Εντοάρντο Μαντζαρότι – Ο μεγαλύτερος ξιφομάχος στην ιστορία του αθλήματος


Θρυλική μορφή της ξιφασκίας από την Ιταλία, με 13 ολυμπιακά μετάλλια και ισάριθμους παγκόσμιους τίτλους στο ενεργητικό του από το 1936 έως το 1961.

Ο Εντοάρντο Μαντζαρότι (Edoardo Mangiarotti), Έντο το χαϊδευτικό του, γεννήθηκε στην πόλη Ρενάτε της Λομβαρδίας στις 7 Απριλίου 1919, στους κόλπους μιας οικογένειας ξιφομάχων. Ο πατέρας του, Τζουζέπε Μαντζαρότι, ήταν 17 φορές πρωταθλητής Ιταλίας στο ξίφος μονομαχίας και πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Δάσκαλος της ξιφομαχίας, με δική του σχολή στο Μιλάνο (Sala Mangiarotti) από το 1909, εισήγαγε στη χώρα του και ανέπτυξε το γαλλικό στυλ ξιφασκίας.

Ο Τζουζέπε Μαντζαρότι ενθάρρυνε τα τρία παιδιά του να ασχοληθούν με την ξιφασκία. Ο Μάριο εγκατέλειψε νωρίς το άθλημα για να σπουδάσει ιατρική και ν’ ασχοληθεί με την καρδιολογία, ο Ντάριο κέρδισε ολυμπιακούς και παγκόσμιους τίτλους στο ξίφος ασκήσεως (fleuret), αλλά ο Έντο έγινε το πιο διάσημο μέλος της δυναστείας των Μαντζαρότι. Ο πατέρας του, που ήταν και προπονητής του, του άλλαξε το χέρι με το οποίο έπιανε το ξίφος και από δεξιόχειρας έγινε αριστερόχειρας, με αποτέλεσμα να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του.

Ο Έντο διακρίθηκε αρκετά νωρίς και σε ηλικία 16 ετών συμπεριλήφθηκε στην εθνική ομάδα της Ιταλίας. Το καλοκαίρι του 1936 συμμετείχε στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου και κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο ομαδικό του ξίφους μονομαχίας (epee). Τον επόμενο χρόνο κέρδισε και τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο στο ομαδικό του ξίφους μονομαχίας στο Παρίσι.

Η καριέρα του διεκόπη, λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στρατεύτηκε και υπηρέτησε ως εκπαιδευτής ξιφομαχίας. Επανήλθε στους μεγάλους αγώνες σε ηλικία 29 ετών, κερδίζοντας ασημένια μετάλλια στο ομαδικό του ξίφους ασκήσεως και μονομαχίας στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου. Το 1951 κέρδισε τα πρώτα του χρυσά μετάλλια στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Στοκχόλμης στο ξίφος ασκήσεως και μονομαχίας, ενώ τον επόμενο χρόνο αναδείχθηκε χρυσός ολυμπιονίκης στο ξίφος μονομαχίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι.

Έως το 1961 που εγκατέλειψε την ενεργό δράση, ο Εντοάρντο Μαντζαρέτι κατέκτησε 13 μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες (6 χρυσά, 5 αργυρά και 2 χάλκινα) και 26 σε παγκόσμια πρωταθλήματα (13 χρυσά, 8 αργυρά, 5 χάλκινα). Συνολικά, 39 μετάλλια, τα περισσότερα από οποιονδήποτε συναθλητή του στην ιστορία του αθλήματος.

Από το 1949 έως το 1972 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, έχοντας τη δική του στήλη για την ξιφασκία στην κορυφαία ιταλική αθλητική εφημερίδα Corriere dello Sport. Το 1966 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η αληθινή ξιφασκία (La vera scherma). Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ιταλικής Ομοσπονδίας Ξιφασκίας (1959-1960) και γενικός γραμματέας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ξιφασκίας (1980-1984).

Το 1977 τιμήθηκε με το Χάλκινο Ολυμπιακό Παράσημο και το 2003 του απονεμήθηκε ο Πλατινένιος Στέφανος από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, μαζί μια περγαμηνή, που έγραφε: «Τα 39 μετάλλια του Εντουάρντο Μαντζαρότι σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα Ξιφασκίας τον καθιστούν τον μεγαλύτερο ξιφομάχο στην ιστορία του αθλήματος».

Την οικογενειακή παράδοση συνέχισε η κόρη του Κάρολα Μαντζαρότι (γ. 1952), η οποία κατέκτησε την 5η θέση στο ομαδικό του ξίφους ασκήσεως γυναικών, τόσο στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ (1976), όσο και στους Ολυμπιακούς της Μόσχας (1980).

Ο Εντοάρντο Μαντζαρότι πέθανε στο Μιλάνο στις 25 Μαΐου 2012, σε ηλικία 93 ετών.

sansimera

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s