Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Τι Είναι ο Ευρωσκεπτικισμός

Το έχω γράψει συχνά, ας το ξαναγράψω : ανήκω σ’ εκείνους που είχαν δει θετικά το όραμα μιας Ευρώπης ενωμένης πολιτικά, δηλαδή, το όραμα ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους. Το ζήτημα της πρόταξης του στόχου μιας ενωμένης ευρωπαϊκής αγοράς και οικονομίας, έναντι του στόχου της πολιτικής ενοποίησης, αν είχε κάποια λογική βάση, δηλαδή, να προηγηθεί η ένωση των εθνικών (κρατικών δηλαδή) αγορών και ακολούθως να ενωθούν και τα ίδια τα Κράτη πολιτικά, βρίσκονταν στην επιθυμία της προηγούμενης σύγκλισης των εθνικών οικονομιών των Κρατών – Μελών, ώστε η σχεδιαζόμενη ευρωπαϊκή κρατική οντότητα να διαθέτει μια ισχυρή «εθνική» (ευρωπαϊκή) οικονομία που θα εξασφάλιζε ένα βιοτικό επίπεδο εντός κάποιων αποδεκτών ορίων ανισότητας μιας και μιλάμε για μια ελεύθερη, καπιταλιστική αγορά και οικονομία (αλλά, τότε τουλάχιστον, στις αρχές του Ευρωπαϊκού Πειράματος, όχι νεοφιλελεύθερη), με ταυτόχρονη όμως την παρουσία ενός ισχυρού Κοινωνικού Κράτους και μιας ισχυρά θεμελιωμένης Δημοκρατίας έτσι όπως όλα αυτά, γίνονταν αντιληπτά στη Δυτική Ευρώπη (και όχι στη Δύση γενικότερα) όταν δημιουργούνταν οι πρόγονοι της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο με τη Συνθήκη της Ρώμης στις 25 Μαρτίου του 1957 με την οποία ιδρύονταν η ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) αλλά, και με την προ αυτής Συνθήκη των Παρισίων στις 18 Απριλίου 1951, γνωστής και ως Συνθήκη Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ).

Ο ουσιαστικότερος στόχος, ο Στόχος της μετατροπής μιας Οικονομικής Ένωσης σε μια Πολιτική Ένωση με αποκορύφωμα τη μετατροπή της σε ενιαία Κρατική Οντότητα, εν τούτοις, ενώ μέχρι ενός ορισμένου χρονικού σημείου μπορεί να εθεωρείτο μια δικαιολογημένη αργοπορία (έστω και παρά φύσιν, αφού η κυοφορία του νέου από τη στιγμή της σύλληψης, ούτε στο κόσμο της βιολογίας, ούτε στο κόσμο των ιδεών, ούτε στο κόσμο της πολιτικής, διαθέτει άπειρο καιρό, αν κάποτε πρέπει νάρθει στον κόσμο και να αρχίσει να αναπτύσσεται, διαφορετικά, κινδυνεύει και το κυοφορούμενο νέο και αυτό που το κυοφορεί) κυρίως εν όψει των «τεχνικών» δυσκολιών  του εγχειρήματος, όμως, ήδη, σχεδόν με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε, πως, ο στόχος της πολιτικής (κρατικής) ενοποίησης είναι νεκρός, και πως ουσιαστικά, βρισκόμαστε σε ένα είδος πολιτικού μορφώματος : ενώ ο άνω πολιτικός στόχος πέθανε, εν τούτοις, οι πολιτικές εξουσίες που είχαν εκχωρηθεί από τα Κράτη – Μέλη σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ακριβώς εν αναμονή και της πολιτικής (κρατικής) ενοποίησής τους, δεν επιστράφηκαν στα Κράτη αλλά, εξακολουθούν να εκχωρούνται ολοένα και περισσότερες, εν ονόματι πλέον των απαιτήσεων της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Αγοράς και Οικονομίας, έτσι ώστε σήμερα, να είναι η Αγορά και η Οικονομία που να διαθέτει και καθορίζει πολιτικές καθολικού ενδιαφέροντος και όχι μόνο οικονομικού, με την ακόμα πιο επικίνδυνη και απαράδεκτη μορφή τής λειτουργίας της εν κενώ δημοκρατικής νομιμοποίησης. Τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, με πολύ μεγάλη δυσκολία και με θεωρητικούς ακροβατισμούς μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους ως πολιτικών και όχι ως ουσιωδώς οργάνων διευθέτησης αγοραίων και οικονομικών ζητημάτων αλλά, που παρόλα αυτά, έχουν στα χέρια τους και πολιτικές (κρατικές) εξουσίες που δια Συνθηκών τους έχουν εκχωρηθεί, όμως, για άλλο σκοπό και όχι για να ενισχύσουν το οπλοστάσιο των Αγορών και της Οικονομίας ώστε να λειτουργούν ως υποκατάστατα της πολιτικής εξουσίας την οποία και να ελέγχουν, αντί να ελέγχονται από αυτή.

Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως οι λαϊκές δυσαρέσκειες στην Ευρώπη να ήταν πιο μετριασμένες, αν το άνω μόρφωμα στο οποίο μεταφερθήκαμε δεν προσωποποιεί την πιο αποκρουστική, ολοκληρωτική ως προς τον ιδεολογία και το περιεχόμενό της εξέλιξη, που δεν είναι άλλη από την Νεοφιλελεύθερη Τάξη Πραγμάτων που επιχειρείται να εγκαθιδρυθεί στην Ευρώπη υπό την Γερμανική Ηγεμονία. Κοντά έναν αιώνα από την έναρξη του Μεγάλου Ευρωπαϊκού Πειράματος, σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο της καθιέρωσης της Θεσμικής Απόκλισης από τους Ιδρυτικούς Στόχους της Ένωσης, εκείνους που είχαν γίνει αποδεκτοί (ή/και ανεκτοί) από μεγάλα λαϊκά τμήματα της Ευρώπης, και την αντικατάστασή του, από τον Στόχο της Νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, που θα είναι μια Ευρώπη των Αγορών στη θέση της Ευρώπης των Λαών, και μάλιστα των Νεοφιλελεύθερων Αγορών, που πάει να πει, η Ευρώπη των Λίγων Οικονομικά Ισχυρών (για τις περίφημες «Αγορές» ό,τι έχει σημασία είναι οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις – «μεγάλες» σε σχέση με τα ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρότυπα και όχι τα καθέκαστα εθνικά, οι υπόλοιπες «αγορές» μικρής και μεσαίας κλίμακας θα οδεύσουν προς εξαφάνιση με τον οιοδήποτε τρόπο) και επικίνδυνης και για την ίδια την Ειρήνη με βάση τις ιδεοληψίες του Νεοφιλελευθερισμού περί ενός Παγκόσμιου Χωριού, (που πάει να πει καταργείστε τα σύνορα σε πρώτη φάση και τα Κράτη αμέσως μετά), με μια Παγκόσμια Κυβέρνηση και έναν Παγκόσμιο Χωροφύλακα για να επιβάλλουν της νεοφιλελεύθερη εκδοχή του Παγκόσμιου Νόμου και της Παγκόσμιας Τάξης, ιδεοληψίες που δεν θα μας απασχολούσαν ιδιαίτερα, αν δεν επιχειρούνταν και να επιβληθούν και μάλιστα κατά τρόπο βίαιο και με μεγάλο απόντα τη Βούληση των ίδιων των Λαών. Μένοντας λοιπόν στην Ευρώπη, ποιος αμφιβάλλει, π.χ., πως όταν η ΕΚΤ ή το ιερατείο των τεχνοκρατών στις Βρυξέλλες σχεδιάζει και επιβάλλει τις όποιες (οικονομικές, κοινωνικές, αγροτικές, βιομηχανικές, κ.λπ.) ντιρεκτίβες του, έχει κατά νου το τι συμφέρει στο σύνολο των Κρατών – Μελών (και κυρίως των Λαών τους) και όχι τι συμφέρει κυρίως στις δυο-τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες (Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία), και κυρίως τα ισχυρά τους συμφέροντα, που εκπροσωπούν περίπου το 45% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και ιδίως της Γερμανίας, που επί πλέον αποτελεί τη λοκομοτίβα της ευρωπαϊκής οικονομικής μηχανής; 

Ακριβώς στις ανωτέρω διαπιστώσεις, βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η ανησυχία -και η αντίρρηση- των Λαών της Ευρώπης, ακριβώς αυτή η πραγματικότητα αποτελεί την πεμπτουσία αυτού που καλούμε «ευρωσκεπτικισμός», ανεξάρτητα από ποια αίτια και υπό ποια μορφή εκδηλώνονται οι εναντίον τους αντιρρήσεις από τους Λαούς της Ευρώπης. Το ζήτημα τώρα για εκείνους που ποζάρουν ως μη-ευρωσκεπτικιστές, είναι τι πιστεύουν για τους λόγους εκείνους που κάνουν τους Λαούς της Ευρώπης, να είναι αν όχι κάθετα αντίθετοι με ό,τι σήμερα επικρατεί ως ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τουλάχιστον δυσαρεστημένοι, εκτός από την άποψη πως οι Λαοί ίσως και να μη γνωρίζουν όσα θα έπρεπε ώστε να ομιλούν εγκύρως, ίσως και να είναι παραπλανημένοι, ίσως και να μη γνωρίζουν και τίποτα «επί της ουσίας». Το ερώτημα που τίθεται στους μη-ευρωσκεπτικιστές, είναι αμιγώς πολιτικό : ποια είναι η πολιτική τους αντίληψη -και τι προτείνουν- για τις πολιτικές προοπτικές της Ευρώπης, εντός των πλαισίων των Ιδρυτικών της Συνθηκών και ποια η αντίληψή τους για την Ευρωπαϊκή Τάξη Πραγμάτων που κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι μια Νεοφιλελεύθερη Τάξη Πραγμάτων και εν ταυτώ γερμανοκρατούμενη. Αυτό ζητά να μάθει ο Λαός, και από τους μεν (ευρωσκεπτικιστές) και από τους δε (μη-ευρωσκεπτικιστές). Και ενώ οι πρώτοι είναι πολύ περισσότεροι συγκεκριμένοι και πιο λαλίστατοι, οι δεύτεροι ρέπουν προς την αοριστολογία και βεβαίως είναι και πιο λιτοί στις διαπιστώσεις και διατυπώσεις τους επί των ανωτέρω ζητημάτων, ή, και επί των ανωτέρω ζητημάτων.

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s