εσωτερικής γερμανικής συνοριογραμμής, αποτελούσε ένα φυσικό σύνορο μεταξύ του Ανατολικού Βερολίνου και του Δυτικού Βερολίνου για διάστημα άνω των 28 ετών, ενώ αποτελούσε το σημαντικότερο σύμβολο μιας Ευρώπης διχοτομημένης από το σιδηρούν παραπέτασμα. Κάτι παραπάνω από ένα απλό τείχος, επρόκειτο για μια σύνθετη στρατιωτική κατασκευή η οποία περιείχε δύο τείχη ύψους 3,6 μέτρων με διάδρομο περιπολίας, 302 παρατηρητήρια και συστήματα συναγερμού, 14.000 φύλακες, 600 σκυλιά και καλωδιωτά πλέγματα.

Ένας αδιευκρίνιστος αριθμός ατόμων υπήρξαν θύματα προσπαθειών διάβασης του τείχους. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι Ανατολικογερμανοί συνοριοφύλακες και οι Σοβιετικοί στρατιώτες δεν δίσταζαν να πυροβολήσουν τους φυγάδες.

Η αποδυνάμωση της Σοβιετικής Ένωσης, η Περεστρόικα της οποίας ηγείτο ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, καθώς και το πείσμα των Ανατολικογερμανών οι οποίοι οργάνωσαν μεγάλες διαδηλώσεις, οδήγησαν στις 9 Νοεμβρίου 1989 στην πτώση του «τείχους της ντροπής», προκαλώντας τον μεγάλο θαυμασμό του «ελεύθερου κόσμου» και ανοίγοντας τον δρόμο για την γερμανική επανένωση.

Σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένο, το Τείχος έχει αφήσει, ωστόσο, στην αστική πολεοδομική οργάνωση της γερμανικής πρωτεύουσας ανεπούλωτα σημάδια τα οποία παραμένουν ως σήμερα.

Το τείχος του Βερολίνου, σύμβολο του ιδεολογικού και πολιτικού χάσματος του ψυχρού πολέμου, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αριθμό λογοτεχνικών βιβλίων και ταινιών. Σήμερα, αρκετά είναι τα μουσεία που το έχουν ως θέμα.

Η ανέγερση

Τη νύχτα από 12 προς 13 Αυγούστου 1961 μονάδες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού, 5.000 συνοριοφύλακες, 5.000 αστυνομικοί και 4.500 μέλη των Εργατικών Ομάδων Μάχης άρχισαν να κλείνουν τους δρόμους και τις τροχιές των μέσων μεταφοράς προς το Δυτικό Βερολίνο. Οι σοβιετικές δυνάμεις παρέμεναν σε συναγερμό μάχης σταθμευμένες στις μεθοριακές διαβάσεις που προβλέπονταν για τους Συμμάχους. Όλες οι συγκοινωνίες μεταξύ των δύο τομέων της πόλης διακόπηκαν.

Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1961 άρχισαν ωστόσο να κυκλοφορούν μερικές γραμμές του προαστιακού σιδηροδρόμου και του μετρό περνώντας από σήραγγες κάτω από ανατολικογερμανικό έδαφος, χωρίς όμως να σταματούν στους αποκαλούμενους πια «σταθμούς-φαντάσματα». Ο Έριχ Χόνεκερ ήταν εκείνη την εποχή Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής για θέματα ασφαλείας και είχε την πολιτική ευθύνη του συνολικού σχεδιασμού και της ανέγερσης του τείχους για λογαριασμό της ηγεσίας του κόμματος.

Τα μέσα ενημέρωσης εμφάνιζαν το Τείχος σαν κοινή επιχείρηση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και σαν χρήση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, ενώ επαναλάμβαναν την αντιδυτική ρητορεία της συνάντησης των προηγούμενων ημερών. Η επίσημη ανακοίνωση τελείωνε με μια επισήμανση που αποκάλυπτε όλη την υποκρισία και την αντιφατικότητα των προηγούμενων ρητορισμών: τα σύνορα δεν θα επιτρεπόταν πια να τα περνούν οι πολίτες της ΛΔΓ χωρίς ειδική άδεια.

Μόνον από τις ένοπλες μονάδες που διατέθηκαν για τη φύλαξη λιποτάκτησαν και διέφυγαν προς το Δυτικό Βερολίνο τις πρώτες μέρες 85 άνδρες, ενώ πέτυχαν 216 απόπειρες διαφυγής από τις συνολικά 400. Αξέχαστες θα μείνουν οι διάσημες εικόνες προσφύγων που κατέβαιναν με σεντόνια από τα παράθυρα των σπιτιών στους δρόμους που βρίσκονταν πάνω στα σύνορα. Αξέχαστος θα μείνει, επίσης, ο συνοριοφύλακας Κόνραντ Σούμαν που, ενώ ήταν σκοπός στην Μπέρνάουερ-Στράσε, υπερπήδησε το συρματόπλεγμα κρατώντας το όπλο του και βρέθηκε στο Δυτικό Βερολίνο.

wikipedia

Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s