olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

Η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική -Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί από Ελλάδα και Κύπρο

Posted by IGOR στο Νοέμβριος 29, 2018


Με αφορμή την πρόσφατη επαναπροσέγγιση του Ισραήλ με το Τσαντ, το άρθρο εξετάζει την δυναμική που θα μπορούσε να αναπτύξει η υφιστάμενη περιφερειακή συνεργασία της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ, ως προς τις προοπτικές των σχέσεων της Αθήνας, της Λευκωσίας με τις αφρικανικές χώρες – δια του Ισραήλ.

Φωτογραφία: Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, χειρονομεί προς τον πρόεδρο του Τσαντ, Ιντρίς Ντεμπί, καθώς κάνουν κοινές δηλώσεις στην Ιερουσαλήμ, στις 25 Νοεμβρίου 2018. REUTERS/Ronen Zvulun

Στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου, εξέπληξε φίλους και αντιπάλους, εντός και εκτός Ισραήλ, με μια μονοήμερη επίσκεψη-έκπληξη στο Σουλτανάτο του Ομάν, μια χώρα με την οποία το Ισραήλ δεν διατηρεί διπλωματικές σχέσεις. Εξέπληξε επίσης η ασυνήθιστη δράση μιας από τις πιο απόμακρες χώρες του Περσικού Κόλπου να αναλάβει διπλωματικές πρωτοβουλίες με στόχο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής.

Την Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018, η ισραηλινή διπλωματία εκπλήσσει ξανά, με ακόμα μια απρόσμενη επίσκεψη-αστραπή, η οποία κρατήθηκε μυστική μέχρι να συμπληρωθούν λιγοστές μόνο ώρες πριν την πραγματοποίησή της. Αυτή την φορά, στο επίκεντρο βρέθηκε μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής, που και αυτή –όπως το Ομάν- σπάνια έρχεται στο προσκήνιο: Το Τσαντ.

Κατά την πρώτη μέρα της -ιστορικής, κατά τα τοπικά ΜΜΕ- πρώτης επίσκεψής του στο Ισραήλ (25/11), ο πρόεδρος του Τσαντ, Ιντρίς Ντεμπί, συναντήθηκε με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Ρεουβέν Ρίβλιν, τον πρωθυπουργό Νετανιάχου και με υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών και του Άμυνας. Την επομένη (26/11), και όπως ορίζει το πρωτόκολλο, κατέθεσε στεφάνι στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ. Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι η επίσκεψη του Προέδρου του Τσαντ δεν σημαίνει ότι οι διπλωματικές σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ αποκαθίστανται. Όπως το Ομάν, έτσι και το Τσαντ δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, και αμφότεροι οι ηγέτες τους, τόνισαν ρητά ότι δεν έχουν λάβει απόφαση να τις ομαλοποιήσουν άμεσα.

Με μια πρώτη ανάγνωση της επίσκεψης του Προέδρου του Τσαντ στο Ισραήλ, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα στεγανά που άλλοτε καθόριζαν τις σχέσεις του Ισραήλ με την Αφρική, μεταβάλλονται άρδην. Ωστόσο, τίποτα ακόμα δεν έχει κριθεί τελειωτικά. Παράλληλα, όμως, με δεδομένο ότι οι σχέσεις της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί σε κάθε δυνατό επίπεδο, η ισραηλινή «επανάκαμψη» στην Αφρική θα πρέπει να κινήσει το ενδιαφέρον της Αθήνας και της Λευκωσίας.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να εκτεθούν κάποια βασικά στοιχεία της παρουσίας του Ισραήλ στην Αφρική, μια ήπειρο κατ’ εξοχήν απρόθυμη να εμπλακεί ενεργά στα τεκταινόμενα της Μέσης Ανατολής, και ειδικότερα στην αραβοϊσραηλινή διένεξη –χωρίς ωστόσο να αρνείται να λάβει θέση, όποτε ήταν αναγκασμένη να το πράξει.

Η δεκαετία του ’60, οπότε και σημειώθηκε το μεγάλο κύμα αποαποικιοποίησης της Μαύρης Ηπείρου, υπήρξε κομβική για την ισραηλινή διπλωματία. Ήταν η εποχή που το Ισραήλ έβλεπε τον εαυτό του απομονωμένο στον ΟΗΕ και στα νέα διεθνή fora που διαμορφώνονταν τότε. Η στρατιωτική σύμπραξη του Ισραήλ με την Βρετανία και την Γαλλία στην Κρίση του Σουέζ το 1956, έδωσε την ευκαιρία στον αραβικό κόσμο να παρακινήσουν τα νέα κράτη που αναδύονταν σε Ασία και Αφρική να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση κατά του εβραϊκού κράτους, το οποίο επέλεξε την δεδομένη στιγμή να ταχθεί υπέρ των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Προκειμένου να αντιμετωπισθεί το εξαιρετικά δυσάρεστο διπλωματικό κλίμα, η τότε υπουργός Εξωτερικών, και μετέπειτα πρωθυπουργός της χώρας, Γκόλντα Μέιρ, αποφάσισε να θέσει σε προτεραιότητα την διείσδυση του Ισραήλ στο άγνωστο περιβάλλον των χωρών της Αφρικής, που προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν οικονομικά και κοινωνικά –και με αυτόν τον τρόπο να διαψευσθούν τρόπον τινά οι κατηγορίες της νασερικής Αιγύπτου ότι ο ισραηλινός παράγοντας ήταν ουσιαστικά «το δεξί χέρι των Ευρωπαίων αποικιοκρατών».

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ισραηλινή εξωτερική πολιτική είχε έγκαιρα διαβλέψει ότι η ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων με τις νέες αφρικανικές χώρες έπρεπε να περάσει πρώτα μέσα από την εφαρμογή αναπτυξιακών προγραμμάτων σε τομείς βασικούς για την χειραφέτηση των κοινωνιών τους, που δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιήσει ότι είναι ικανές να αυτοδιοικούνται. Το 1958 υπήρξε μια χρονιά-σταθμός στην αφρικανική εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, με την Γκόλντα Μέιρ να προσελκύει τα φώτα της διεθνούς επικαιρότητας στην πρώτη της επίσκεψη στην άγνωστη ήπειρο. Αίσθηση είχε προκαλέσει η επίσκεψή της στην Γκάνα, ακριβώς την ημέρα που γιορταζόταν η πρώτη επέτειος της ανεξαρτησίας της.

Την ίδια χρονιά, προστέθηκε στο οργανόγραμμα του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών ειδικό τμήμα που ασχολείτο αποκλειστικά με την παροχή τεχνογνωσίας στις αφρικανικές χώρες και την εκπόνηση αναπτυξιακών προγραμμάτων, στο πλαίσιο των οποίων αποστέλλονταν Ισραηλινοί ειδικοί στους τομείς της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της παιδείας, ως επίσης και ισραηλινές οικοδομικές εταιρείες και –φυσικά– απεσταλμένοι της ισραηλινής στρατιωτικής βιομηχανίας. Το Ισραήλ είχε ήδη αρκετή πείρα για τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσε να εισχωρήσει στο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον των αναπτυσσομένων χωρών, αρχής γενομένης από την Βιρμανία, την πρώτη χώρα που το Ισραήλ εφάρμοσε αναπτυξιακά προγράμματα αυτής της μορφής ήδη από το 1953. Το «διπλωματικό αντίτιμο» που οι αφρικανικές χώρες κατέβαλαν πρόθυμα, ήταν η θετική (ή η μη-αρνητική) στάση τους ως προς τις ισραηλινές θέσεις στον ΟΗΕ και στους διεθνείς οργανισμούς.

Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξωτερική πολιτική των νεοσύστατων αφρικανικών χωρών ικανοποιούσε πλήρως τους Ισραηλινούς –παρ’ όλα αυτά, σε δεδομένες κρίσιμες ψηφοφορίες στον ΟΗΕ, ή ακόμα και σε συνεδριάσεις του Κινήματος των Αδεσμεύτων ή του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, διακρίνονταν λίγες μεν, πλην όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις των χωρών εκείνων που είχαν γίνει αποδέκτες της ισραηλινής τεχνικής βοήθειας. Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, τον Ιούνιο του 1967, είχε αναπτυχθεί ένα de facto, άτυπο «φιλοϊσραηλινό μέτωπο» στο οποίο συγκαταλέγονταν χώρες, οι οποίες δεν ενδιαφέρονταν να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση στο Παλαιστινιακό πρόβλημα -είτε λόγω της μακρινής τους γεωγραφικής θέσης, είτε εξ αιτίας της απουσίας ισχυρού μουσουλμανικού στοιχείου στο εσωτερικό τους είτε λόγω των τεχνικών αναγκών που η τότε κραταιά Αίγυπτος του Νάσερ, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να καλύψει.

Το καλοκαίρι του 1967, ο Πόλεμος των Έξι Ημερών επέφερε το πρώτο ρήγμα στις σχέσεις του Ισραήλ με την Αφρική. Στη συνέχεια, ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ το 1973, έδωσε την «χαριστική βολή» στην ισραηλινή παρουσία στην Αφρική. Χώρες που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το εβραϊκό κράτος, άρχισαν να αναθεωρούν την στάση τους και οι ισραηλινές Πρεσβείες στην Μαύρη Ήπειρο έκλειναν η μια μετά την άλλη. Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973, από τις συνολικά 34 χώρες της Αφρικής που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, οι 30 τις διέκοψαν –με εξαίρεση το Μαλάουι, το Λεσόθο, την Σουαζιλάνδη και τον Μαυρίκιο (ο οποίος, τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα, διέκοψε και εκείνος τις σχέσεις του με το Ισραήλ το 1976).

Ως γνωστόν, «η φύση μισεί τα κενά». Αφού το Ισραήλ ουσιαστικά είχε σχεδόν «εξαφανιστεί» από τον αφρικανικό χάρτη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αύξησαν την οικονομική και διπλωματική τους επιρροή στην Μαύρη Ήπειρο αρχικά η νασερική Αίγυπτος, στην συνέχεια η Λιβύη του συνταγματάρχη Καντάφι και αργότερα η Νότιος Αφρική. Αν και η ισραηλινή τεχνική βοήθεια δεν εξαφανίστηκε εντελώς, διατηρώντας την παρουσία της κυρίως στις χώρες της Δυτικής Αφρικής, η αλήθεια ήταν ότι σε καθαρά διπλωματικό επίπεδο το Ισραήλ δεν είχε να περιμένει κάτι το ευοίωνο από τις αφρικανικές ψήφους στα διεθνή fora.

Μόνο μετά την ειρηνευτική διάσκεψη της Μαδρίτης, το 1991, και παραμονές της υπογραφής των συμφωνιών του Όσλο, το Ισραήλ άρχισε να επιστρέφει ξανά στην Αφρική. Ωστόσο, οι αφρικανικές χώρες έδειχναν να αναμένουν το «πράσινο φως» του αραβικού κόσμου προτού κάνουν το πρώτο βήμα.

Παραδόξως, παρά το ελπιδοφόρο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ότι δηλαδή η αραβοϊσραηλινή διένεξη βαίνει προς επίλυση, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, παρέμεναν κυριολεκτικά «παγωμένες».

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΙΣΡΑΗΛ-ΤΣΑΝΤ

Για να κατανοήσουμε την ξαφνική επαναπροσέγγιση μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε εν συντομία το υπόβαθρο των διμερών τους σχέσεων.

Το Τσαντ απέκτησε την ανεξαρτησία του στις 11 Αυγούστου 1960 και, όπως συνήθιζε εκείνη την εποχή, το Ισραήλ έσπευδε να αναγνωρίσει κάθε νέο αφρικανικό κράτος που αποαποικιοποιείτο και να ορίζει αμέσως Πρέσβυ στην πρωτεύουσά του. Η βιασύνη που επεδείκνυε η ισραηλινή διπλωματία είχε στόχο να μην δώσει χρόνο στην τότε κραταιά Αίγυπτο του Νάσσερ να θέσει τους δικούς της όρους και προϋποθέσεις στις νεοσύστατες χώρες, σε σχέση με την στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν ως προς την αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ήταν η εποχή που ο αραβικός κόσμος είχε αποφασίσει να επιβάλει εμπορικό αποκλεισμό στο Ισραήλ, ως μέσο πολιτικής πίεσης –μια προσπάθεια που είχε σημειώσει πολλές επιτυχίες.

Η βιασύνη του Ισραήλ να συστήσει διπλωματικές σχέσεις με τις ανεξαρτητοποιημένες αποικίες εκδηλώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου, η οποία και εκείνη –όπως και το Τσαντ– απέκτησε την ανεξαρτησία της αλλά μια ακριβώς εβδομάδα αργότερα, στις 16 Αυγούστου 1960. Ακριβώς την ίδια περίοδο, ο Αιγύπτιος ηγέτης, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, αντιμετώπιζε το ίδιο ακριβώς ζήτημα –αφ’ ενός στην Λευκωσία και αφ’ ετέρου στην πρωτεύουσα του Τσαντ, Ντζαμένα– με στόχο να εμποδίσει τις δύο αυτές νέες χώρες να συστήσουν διπλωματικούς και οικονομικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Τόσο στην περίπτωση του Τσαντ, όσο και στην περίπτωση της Κύπρου, το Ισραήλ «πρόλαβε» να εξασφαλίσει την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων –προκαλώντας την αραβική δυσαρέσκεια.

Η ιδιαιτερότητα της ισραηλινής παρουσίας στο Τσαντ συνίσταται στο γεγονός ότι το Ισραήλ, ήδη από τις πρώτες μέρες της διπλωματικής του παρουσίας εκεί, κλήθηκε να λάβει ενεργό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις της νεοσύστατης χώρας, και να αναμιχθεί στην ανοιχτή διαμάχη μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών που ζούσαν στις νότιες επαρχίες του Τσαντ και των Μουσουλμάνων του βορρά. Αν και οι Μουσουλμάνοι πλειοψηφούσαν, την εξουσία κατείχε ο Χριστιανός πρόεδρος της χώρας, Φρανσουά Τομπαλμπαγιέ (François Tombalbaye). Οι επικριτές του καθεστώτος υποστήριζαν ότι, στην πραγματικότητα, το Τσαντ ποτέ δεν ανεξαρτητοποιήθηκε, μιας και ο Πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ, όταν η χώρα του βρισκόταν υπό γαλλική αποικιακή διοίκηση, είχε ορισθεί πρωθυπουργός της. Οι επικρίσεις αυτές δεν είναι αβάσιμες. Όταν το Τσαντ ανεξαρτητοποιήθηκε, η Γαλλία φρόντισε να διατηρήσει ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Έτσι, η υφέρπουσα διαμάχη Χριστιανών-Μουσουλμάνων μέσα σε πολύ λίγο διάστημα έλαβε μεγάλες διαστάσεις και το 1966 οι Μουσουλμάνοι του βορρά συνέστησαν ένοπλη ομάδα ανταρτών, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Τσαντ (Front de la Liberation Nationale du Chad – FROLINAT). Μήλον της έριδος ήταν η περιοχή Αούζου, στην μεθόριο Τσαντ-Λιβύης, η οποία είναι πλούσια σε κοιτάσματα ουρανίου.

Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Τσαντ, αρχικά το Ισραήλ προσέφερε στο νέο κράτος χαμηλότοκο δάνειο με ευνοϊκούς όρους και μεσολάβησε ούτως ώστε να λάβει ακόμα ένα μεγάλο δάνειο από γερμανικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ανέλαβε να οργανώσει κρατικές αγροτοκτηνοτροφικές μονάδες αποστέλλοντας Ισραηλινούς συμβούλους και, τέλος, ύστερα από αίτημα του προέδρου Τομπαλμπαγιέ, έστειλε έμπειρους αξιωματικούς του ισραηλινού στρατού προκειμένου να εκπαιδευθεί η προεδρική φρουρά. Με τον καιρό, η φρουρά αυτή ενισχύθηκε, λαμβάνοντας μορφή πολιτοφυλακής, με αποκλειστικό στόχο την διατήρηση του καθεστώτος στην εξουσία, όπως εξιστορεί στο βιβλίο του «Ισραήλ και Αφρική» (Israel ve-Afrika, Magnes Press, Jerusalem, 2011) ο Ισραηλινός πρέσβυς ε.τ. και ερευνητής του Ινστιτούτου Τρούμαν του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, δρ. Αριέ Οντέντ. Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραήλ ενεπλάκη έμμεσα, αλλά αποφασιστικά, στην διαμάχη ανάμεσα στο καθεστώς Τομπαλμπαγιέ και τους Μουσουλμάνους αντάρτες του κινήματος FROLINAT στο βόρειο Τσαντ.

Τον Ιούνιο του 1967 ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών, με αποτέλεσμα την επικράτηση του Ισραήλ έναντι των στρατιωτικών δυνάμεων της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ. Η κατάληψη αραβικών εδαφών από το Ισραήλ προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις. Ο αραβικός κόσμος, με επικεφαλής τη νασερική Αίγυπτο, κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του διπλωματικά τα νέα κράτη που είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους στην Ασία και στην Αφρική. Το Κίνημα των Αδεσμεύτων και ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας υιοθετούσαν αντι-ισραηλινές θέσεις και ψηφίσματα, με αποτέλεσμα πολλές χώρες της Αφρικής να διακόπτουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ισραήλ, ή να μειώνουν αισθητά τις συναλλαγές τους μαζί του. Όμως, εξ αιτίας της ισχυρής διασύνδεσης του Ισραήλ με το καθεστώς Τομπαλμπαγιέ –και σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη αφρικανική ήπειρο- οι καλές σχέσεις του Τσαντ και του Ισραήλ δεν επηρεάσθηκαν.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1969, στην Λιβύη, ο συνταγματάρχης Καντάφι κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι Μουσουλμάνοι αντάρτες του βορείου Τσαντ βρήκαν στο πρόσωπο του Καντάφι τον δυνατό σύμμαχο που αποζητούσαν και η καθεστωτική αλλαγή στην Λιβύη άλλαξε τις ισορροπίες στην εσωτερική πολιτική σκηνή του Τσαντ: Ενόσω οι ένοπλες συρράξεις στην χώρα συνεχίζονταν, ο καθεστωτικός στρατός είχε την στήριξη της Γαλλίας, οι αντάρτες κέρδισαν την υποστήριξη της Λιβύης –ενώ, την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ είχε εμπιστοσύνη μόνο στην «δική του» πολιτοφυλακή και στην ισραηλινή της τεχνογνωσία και εκπαίδευση. Είχε γίνει πλέον σαφές, ότι το καθεστώς Καντάφι είχε θέσει στόχο να ελέγξει τα κοιτάσματα ουρανίου στο βόρειο Τσαντ. Επρόκειτο για μια φιλοδοξία, που ο Πρόεδρος του Τσαντ, η Γαλλία και το Ισραήλ ήθελαν να εμποδίσουν.

Το έτος 1972 αποτέλεσε ορόσημο για τις διμερείς σχέσεις του Τσαντ με το Ισραήλ. Το Τσαντ αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω του εμφυλίου πολέμου που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και η κυβέρνηση Τομπαλμπαγιέ ζήτησε από το Ισραήλ δάνειο ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Η ισραηλινή πλευρά, όμως, απέρριψε το αίτημα κρίνοντας ότι η αποπληρωμή ενός τέτοιου ποσού από το Τσαντ θα ήταν ανέφικτη. Αν και η άρνηση των Ισραηλινών ήταν αντικειμενικά σωστή, σηματοδότησε την απαρχή αλυσιδωτών γεγονότων σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1972, η Λιβύη εισέβαλε στο βόρειο Τσαντ για να θέσει υπό τον έλεγχό της τα σημαντικά κοιτάσματα ουρανίου. Ως πρόσχημα για αυτήν του την απόφαση, ο συνταγματάρχης Καντάφι προέβαλε την ανάγκη προστασίας των Μουσουλμάνων κατοίκων της περιοχής έναντι του καθεστώτος Τομπαλμπαγιέ. Η εισβολή της Λιβύης στο βόρειο Τσαντ αποτέλεσε το κύριο ζήτημα που απασχολούσε το καθεστώς Καντάφι για πολλά χρόνια ακόμα. Προφανώς, έτσι εξηγείται γιατί το 1974 η Λιβύη υπήρξε η πρώτη –και η μόνη– χώρα που συνεχάρη την Τουρκία, επειδή εισέβαλε στην Κύπρο. Τουρκία και Λιβύη μοιράζονταν τότε ταυτόσημο αφήγημα.

Με τον λιβυκό στρατό να έχει εισβάλει στο έδαφος της χώρας του και με την οικονομία κατεστραμμένη, ο Πρόεδρος του Τσαντ βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Επειδή, όμως, η «φύση μισεί τα κενά», βρέθηκε στο προσκήνιο ως από μηχανής θεός η Σαουδική Αραβία, η οποία και προσέφερε στο καθεστώς Τομπαλμπαγιέ γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια, θέτοντάς του όμως έναν σημαντικό όρο : Να διακόψει κάθε επαφή με το Ισραήλ. Ο Τομπαλμπαγιέ θα μπορούσε ίσως να ζητήσει την οικονομική ενίσχυση της Γαλλίας. Ωστόσο, όπως τουλάχιστον προκύπτει από ισραηλινές αρχειακές πηγές, ο Πρόεδρος του Τσαντ υποπτευόταν ότι στην πραγματικότητα η Λιβύη είχε ενθαρρυνθεί παρασκηνιακά από το Παρίσι να εισβάλλει στις βόρειες επαρχίες της χώρας του, επειδή προφανώς οι Γάλλοι τον θεωρούσαν πια «καμένο χαρτί». Για αυτούς τους λόγους, εν τέλει το Τσαντ ενέδωσε στις απαιτήσεις της Σαουδικής Αραβίας και ο πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ. Φρόντισε, όμως, να ενημερώσει παρασκηνιακά τους Ισραηλινούς ότι είχε αναγκαστεί να προβεί σε αυτήν την κίνηση, επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Και αυτή ήταν η αλήθεια.

Έτσι, ενώ το 1973 οι υπόλοιπες αφρικανικές χώρες διέκοπταν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ισραήλ η μια μετά την άλλη, εξ αιτίας του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ, το Τσαντ –μια από τις πολύ λίγες χώρες της Αφρικής που είχε κάθε λόγο να μην διαταράξει τους δεσμούς της με το εβραϊκό κράτος– είχε ήδη διακόψει κάθε επαφή μαζί του, και μάλιστα μια χρονιά νωρίτερα, το 1972. Εάν η ισραηλινή κυβέρνηση χορηγούσε το δάνειο των 100 εκατομμυρίων δολαρίων που ζητούσε το Τσαντ, πιθανότατα η εξέλιξη των γεγονότων να ήταν εντελώς διαφορετική.

Η πρόσφατη επίσκεψη του νυν Προέδρου του Τσαντ στο Ισραήλ, τον Νοέμβριο του 2018, αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη επίσημη, φανερή κίνηση επαναπροσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών –46 ολόκληρα χρόνια αργότερα.

Η ΙΣΡΑΗΛΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ – Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο και η υπεραισιόδοξη –όπως δυστυχώς αποδείχθηκε– προσέγγιση της διεθνούς κοινότητας άλλαξαν άρδην τις σχέσεις του Ισραήλ με τις αφρικανικές χώρες. Αν και τελικά, η διαδικασία του Όσλο δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, εν τω μεταξύ οι περισσότερες χώρες της Αφρικής εξομάλυναν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ. Σε αντίθεση, όμως, με τον ενθουσιασμό που είχε επιδείξει η ισραηλινή διπλωματία την δεκαετία του ’60, το Ισραήλ δείχνει να επιλέγει πλέον με ποιες χώρες αξίζει να εμβαθύνει τις σχέσεις του. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, το Ισραήλ αποφάσισε να αναστείλει την λειτουργία των πρεσβειών του σε ορισμένες αφρικανικές πρωτεύουσες, λόγω του υψηλού κόστους διατήρησής τους. Εξαίρεση απετέλεσε η απόφαση του κλεισίματος της Πρεσβείας του Ισραήλ στην Χαράρε, πρωτεύουσα της Ζιμπάμπουε, λόγω της «αντισημιτικής» –όπως εκτιμήθηκε- πολιτικής του τέως προέδρου της χώρας, Ρόμπερτ Μουγκάμπε. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα κριτήρια ήταν αμιγώς οικονομικά.

Η Αφρική των τελευταίων είκοσι ετών δεν είναι ίδια με την Αφρική των περασμένων δεκαετιών. Νέοι διεθνείς παίκτες προσπαθούν να διασφαλίσουν ερείσματα στην Μαύρη Ήπειρο. Σε αυτούς συγκαταλέγεται σχετικά προσφάτως και η Τουρκία, η οποία άλλοτε ήταν παντελώς απούσα. Τώρα, αναπτύσσει αξιοσημείωτη επιχειρηματική δραστηριότητα στην Δυτική Αφρική, ενώ στην Ανατολική Αφρική διατηρεί μια εξαιρετικά σημαντική στρατιωτική βάση στην πρωτεύουσα της Σομαλίας, Μογκαντίσου. Από ισραηλινής πλευράς, μπορεί οι εξαγγελίες του τέως υπουργού Εξωτερικών, Αβίγκντορ Λίμπερμαν, να επικεντρώνονταν στο ότι «η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική εμποδίζει πρωτίστως το Ιράν από το να ασκεί εκεί την επιρροή του» μια εκτίμηση που κατά την δεκαετία του ’90 ήταν ορθή, σήμερα όμως, η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι ο πραγματικός ανταγωνιστής του Ισραήλ στην Αφρική δεν είναι τόσο το Ιράν, όσο η άλλοτε φιλική Τουρκία.

Δεν είναι επί του παρόντος να εξετασθούν λεπτομερώς τα κίνητρα της τουρκικής διείσδυσης στην αφρικανική ήπειρο. Ωστόσο, ο σιωπηλός –πλην όμως υπαρκτός στην πράξη– ανταγωνισμός ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία στην σημερινή Αφρική, δεν πρέπει να αφήνει αδιάφορες την Ελλάδα και την Κύπρο.

Μπορεί ο άξονας συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ να δημιουργήθηκε επ’ ευκαιρία της ανακάλυψης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά έως ότου το μεγαλεπίβολο εγχείρημα του αγωγού EastMed ξεπεράσει τις παρούσες πρακτικές δυσκολίες και τεθεί σε εφαρμογή, Ελλάδα και Κύπρος δεν θα πρέπει να αφήνουν στο περιθώριο πρόσθετες ευκαιρίες που μπορούν να αναδειχθούν σε μια ποικιλία τομέων που σχετίζονται με τις αφρικανικές χώρες, κάποιες εκ των οποίων είναι συγχρόνως μεσογειακές, και συνδέονται άμεσα με τα ζωτικά συμφέροντα του ελληνικού περιφερειακού παράγοντα στον τομέα της ενέργειας, όπως η Αίγυπτος και η Λιβύη.

Η Αφρική δεν πρέπει να θεωρείται τόσο «μακρινή’ για την Ελλάδα, όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Αξίζει ίσως να ανατρέξουμε στην δεκαετία του ’80 και να θυμηθούμε τις στενές σχέσεις που είχε αναπτύξει η Αθήνα με το καθεστώς του συνταγματάρχη Καντάφι –μια επιλογή για την οποία η ελληνική κυβέρνηση της εποχής εκείνης είχε παρεξηγηθεί, κυρίως από τις ΗΠΑ. Αν και η Αθήνα (ορθώς) δεν εξήγησε ποτέ ξεκάθαρα ποιο ήταν το αληθινό της κίνητρο να προσεγγίσει την πάλαι ποτέ Λιβυκή Τζαμαχιρία, εκ των υστέρων καθίσταται σαφές πως εκείνη η επιλογή αποσκοπούσε στο να αποθαρρύνει τον συνταγματάρχη Καντάφι από το να αναγνωρίσει την «ΤΔΒΚ» στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Στην πραγματικότητα, Ελλάδα και Κύπρος ποτέ δεν ξέχασαν ότι η Λιβύη ήταν η πρώτη (και ίσως η μόνη) χώρα που χαιρέτισε ενθουσιωδώς την τουρκική εισβολή του 1974. Έτσι, η ελληνική πλευρά θεώρησε ότι θα έπρεπε τινί τρόπω να κολακεύσει το λιβυκό καθεστώς, αποσκοπώντας μεταξύ άλλων να συγκρατήσει την Τρίπολη από το να παροτρύνει ενδεχομένως όσες αφρικανικές χώρες είχε υπό τον απόλυτο οικονομικό και διπλωματικό της έλεγχο, στο να προβούν εκείνες (ίσως αντ’ αυτής) στην διπλωματική αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Η αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου ήταν μια από τις κυριότερες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και ως προς τρίτες χώρες εκτός Αφρικής, με χαρακτηριστική την απόφαση της Ελλάδας να διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές, όταν οι κυβερνήσεις τους είχαν ανακοινώσει ότι προτίθενται να αναγνωρίσουν την «ΤΔΒΚ», όταν ανακηρύχθηκε η σύστασή της στις 15 Νοεμβρίου 1983. Αν και η άμεση αντίδραση της Αθήνας τότε, απέτρεψε κάτι τέτοιο –από την άλλη, αποτιμώντας το παρελθόν με καθαρή ματιά, εκείνο το δυσάρεστο διπλωματικό επεισόδιο αποτέλεσε ίσως το σημαντικότερο στίγμα που έδωσε η ελληνική διπλωματία αφ’ εαυτής στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Όσον αφορά ειδικότερα την Αφρική εν γένει, είναι πλέον καιρός να παραδεχθούμε ότι η ελληνική και κατ’ επέκτασιν, η κυπριακή παρουσία, κρίνεται εν πολλοίς ως μάλλον ανύπαρκτη.

Επιχειρώντας μια σύντομη κριτική ανασκόπηση του παρελθόντος, και συγκρίνοντας την ελληνική παρουσία στην Αφρική με την σημασία που δίνουν άλλες χώρες στην Μαύρη Ήπειρο, συμπεραίνονται τα εξής: Ενώ η Ελλάδα και ο κυπριακός ελληνισμός είχαν ισχυρά ερείσματα στην αφρικανική ήπειρο κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, με την ανεξαρτητοποίηση των αφρικανικών κρατών, η ελληνική παρουσία σχεδόν εξαφανίζεται. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στο ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις των ετών εκείνων δεν είχαν αντιληφθεί το κέρδος που θα μπορούσαν να αντλήσουν από τις νέες κρατικές οντότητες, που τότε έδειχναν να βρίσκονται στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Μόνη ευτυχής εξαίρεση είναι η περίπτωση της Αιγύπτου, με την οποία οι σχέσεις της Ελλάδας και της Κύπρου μετουσιώθηκαν επιτυχώς με αφορμή τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ό,τι αφορά όμως την απουσία του ελληνικού παράγοντα στις υπόλοιπες αφρικανικές χώρες –η σταδιακή φυγή των Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων από αυτές, σε συνδυασμό με την υπέρμετρα ευρωκεντρική εξωτερική πολιτική που εφάρμοσαν Αθήνα και Λευκωσία όλα αυτά τα χρόνια, άφησαν πίσω τους ένα κενό δυσαναπλήρωτο.

Σε αντίθεση με τον ελληνικό παράγοντα, η κατάρρευση της αποικιοκρατίας και η ανεξαρτητοποίηση μιας πλειάδας χωρών, αντί να αποτρέψει τρίτα κράτη που δεν είχαν κανένα απολύτως ιστορικό έρεισμα στην περιοχή εκείνη, κατάφεραν να διεισδύσουν στο νέο αφρικανικό γίγνεσθαι. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ, του Ιράν –που ανέπτυξε στενές σχέσεις με το Σουδάν– και εσχάτως της Τουρκίας. Μάλιστα, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, είναι γεγονός ότι η σημερινή αντι-ισραηλινή Τουρκία, σε πολλές περιπτώσεις, ακολουθεί κατά γράμμα την διεισδυτική τακτική που εφάρμοσε το Ισραήλ κατά την μακρινή δεκαετία του 1960. Χαρακτηριστικές είναι οι επιλογές της Τουρκίας στη Σομαλία –οι οποίες θυμίζουν πάρα πολύ τον τρόπο που επέλεξε να διεισδύσει το Ισραήλ στο Τσαντ, όπως αναλυτικά παρατίθεται ανωτέρω.

Η ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΚΥΠΡΟΥ-ΙΣΡΑΗΛ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

Αν και το κύριο βάρος της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έχει δοθεί στο φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, καμία από τις τρεις χώρες δεν μπορεί να αγνοήσει τις πολυποίκιλες δυναμικές, τις οποίες, παραδόξως, η σθεναρή τουρκική αντίδραση φροντίζει να αναπτύσσει –και να καταδεικνύει.

Την τελευταία οκταετία, το Ισραήλ σταδιακά συνειδητοποιεί πως οι σχέσεις του με την Τουρκία δύσκολα αποκαθίστανται. Αυτή η διαπίστωση το παρότρυνε να αναπτύξει νέους δεσμούς με χώρες που μέχρι τώρα θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας για τις προτεραιότητές του. Πέραν της Ελλάδας και της Κύπρου, το Ισραήλ (επ’ ευκαιρία του φυσικού αερίου και της τριμερούς μεταξύ τους συνεργασίας), μπόρεσε να αξιοποιήσει προς το συμφέρον του τις ανησυχίες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Σερβίας έναντι του τουρκικού παράγοντα, και να βρει ευήκοα ώτα στα Βαλκάνια, όπως αποδείχθηκε στην πρόσφατη σύσκεψη της Βάρνας. Η Ελλάδα, η Κύπρος αλλά και άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βαλκανικές και μη (π.χ. Τσεχία, Αυστρία) είναι πρόθυμες πια να συμβάλλουν, ώστε οι άλλοτε οξείς τόνοι των Βρυξελλών έναντι του Ισραήλ να μειωθούν σημαντικά.

Σε καθαρά μεσανατολικό επίπεδο, η όξυνση των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας και η ενίσχυση των δεσμών της Άγκυρας με Μόσχα και Τεχεράνη, αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την ισραηλινή διπλωματία σε τέτοιο βαθμό ώστε να εκφράζεται πια ανοικτά ότι Ισραήλ και Σαουδική Αραβία έχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα. Τον Οκτώβριο του 2018 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου φωτογραφίζεται στο Ομάν με τον ηγέτη της χώρας και αμέσως μετά την αναπάντεχη επίσκεψη του Προέδρου του Τσαντ στην Ιερουσαλήμ, να φημολογείται πλέον έντονα ότι, εντός του επομένου διαστήματος, το Ισραήλ πρόκειται (έστω και άτυπα) να ομαλοποιήσει τις σχέσεις του με το Μπαχρέιν, ή ακόμα και με το άλλοτε φολοϊρανικό (αλλά νυν φιλοσαουδαραβικό) Σουδάν. Τέτοιες εξελίξεις θα ακούγονταν κυριολεκτικά εξωπραγματικές, εάν τον Μάιο του 2010 αφ’ ενός δεν είχε επέλθει βαθιά ρήξη στις σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία του προέδρου Ερντογάν, και αφ’ ετέρου εάν την δεδομένη στιγμή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν τολμούσε να προβεί σε στρατηγικές αποφάσεις σε σχέση με το Ισραήλ και τους ενεργειακούς της σχεδιασμούς στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, συναντά τον σουλτάνο Qaboos bin Said στο Ομάν, σε αυτή την αχρονολόγητη φωτογραφία που δημοσιοποιήθηκε από το γραφείο πρωθυπουργού του Ισραήλ. Israel GPO/Handout via REUTERS

Συγχρόνως, από ελληνικής και κυπριακής πλευράς, ενώ αρχικά εκφράζονταν φόβοι ότι η περιφερειακή σύμπλευση με το Ισραήλ στα ζητήματα ενέργειας θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τους με τον αραβικό κόσμο, τα τωρινά γεγονότα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία πλέον, κυρίως κατά την τελευταία πενταετία, προχωρώντας με σίγουρα βήματα, δηλώνει όσο ποτέ άλλοτε διπλωματικά παρούσα στις χώρες του Περσικού Κόλπου, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Ελλάδα, κατά το μέτρο του εφικτού.

Επ’ ευκαιρία της ισραηλινής «επανάκαμψης» στην Αφρική, Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίον βλέπουν την τριμερή τους συνεργασία με το Ισραήλ. Δεν έχουν παρά να παραδειγματισθούν από τα διπλωματικά οφέλη που η ισραηλινή πλευρά έχει αποκτήσει, ως πρωτοεμφανιζόμενη στο ενεργειακό τοπίο που διαμορφώνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα. Αν και η επαναπροσέγγιση του Ισραήλ με το μακρινό Τσαντ εκ πρώτης όψεως δείχνει να μην σχετίζεται με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς του ελληνικού παράγοντα, παρατηρώντας τον χάρτη συμπεραίνεται ότι το Ισραήλ αρχίζει να ανακτά την παρουσία του στο «μαλακό υπογάστριο» της Λιβύης –μιας χώρας, δηλαδή, που έχει κοινά θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα. Εάν μάλιστα θεωρηθεί ότι έχουν ουσιώδη βάση κάποιες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, που θέλουν τινί τρόπω να συνδυαστούν τα ενεργειακά συμφέροντα της γείτονος με τις επιδιώξεις μιας εκ των πολλών κυβερνήσεων που ελέγχουν τις λιβυκές ακτές, τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό πόσο κοντά μας βρίσκεται η Αφρική και με ποιόν τρόπο η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ μπορεί να καταδείξει νέες προοπτικές (αλλά και νέους προβληματισμούς) για την ελληνική και κυπριακή εξωτερική πολιτική.

Έστω και καθυστερημένα, τα δύο τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε ελληνική κινητικότητα στην Αφρική, με αλλεπάλληλες επισκέψεις του υφυπουργού Εξωτερικών, Τέρενς Κουίκ. Παρότι οι επισκέψεις εκείνες, ημερολογιακά συνδέονταν με ανάλογες περιοδείες Τούρκων, Ισραηλινών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, η ελληνική επικαιρότητα απασχολήθηκε αποκλειστικά με τις εθιμοτυπικές επισκέψεις του σε παράγοντες της ομογένειας. Πέραν της απαραίτητης και καθ’ όλα χρήσιμης εθιμοτυπίας, ίσως ήρθε πια η στιγμή η ελληνική διπλωματία να αξιοποιήσει τα σημάδια των καιρών και να εκμεταλλευθεί την πείρα όσων χωρών τολμούν να ξαναβρούν το ξεχασμένο νήμα και να το αξιοποιήσουν 46 χρόνια αργότερα.

Όπως αποδεικνύεται από την ποικίλη διαχείριση εκ μέρους του Ισραήλ της περιφερειακής του συνεργασίας με τον ελληνικό παράγοντα στη Μεσόγειο, η τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει ποικίλες δυναμικές, ακόμα και πέραν των γεωγραφικών συντεταγμένων που θα διασχίζει ο EastMed.

Αντιστοίχως, ίσως ήρθε πλέον η σειρά και του Ισραήλ να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες, ούτως ώστε Ελλάδα και Κύπρος να μπορέσουν, έστω και με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, να επαναπροσεγγίσουν την Αφρική. Αρκεί βέβαια, η Αθήνα και η Λευκωσία, να το προτείνουν.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Ισραήλ. Το βιβλίο του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση (2018).

foreignaffairs

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: