olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

Ανδρέας Κάλβος -Ωδή δεκάτη [X] Ο Ωκεανός

Posted by IGOR στο Νοέμβριος 5, 2018


Ο Ανδρέας Κάλβος (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστή απεικόνιση.

Φωτογραφία: greek-language

– Περισσότερα στοιχεία για τον Ανδρέα Κάλβο ΕΔΩ.

[ΤΙΤΛΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ: Η ΛΥΡΑ, Ωδαί 1824]

α΄

Γη των θεών φροντίδα, Ελλάς ηρώων μητέρα, φίλη, γλυκεία πατρίδα μου νύκτα δουλείας σ’ εσκέπασε, νύκτα αιώνων.

β΄

Ούτω εις το χάος αμέτρητον των ουρανίων ερήμων, νυκτερινός εξάπλωσεν έρεβος τα πλατέα πένθιμα εμβόλια.
γ΄

Και εις την σκοτιάν βαθείαν, εις το απέραντον διάστημα, τα φώτα σιγαλέα κινώνται των αστέρων λελυπημένα.

δ΄

Εχάθηκαν οι πόλεις, εχάθηκαν τα δάση, κι η θάλασσα κοιμάται και τα βουνά· και ο θόρυβος παύει των ζώντων.

ε΄

Εις τα φρικτά βασίλεια ομοιάζει του θανάτου η φύσις όλη· εκείθεν ήχος ποτέ δεν έρχεται ύμνων ή θρήνων.

ς΄

Αλλά των μακαρίων στάβλων ιδού τα ηώα κάγκελα οι Ώραι ανοίγουσιν, ιδού τα ακάμαντα άλογα του Ηλίου εκβαίνουν.

ζ΄

Χρυσά, φλογώδη, καίουσι τους δρόμους του αέρος τα αμιλλητήρια πέταλα· τους ουρανούς φωτίζουσι λάμπουσαι οι χαίται.

η΄

Τώρα εξανοίγει τ’ άνθη εις τον δροσώδη κόλπον της γης η αυγή· και φαίνονται τώρα των φιλοπόνων ανδρών τα έργα.

θ΄

Τα μυρισμένα χείλη της ημέρας φιλούσι το αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης· φεύγουσιν όνειρα, σκότος,

ι΄

Ύπνος, σιγή· και πάλιν τα χωράφια, την θάλασσαν, τον αέρα γεμίζουσι και τας πόλεις με κρότον, ποίμνια και λύραι.

ια΄

Εις του σπηλαίου το στόμα ιδού προβαίνει ο μέγας λέων, τον φοβερόν λαιμόν τετριχωμένον βρέμων τινάζει.

ιβ΄

Ο αετός αφήνει τους κρημνούς υψηλούς· κτυπάουσιν οι πτέρυγες τα νέφη, και τον όλυμπον η κλαγγή σχίζει.

ιγ΄

Έθλιψε την Ελλάδα νύκτα πολλών αιώνων, νύκτα μακράς δουλείας, αισχύνη ανδρών, ή θέλημα των αθανάτων.

ιδ΄

Η χώρα τότε εφαίνετο ναός ηριπομένος, όπου οι ψαλμοί σιγάουσι και του κισσού τα ατρέμητα φύλλα κοιμώνται.

ιε΄

Ωσάν επί την άπειρον θάλασσαν των ονείρων, ολίγαι, απηλπισμέναι ψυχαί νεκρών διαβαίνουσι με δίχως βίαν·

ις΄

Ούτως από του Άθωνος τα δένδρα, έως τους βράχους της Κυθήρας, κυλίουσα την άμαξαν βραδείαν, ουρανοδρόμον·

ιζ΄

Η τρίμορφος Εκάτη εθεώρει τα πλοία, εις του Αιγαίου τους κόλπους λάμνοντα αδόξως, φεύγοντα διασκορπισμένα.

ιη΄

Συ τότε, ω λαμπροτάτη κόρη Διός, του κόσμου μόνη παρηγορία, την γην μου συ ενθυμήθηκες ω Ελευθερία.

ιθ΄

Ήλθ’ η θεά· κατέβη εις τα παραθαλάσσια κλειτά της Χίου· τας χείρας άπλωσ’ ορθή, και κλαίουσα λέγει τοιάδε·

κ΄

Ωκεανέ, πατέρα των χορών αθανάτων, άκουσον την φωνήν μου, και της ψυχής μου τέλεσον τον μέγαν πόθον.

κα΄

Ένδοξον θρόνον είχον εις την Ελλάδα· τύραννοι προ πολλού τον κρατούσι, σήμερον συ βοήθησον, δώσ’ μου τον θρόνον.

κβ΄

Όταν τους ανοήτους φεύγω θνητούς, με δέχονται οι πατρικαί σου αγκάλαι· η ελπίς μου εις την αγάπην σου στηρίζεται όλη.

κγ΄

Είπε· κι ευθύς επάνω εις τας ροάς εχύθη του Ωκεανού, φωτίζουσα τα νώτα υγρά και θεία, πρόφαντος λάμψις.

κδ΄

Αστράπτουσι τα κύματα ως οι ουρανοί, και ανέφελος, ξάστερος φέγγει ο ήλιος και τα πολλά νησία δείχνει του Αιγαίου.

κε΄

Πρόσεχε τώρα· ως άνεμος σφοδρός μέσα εις τα δάση, ο αλαλαγμός σηκώνεται· άκουε των πλεόντων το έια μάλα.

κς΄

Σχισμένη υπό μυρίας πρώρας αφρίζει η θάλασσα, τα πτερωμένα αδράχτια ελεύθερα εξαπλώνονται εις τον αέρα.

κζ΄

Επί την λίμνην ούτως αυγερινά πετάουσι τα πλήθη των μελίσσων όταν γλυκύ του έαρος φυσάει το πνεύμα·

κη΄

Επί την άμμον ούτω περιπατούν οι λέοντες ζητούντες τα κοπάδια, την θέρμην των ονύχων έαν αισθανθώσιν·

κθ΄

Ούτως εάν την δύναμιν ακούσουν των πτερύγων οι αετοί, το κτύπημα των βροντών υπερήφανοι καταφρονούσι.

λ΄

Πεφιλημένα θρέμματα Ωκεανού, γενναία και της Ελλάδος γνήσια τέκνα, και πρωτοστάται Ελευθερίας·

λα΄

Χαίρετε σεις καυχήματα των θαυμασίων (Σπετζίας, Ύδρας, Ψαρών) σκοπέλων, όπου ποτέ δεν άραξε φόβος κινδύνου.

λβ΄

Κατευοδοίτε! —Ορμήσατε τα συναγμένα πλοία ω ανδρείοι· σκορπίσατε τον στόλον, κατακαύσατε στόλον βαρβάρων.

λγ΄

Τα δειλά των εχθρών σας πλήθη καταφρονήσατε· την κόμην πάντα ο θρίαμβος στέφει των υπέρ πάτρης κινδυνευόντων.

λδ΄

Ω επουράνιος χείρα! σε βλέπω κυβερνούσαν τα τρομερά πηδάλια, και των ηρώων οι πρώραι ιδού πετάουν.

λε΄

Ιδού κροτούν, συντρίβουσι τους πύργους θαλασσίους εχθρών απείρων· σκάφη, ναύτας, ιστία, κατάρτια η φλόγα τρώγει·

λς΄

Και καταπίνει η θάλασσα τα λείψανα· την νίκην ύψωσ’, ω λύρα· αν ήρωες δοξάζονται, το θείον φιλεί τους ύμνους.

λζ΄

* Ωθωμανέ υπερήφανε πού είσαι; νέον στόλον φέρε, ω μωρέ, και σύναξε· νέαν δάφνην οι Έλληνες θέλουν αρπάξειν.

greek-language

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: