olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας.

Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν ιστορία

Posted by kalinda on January 12, 2019

Τη δεκαετία του ’60, η Αθήνα της αντιπαροχής παραδίδεται στο τσιμέντο και την αισθητική των εργολάβων.

Εκεί κάτω από την Ακρόπολη, στην ατμοσφαιρική Πλάκα, οι καλλιτέχνες του Νέου Κύματος και η νεολαία της εποχής δημιουργούν τα δικά τους στέκια για να εκφράσουν τα αδιέξοδα και τις αναζητήσεις τους.

Οι μπουάτ έγιναν οι «μουσικές συναγωγές», όπου οι μικρές παρέες έγραψαν τη δική τους ιστορία.

Οι μπουάτ έκαναν δειλά την εμφάνισή τους στην Πλάκα, τη δεκαετία του ΄60. Ήταν η εποχή που το αστικό τοπίο μεγάλωνε με ραγδαίους ρυθμούς και οι μονοκατοικίες έδιναν τη θέση τους στις πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα. Εκεί όπου απλωνόταν η τσιμεντένια πόλη δεν χωρούσαν πια τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Οι νέοι αναζητούσαν νέα στέκια, όπου θα μπορούσαν να διασκεδάσουν και να εκφραστούν.

Σε εκείνη τη χωροχρονική συγκυρία, την απάντηση έδωσαν οι μπουάτ, οι μουσικές σκηνές της εποχής, που με την απλότητά τους άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο στίγμα …. Πώς ήταν αυτά τα μουσικά στέκια; Πώς πήραν το όνομά τους και ποιοι καλλιτέχνες συνέδεσαν την καριέρα τους με την «Απανεμιά», την «Αυλαία», το «Δώμα», την «Κατακόμβη» και την «Κιβωτό»;

Στις μπουάτ ίσχυε η αρχή «όλοι οι καλοί χωράνε»…

Η συγκεκριμένη λέξη βγαίνει από τη γαλλική «boîte», που σημαίνει κουτί. Ονομάστηκαν έτσι, λοιπόν, επειδή ο χώρος που λειτουργούσαν ήταν μικρός και συμμαζεμένος. Μπουάτ, φυσικά, σήμαινε Πλάκα! Έλεγαν μάλιστα ότι επειδή ο Παρθενώνας ισοδυναμεί με κάτι λαμπερό και φωτεινό… οι μπουάτ βρέθηκαν κάτω από το φως του για να πάρουν από τη λάμψη του! Στην πραγματικότητα το θέμα ήταν καθαρά πρακτικό. Στην Πλάκα τη δεκαετία του 60 είχαν πέσει οι αξίες των παλιών κτισμάτων, και δεν μπορούσαν να γίνουν πολυκατοικίες λόγω της Ακρόπολης και της σχετικής απαγόρευσης.

Ο κόσμος έφευγε από τις μονοκατοικίες – ας θυμηθούμε και παλιές ελληνικές ταινίες που είχαν τέτοιο θέμα – και μετανάστευε μαζικά στις νεόδμητες πολυκατοικίες. Τα φτηνά ενοίκια στις μονοκατοικίες της περιοχής της Πλάκας, έδωσαν το πράσινο φως σε επιχειρήσεις διασκέδασης χαμηλού κόστους. Αυτό ήταν οι Μπουάτ, μικροί χώροι που στέγασαν τα όνειρα του «Νέο Κύματος», όπως ονομάστηκε το ρεύμα του ελληνικού τραγουδιού που αναπτύχθηκε λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και αποτελούσε μια προσπάθεια ανανέωσης του ελαφρού τραγουδιού.

Έτσι στα άδεια ψηλοτάβανα σπίτια ξεφύτρωσαν μικρές μουσικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους, με πελάτες κυρίως φοιτητές και παρέες νέων, από 16 έως 30 ετών. Όπως μας λένε θαμώνες που πέρασαν τα λεγόμενα «καλύτερά τους χρόνια» στις μπουάτ, ήταν μέρη με αυθεντική ατμόσφαιρα, που ακούγονταν συνήθως δυο κιθάρες, ένα ακορντεόν, το πιάνο και ο ερμηνευτής. Μαζί τους τραγουδούσαν και όλα τα άτομα που βρίσκονταν στην μπουάτ. Τσιγάρο, ένα βερμούτ -αν η τσέπη δεν σήκωσε δεύτερο- και τραγούδια με νόημα. Πολλοί θαμώνες κάθονταν εμμονικά κοντά στην πόρτα, μήπως προλάβουν το «ντου» της αστυνομίας και γλιτώσουν την ανάκριση.

Ο τραγουδιστής ήταν σχεδόν μπλεγμένος με το κοινό. «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα σιωπή» τραγουδούσε η Αρλέτα – και ο κόσμος χειροκροτούσε με τα… δάκτυλα για να μην ενοχλούνται οι γείτονες, που στη δύσκολη, όταν έχαναν τον ύπνο τους … πετούσαν ζαρζαβατικά.

«Απάγκιο κι απανέμι» στην «Απανεμιά» – Τραχανάς στη «Ρουλότα» και στο «Στέκι» του Πουλόπουλου

Τα ονόματα των μπουάτ παραπέμπουν σε κάτι πολύ οικείο ή σε ένα χώρο ζεστό, όπως: Αυλαία, Δώμα, Κατακόμβη, Κιβωτός, Λημέρι, Λυχνάρι, Σοφίτα, Στοά, Συμπόσιο, Στέκι του Γιάννη, Σχολείο, Τετράδιο, Τζαζ, Χρυσό Κλειδί, Ζώδιο.

Το 1961 ανοίγει ο «Τιπούκειτος» σε ένα υπόγειο της οδού Νικοδήμου, ως καλλιτεχνικό καφενείο. Εκεί τραγουδούσαν με τις κιθάρες τους δυο άγνωστοι νεαροί: Ο Λάκης Παππάς πρώτα, και κατόπιν ο Κώστας Χατζής. Άλλες μπουάτ της εποχής το «Στέκι του Γιάννη» (Πουλόπουλος) που σέρβιρε τραχανά, η «Κιβωτός» του Μίνου Αργυράκη (μετέπειτα Νεφέλες) όπου πρωτοτραγούδησε η Αρλέτα, οι «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη, η «Ρουλότα» (Χατζής, Σαββόπουλος, Χωματά), το «Συμπόσιο», η «Καρυάτις», η «Απανεμιά», το «Τετράδιο», η «Αυλαία», ο «Σκορπιός».

Η «Απανεμιά» εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μπουάτ από το 1964 έως πρόσφατα. Επίσης, το Ζουμ, η πάλαι ποτέ μπουάτ που λειτούργησε 40 χρόνια.

Ο Δήμος Μούτσης περιέγραφε σε ένα κείμενό του την πρώτη μουσική καινοτομία που έζησε ο χώρος της Κυδαθηναίων: «Όταν πρωτοεμφανίστηκα στο τραγούδι, ήταν ακόμα η ωραία εποχή των μπουάτ. Το 1969, μαζί με τη Γαλάνη και τον Μητσιά, κάναμε την πρώτη μεγάλη αλλαγή: μέχρι τότε οι μπουάτ λειτουργούσαν με μια κιθάρα κι ένα πιάνο. Εμείς στο «Zoom» εγκαταστήσαμε μια στέρεη ορχήστρα, που έπαιζε τόσο καλά ώστε κάποιος περαστικός νόμιζε ότι άκουγε δίσκο. Ο Καρνέζης έπαιζε μπουζούκι, ο Βαρδής κιθάρα, ο Γκοβόστης ντραμς κ.ά.». Αμέσως μετά ακολούθησαν τα πλακιώτικα μπαράκια μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ’70 που εκδιώχθηκαν από εκεί τα κέντρα για να σκορπίσουν στο υπόλοιπο κέντρο της πόλης.

Ο αεικίνητος Διονύσης Σαββόπουλος μιλά για τις μπουάτ

Στη «Στοά». 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη «Ρουλότα». 65-66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο Μικρούτσικο ως πιανίστα. Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις. Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο. Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν ιστορία – Εικόνα 6

Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της.

«Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ. Υπήρχε βέβαια ο Χατζιδάκις κι εκείνη την περίοδο κυρίως ο Θεοδωράκης. Η μουσική τους προϋπέθετε μεγάλους ποιητές, μεγάλους ερμηνευτές και μεγάλους δεξιοτέχνες στο μπουζούκι. Εμείς στις μπουάτ παίζαμε πολύ Θεοδωράκη. Και Χατζιδάκι. Αλλά μ’ έναν απλό και κάπως ερασιτεχνικό τρόπο που χαρακτηρίζει όλο το ρεπερτόριο των μπουατ. Το ήθελε η νεολαία αυτό, ήταν και η δικιά μας ανάγκη αυτή η απλότητα και η αμεσότητα.»

«Να μην πετάξουμε τον πυρήνα, την ουσία αυτής της αισθητικής. Σήμερα άμα έχεις να πεις κάτι δεν το απευθύνεις στον κόσμο, διότι ο κόσμος έχει γίνει ένας πολτός λόγω της τηλεόρασης. Άμα έχεις να πεις κάτι το απευθύνεις σε στέκια, παρέες, ομάδες, που υπάρχουν παντού στην πόλη η στο διαδίκτυο. Υπάρχουν αρκετά μέρη όπου δυο τρεις μουσικοί παίζουν τα τραγούδια τους, παίζουν τζαζ, αυτοσχεδιάζουν και τα λοιπά. Το Gazarte που έπαιζα πρόπερσι με το Λάντσια και τον Κιουρτσόγλου δεν ήτανε σαν μπουάτ διακτινισμένη στο σήμερα; Υπάρχουν πια αρκετοί χώροι που λειτουργούν σαν κυψέλες συγκίνησης, σαν παλιές μπουάτ. Χωρίς πανηγυρική ατμόσφαιρα έστω, αλλά πιο εσωτερικά, πιο ουσιαστικά.»

Ο Μανώλης Ρασούλης περιγράφει με αυτή τη φράση τις μπουάτ της δεκαετίας του 1960 στο βιβλίο του «Εδώ είναι του Ρασούλη»: «Ήταν οι δικοί μας χώροι. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε μια νέα εθνική συνειδητότητα».

Η «Φωνή των μπουάτ», ο Λάκης Παππάς, που έχει φύγει από τη ζωή, έλεγε για την εμπειρία των μπουάτ: «Τελικά, είναι ένας τρόπος ζωής». Μιας ζωής η οποία συνδέθηκε με πολλά ωραία και αγαπημένα τραγούδια, ξεκινώντας από τον «Κυρ Μιχάλη» και το «Αχ, μανούλα μου», τα οποία πρωτοερμήνευσε στην παράσταση «Οδός ονείρου» του 1962, έναν ακόμα υπέροχο Χατζιδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου, τον «Ματωμένο γάμο», το «Παραμύθι χωρίς όνομα», σε στίχους Καμπανέλλη, και όλη την προσπάθεια ανανέωσης του ελληνικού τραγουδιού που ονομάστηκε «Νέο κύμα».

Ο θρυλικός «πατριάρχης των μπουάτ» και «πατέρας» των θρυλικών Εσπερίδων της Πλάκας, Γιάννης Αργύρης, που έφυγε από τη ζωή την εκπνοή του 2015, είχε διασκεδάσει τον Αριστοτέλη Ωνάση αλλά και τον Όρσον Γουέλς, θαμώνες του θρυλικού υπογείου της Πλάκας.

Στην μπουάτ «Θεμέλιο» εμφανιζόταν ο Γιώργος Νταλάρας με την Χαρούλα Αλεξίου, την Άννα Βίσση, και τον Αντώνη Βαρδή. Ο Νταλάρας είχε κάνει εμφανίσεις για τέσσερις σεζόν στην μπουάτ «Διαγώνιος» και το 1976 έκανε εμφανίσεις με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και την Άννα Βίσση και το 1976-1977 με την Χαρούλα Αλεξίου, την Άννα Βίσση, την Λιζέττα Νικολάου και τον Χ.Γαργανουράκη.

Νέο Κύμα – βρήκαν στις μπουάτ τον χώρο να δημιουργήσουν αθάνατη μουσική

Ο όρος «Νέο Κύμα» είναι μετάφραση του ομώνυμου κινηματογραφικού κινήματος nouvelle vague, που επικράτησε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1950 και μεταφέρθηκε στην ελληνική μουσική από τον Γιάννη Σπανό.

Περισσότερο ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως διαφημιστικό σλόγκαν από την εταιρεία δίσκων Lyra, ιδέα του ευφυέστατου και ικανότατου παραγωγού της, Αλεξανδρινού επιχειρηματία, Αλέκου Πατσιφά.

Ο Πατσιφάς ήθελε να φτιάξει ένα τραγούδι «χειροποίητο», σαν ένα βελτιωμένο ελαφρό τραγούδι με μικρές ορχήστρες, καινούργιους νέους τραγουδιστές, με προσεγμένους στίχους. Ήθελε να χωρέσει κάπου ανάμεσα στα δισκογραφικά θηρία της εποχής COLUMBIA και ODEON με σύμμαχο τον Γιώργο Παπαστεφάνου, που είχε μεγάλη γνώση και πείρα στο τραγούδι, ο οποίος του σύστησε τον Γιάννη Σπανό.

Ο Σπανός μόλις είχε έρθει από τη Γαλλία, όπου είχε κάνει μία σημαντική καριέρα γράφοντας τραγούδια για τους: Ζυλιέτ Γκρεκό, Ρισάρ Αντονί, Μπριτζίτ Μπαρντώ, Μαρί Λαφορέ και άλλους αξιόλογους Παριζιάνους καλλιτέχνες, που εκτός από τη δισκογραφία δημιουργούσαν μαγικές βραδιές στα μικρά πιάνο μπαρ της δυτικής όχθης του Σηκουάνα.

Από άποψη ενορχήστρωσης, το νέο κύμα χαρακτηρίζεται από μια λιτότητα, συχνά η συνοδεία του τραγουδιστή είναι μόνο μία κιθάρα. Το Νέο Κύμα χαρακτηριζόταν από συνθέσεις με εκφραστική λιτότητα και ευαισθησία, ενώ περιείχε αρκετά στοιχεία δανεισμένα από τη μπαλάντα. Αργότερα προστέθηκαν στοιχεία λαϊκού ήχου και παραδοσιακές προσμίξεις.

Βασίστηκε στην ευαισθησία διακεκριμένων συνθετών της εποχής (κυρίως του Μάνου Χατζιδάκι), γρήγορα όμως απέκτησε τη δική του αυθυπαρξία. Οι στίχοι στα τραγούδια του νέου κύματος έχουν περιεχόμενο ερωτικό, κοινωνικό και πολιτικό.

Βασικότεροι εκπρόσωποι του Νέου Κύματος ήταν οι Γιάννης Σπανός (συνθέτης), Λάκης Παππάς (συνθέτης – τραγουδιστής), Γιώργος Ζωγράφος (τραγουδιστής), Αρλέτα (στιχουργός, συνθέτης – τραγουδίστρια), Νότης Μαυρουδής (συνθέτης), Λίνος Κόκοτος, Νίκος Καλλίτσης, Καίτη Χωματά (τραγουδίστρια), Γιάννης Πουλόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής, Διονύσης Σαββόπουλος, Θανάσης Γκαϊφύλλιας (συνθέτης – στιχουργός – τραγουδιστής).

«Θα διώξω τα σύννεφα» και «Μια αγάπη για το καλοκαίρι»

Γνωστοί συνθέτες και ποιητές δίνουν στίχους στο «Νέο Κύμα των Μπουάτ, όπως ο Άκης Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, ο Κώστας Κωτούλας. Κάποιο μουσικοί όπως ο Κηλαηδόνης, ο Πάριος, ο Παπακωνσταντίνου, ο Σαββόπουλος, ο Σιδηρόπουλος ξεκίνησαν από τις μπουάτ. Ακόμη και ο Αττίκ, ένας από τους μεγάλους Έλληνες πρωτοπόρους στη μουσική, ξεκίνησε από ένα είδος μπουάτ, τη Μάντρα.

Το «Νέο Κύμα» έδωσε την ευκαιρία σε νέα ονόματα, που δεν είχαν πρόσβαση στις μεγάλες εταιρίες, να ακουστούν και να αναδειχθούν. Μέσα από εκείνη την μουσική κοσμογονία του νέου αυτού μουσικού ρεύματος, αναδείχθηκαν ονόματα που απασχόλησαν τη δισκογραφία για πάρα πολλά χρόνια μετά: Λάκης Παππάς, Καίτη Χωματά, Γιώργος Ζωγράφος, Αρλέτα, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Πουλόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής και πολλοί άλλοι.

Τραγούδια όπως το «Θα διώξω τα σύννεφα» και «Μια αγάπη για το καλοκαίρι», γεμάτα νιάτα και φρεσκάδα, με τη φωνή της πρόωρα χαμένης Καίτης Χωματά, και το «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες» με την Αρλέτα, έχουν μείνει επίκαιρα μέχρι σήμερα

Το Νέο Κύμα σαν μουσική τάση κράτησε λιγότερο από μία δεκαετία και μετά εξασθένησε, γιατί οι ανάγκες και ανησυχίες των νέων της εποχής απαιτούσαν κάτι πιο αγωνιστικό και πολιτικό!
Τις νέες πνευματικές ανησυχίες κάλυψαν με τη μουσική τους τα θηρία της εποχής: Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, και λίγο αργότερα Μαρκόπουλος, Μούτσης, Κουγιουμτζής, Λοΐζος, οι οποίοι μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Γκάτσο, τον Ελευθερίου, τον Δασκαλόπουλο, τον Μύρη και άλλους, δημιούργησαν ένα νέο πεδίο μάχης για τις κοινωνικο-πολιτικές απαιτήσεις της εποχής.

3 Responses to “Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν ιστορία”

  1. ΑΡΜΑΚΕΔΟΝ said

    «Έλα, σκατότουρκε… έλα Συριζαίε, απεσταλμένε από τους τούρκους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “ από ημάς” συνθήκην με “ έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Συριζαίον τσιπρεοκαμμένων την πουτάνα!» – Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο! ”
    Γιουσουφάκια κατσαπλιάδες προδοτάκια έφτασε η ώρα

    Like

  2. Πολυγνώστης said

    ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΦΙΛΗ ΚΑΛΙΝΤΑ,ΔΕΝ ΜΑΣ ΛΕΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο…ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ! ΟΧΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ,ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΜΕΡΙΚΑ…ΛΑΘΑΚΙΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ…ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ! ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ,ΤΑ ΤΖΑΒΑΡΑΚΙΑ ΠΑΙΞΑΝΕ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΡΟΛΟ ΣΤΙΣ ΜΠΟΥΑΤ,Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ ΕΠΙΣΗΣ, Ο ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ ΤΟ ΙΔΙΟ.ΕΠΙΣΗΣ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ, ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ΠΑΝΤΕΛΩΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΜΠΟΥΑΤ! ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΜΠΟΥΑΤ,ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ “ΠΩΛΕΙΤΑΙ” ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕ Σ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΡΡΙΕΡΑ ΤΟΥ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΟΤΕ ΜΠΟΥΑΤ.
    ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΚΑΤΙ ΩΣ ΝΕΑ,ΘΑ ΘΥΜΙΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΚΑΤΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ..
    ΠΑΡΕ ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ.

    «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 03/07/2001 ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

    Μπουάτ και αμφισβήτηση, τότε και πάντα

    Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΥ *

    «Κι ύστερα μου μιλάς για καλοκαίρια…»

    Απαντώντας στο σχετικό ερώτημα θα υποστήριζα ότι η δεκαετία του ’60 βρήκε την Ελλάδα σ’ ένα παράξενο σταυροδρόμι. Τα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα είχαν κορυφώσει τις αντιθέσεις τους, το σύστημα πρωτοφανέρωνε επί της ουσίας τις εσωτερικές αντιφάσεις του, τα πολύχρονα μοτίβα του δουλέματος του λαού από τους εξουσιαστικούς διαχειριστές της κοινωνικής του ύπαρξης είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, με πρώτο άξονα τη φθορά της μοναρχίας.

    Παράλληλα, στον πνευματικό χώρο, είχε ωριμάσει πια η μεταπολεμική προσέγγιση που έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση απ’ τη γερμανική κατοχή, από μια ομάδα φωτισμένων αστών που, βλέποντας πως η πατρίδα έπρεπε να ξαναβρεί πρόσωπο και ταυτότητα, στηρίχτηκε στις παραδομένες αξίες και στο θεματολόγιο του ανέκαθεν διαχρονικού Ελληνισμού, συνδέοντας τη λαϊκή δημιουργία με το πλαίσιο της προοδευτικής σκέψης.

    Οι διανοούμενοι αυτοί είχαν επαφή με τη διεθνή πληροφορία και τις αποδομητικές ανακατατάξεις που δημιούργησαν εκπληκτικά και πρωτοφανή πολιτιστικά δρώμενα, τόσο στην Αμερική, κυρίως με το Μπιτ Τζενερέισιον, όσο και στην Ευρώπη, που προετοίμαζε τον ιστορικό Μάη του ’68 στα πανεπιστήμια και τη γενικότερη έκρηξη νέων ιδεών, στις ανοιχτές πιάτσες της πολιτιστικής ζύμωσης και των φιλελεύθερων ανοιγμάτων της δεκαετίας του ’60. Με πρωτεύοντες στόχους το Παγκόσμιο Φιλειρηνικό Κίνημα, την κοινωνική απελευθέρωση των τότε μειονοτήτων, (γυναίκες, μαύροι, μικρά παιδιά, ομοφυλόφιλοι, κ.λπ.), την προώθηση του αυτόνομου λόγου και την αμφισβήτηση της πλαστικοποιημένης υπερκατανάλωσης, κυρίως μέσα από το Κίνημα των Παιδιών των Λουλουδιών. Μέγα ρεύμα ανατροπής παλαιών αξιών, ρεύμα ενός δημιουργικού νεοανθρωπισμού εξορύχτηκε από τις επαναστατικές εκδηλώσεις των Αμερικανών και Ευρωπαίων δημιουργών.

    Μια σειρά λοιπόν από ομοειδή αντανακλαστικά συμπαρομαρτούντα ακολούθησε και στην Ελλάδα, τη δημιουργική αυτή πανδαισία, με πρωτεργάτες τους μεγάλους ποιητές μας. Οπου ο Ολύμπιος Νίκος Γκάτσος τροφοδότησε με τις σπάνιας ακρίβειας και θεωρητικής μετάγγισης πληροφορίες του τους πάντες και τα πάντα, από το ιστορικό τραπεζάκι του, στου «Ζωναρά», την ώρα που ο Σεφέρης προσέγγιζε με ιδιαίτερο σεβασμό τον «Ερωτόκριτο», ενώ οι αριστεροί ποιητές της άλλης όχθης, με προεξάρχοντα φυσικά τον Ρίτσο, δίνανε τη μάχη της κοινωνικοποίησης του ποιητικού μηνύματος, όπως τη ζητούσε εξάλλου και η ατμόσφαιρα της εποχής.

    Παράλληλα, η καταλυτική παρουσία του Κάρολου Κουν, που δίδαξε σύγχρονη θεατρική προπαίδεια, άνοιξε το δρόμο στη θεατρική γνωριμία του μεγάλου κοινού με το σύγχρονο ελληνικό έργο αλλά και το θησαυρό της αρχαίας κλασικής παρακαταθήκης. Από κοντά ο Τσαρούχης (ακούμπησε στο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ), ο Καμπανέλλης (μας έμπασε στο ρεαλιστικό θέατρο), ο Μόραλης, ο Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Σολωμός, ο πατριάρχης του «Νέου Κύματος» ο Αλέξανδρος Πατσιφάς και τόσοι ακόμα, σημαντικοί και ιδιαίτεροι Νεοέλληνες, όλων των χώρων παραγωγής πολιτισμού.

    Ταυτόχρονα λοιπόν, οι Διόσκουροι του έντεχνου τραγουδιού, Χατζιδάκις – Θεοδωράκης, απέναντι και μαζί πάντοτε, δίπλα δίπλα και αντίθετοι, ανταγωνιστικά συμπληρωματικοί, τροφοδότησαν μεγάλες μάζες κοινού και ιδιαίτερα το μαχόμενο κομμάτι της φοιτητιώσας νεολαίας με το πρωτότυπο, προοδευτικό και εν πολλοίς πρωτοποριακό υλικό που εμφάνισαν. Ο Χατζιδάκις πήρε στα χέρια του το ρεμπέτικο, ο Θεοδωράκης πλησίασε το Βυζάντιο και στηριγμένος στους μεγάλους ποιητές άνοιξε τους κρουνούς μιας τεράστιας σε σημασία μουσικής ανατροπής των μέχρι τότε κρατούντων. Ως αποτέλεσμα είχαμε την εμφάνιση των σπουδαίων επιγόνων της πρώτης γενιάς, Μαρκόπουλου, Ξαρχάκου, Λεοντή, Μούτση, Σπανού, Λοΐζου και άλλων, στο «Νέο Κύμα», που διανυκτέρευσε στις μπουάτ όπου ο Σαββόπουλος (ο Ελληνας Μπομπ Ντίλαν της εποχής, ραψωδός μέχρι τα μπούνια), η Αρλέτα, ο Χουλιαράς δώσανε καινούργια τραγούδια με κοινωνικό μήνυμα υπαρξιακής αναζήτησης στον τότε φοιτητή.

    Οι μπουάτ, με πρωτοπόρο τους τον αείμνηστο Γιώργο Μπουκουβάλα («Τιπούκειτος»), περάσανε στα χέρια του Γιάννη Αργύρη με τις ιστορικές του «Εσπερίδες» και αργότερα και άλλων ανιματέρ. Εκεί φιλοξενήθηκαν όλοι οι μεγάλοι ποιητές, όλοι οι σημαντικοί στιχουργοί, όλοι οι ιδιαίτεροι δημιουργοί. Οι ερμηνευτές των Χατζιδάκι – Θεοδωράκη και των άλλων περάσανε οι περισσότεροι από τις μπουάτ, με το δικό τους υλικό ταλέντου ο καθένας.

    Η έλευση της χούντας των συνταγματαρχών και τα έντονα γεγονότα που προηγήθηκαν, διαδηλώσεις για το Κυπριακό, πορείες ειρήνης, δολοφονίες Λαμπράκη – Πέτρουλα, «τροφοδότησαν», κατά ένα ιστορικό οξύμωρο, αγωνιστικά την πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα! Εδώ θα κάνω μια τολμηρή παρατήρηση: Το μόνο «θετικό», εντός εισαγωγικών πάντα, στον πνευματικό χάρτη της Ελλάδας του ’60-’70, ήτανε το αναγκαστικό σπάσιμο των στεγανών και των διευθυντηρίων της εποχής. Οι «στρούγκες» διαλύσανε, ένας άνεμος ελεύθερης αγωνιστικής πνοής φύσηξε σε όλους μας. Φανταστείτε να είχαμε εκτός από τη χούντα στο κεφάλι μας και την άλλη άτυπη χούντα των διευθυντηρίων στο προσκεφάλι μας! Τίποτα δεν θα πέρναγε μπροστά, η πολιτιστική άνοιξη θα έμενε μια τραυματική εμπειρία!

    Όμως, εδώ, οι διανοούμενοι αντιδράσανε. Και πήρανε στα χέρια τους τον αγώνα. Μέχρι το έπος του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας το ’74, υπήρξανε εφτά χρόνια γεμάτα αντίσταση, πάλη κατά της τυραννίας με όλους τους καινούργιους τρόπους δημιουργίας που μας έφερναν οι άνεμοι από το εξωτερικό. Οπως ο περίφημος Μάης του ’68 φυσικά.

    Προσωπικά, η πολιτιστική άνοιξη του ’60 με βρήκε κυριολεκτικά πάνω στη βιολογική και πνευματική μου άνθηση. Φίλος του Σωτήρη Πέτρουλα, έφηβος μέτοχος του Κινήματος για την Ειρήνη του Γρηγόρη Λαμπράκη, νεαρός πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής των μπουάτ και του «νέου κύματος», ταξίδεψα πολύ με οτοστόπ στη φουντωμένη Ευρώπη της δεκαετίας και επιστρέφοντας έφερνα μαζί μου τα μηνύματα και τη γεύση των συνομηλίκων μου εκεί.

    Η αμφισβήτηση ήταν η λέξη της εποχής. Και όταν έγραψα την Ποιητική Αντι-Ανθολογία (η λέξη «αντί» επίσης ήταν ένα κλειδί αναφοράς, τότε), παρουσιάζοντας τους ποιητές της γενιάς μου, ο μακαρίτης Βάσος Βαρίκας, με μια μνημειώδη κριτική στο «Βήμα», μας ονόμασε Γενιά Αμφισβήτησης στην Ποίηση.

    Η όποια μικρή ή μεγάλη συμμετοχή μου στην πολιτιστική άνοιξη, μέσα από την προσωπική ιστορία μου, είναι δεδομένη. Από εκεί και μετά ο αγώνας συνεχίζεται. Η αμφισβήτηση δεν είναι τυρί να χαλάσει ούτε μόδα να ξεχαστεί. Είναι στάση ζωής, δεν είναι στάση λεωφορείου! Εδώ θα είμαστε πάντα και για πάντα! Μια ολόκληρη ζωή και σαφώς και έπειτα απ’ αυτήν!

    *Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι ποιητής-χρονογράφος.

    Copyright © 2001 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

    Like

  3. Πολυγνώστης said

    Και επειδή είναι γνωστή εδώ στην Ολυμπία μας, η εκτίμηση που τρέφω στον Ποιητή της Αμφισβήτησης,
    -με τον οποίο έχω την τιμή να συντηρώ μιαν έντιμη φιλική σχέση-
    , ας δούμε τι λέει επί του προκειμένου και μια εκλεκτή διανοούμενη:

    {Χαρά Κοσεγιάν, Φιλόλογος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών:
    «Η Μουσική στην Πεζογραφία του Εικοστού αιώνα»
    (δημοσιευμένο στο ένθετο Λογοτεχνία και Μουσική του περιοδικού «Δίφωνο», Δεκέμβρης 2004) }

    «…Στην ποίηση οι αναφορές βρίθουν, κάθε ποίημα είναι εν δυνάμει τραγούδι ,
    ακόμα κι αν δεν το ήθελε ο δημιουργός του, ακόμα κι αν δεν το έφτιαξε για τέτοιο.
    Άλλωστε, η ποίηση πλατιά γνωστή έγινε μέσα από τις μελοποιήσεις της.
    Έτσι γνώρισε κι ο τελευταίος Έλληνας, το Σεφέρη, τον Ελύτη, το Ρίτσο
    και πολύ περισσότερο τον Γκάτσο και τον Ιατρόπουλο.»

    Like

Σχολιάστε Ελεύθερα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: