Σαν σήμερα 30/4/1941 Η «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου αναλαμβάνει την «Αρχή» – Τα Επιχειρήματα των Δωσιλογικών Κυβερνήσεων για τη Συνεργασία τους με τον Κατακτητή

Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Σαν σήμερα 30/4/1941 Η «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου αναλαμβάνει την «Αρχή» – Τα Επιχειρήματα των Δωσιλογικών Κυβερνήσεων για τη Συνεργασία τους με τον Κατακτητή

 

Στις 30/4/1941, εγκαθιδρύθηκε από την Κατοχική Δύναμη και ουσιαστικά από τους Γερμανούς, η πρώτη Κατοχική «Κυβέρνηση» υπό τον στρατηγό Γ. Τσολάκογλου. Ένα από τα ζητήματα που θεωρώ ότι έχουν μεγάλο «εθνικοπαιδαγωγικό», εξόν από το ιστορικό, ενδιαφέρον, είναι να εξετάσει κανείς την επιχειρηματολογία των Δωσιλόγων Ελλήνων «Κυβερνητών», όχι μονάχα για να κατανοήσει καλύτερα τον ρόλο τους την συγκεκριμένη εκείνη περίοδο, μα και για να εξάγει και πιο διαχρονικά συμπεράσματα. Αυτό επιχειρείται στο παρόν άρθρο.

Τρία ήταν τα θεμελιώδη επιχειρήματα που Δωσίλογοι «πρωθυπουργοί» της Κατοχής πρόβαλαν προς υπεράσπισή τους στη δίκη τους μετά την Απελευθέρωση : Η «ανάγκη» «συνέχειας του Κράτους», η «ανάγκη» για την ύπαρξη «Νόμου και Τάξης» στη Χώρα και ότι «αποφεύχθηκαν» τα χειρότερα, κι ότι και οι τρείς παραπάνω «αναγκαιότητες» επιτεύχθηκαν, και ακριβώς επειδή επιτεύχθηκαν πρόσφεραν και ύψιστη υπηρεσία στο «Εθνικό Συμφέρον». Επέλεξα, αντί της ακραίας σύμπτυξης των επιχειρημάτων τους, την πιο αναλυτική παράθεση εκ μέρους των ιδίων των Δωσιλόγων «πρωθυπουργών» των ισχυρισμών τους, κάτι που διευκολύνει στο να αντιληφθεί ο αναγνώστης καλύτερα όχι το πώς εγώ τοποθετούμαι απέναντί τους, μα την ίδια τη συλλογιστική των ισχυρισμών τους αποκαλυπτική και των αξιών υπό τις οποίες εμφορούνταν.

Ας σημειωθεί ότι καθώς προσεγγίζουμε το θέμα μας, ουσιαστικά ανιστορούνται οι πιο σημαντικές πτυχές της ίδιας της Κατοχικής Περιόδου.

Η «Συνέχεια του Κράτους»

Ίσως η δήλωση του Κατοχικού «πρωθυπουργού» Ιωάννη Ράλλη στη δίκη του μετά την Απελευθέρωση στο δικαστήριο των δωσίλογων, περί «συνέχειας του Κράτους», ως δικαιολογητικού λόγου στην απόφασή του να συνεργαστεί με τον εχθρό και να αναλάβει την ευθύνη της τρίτης Κατοχικής «Κυβέρνησης», συνοψίζει κατά τον καλύτερο τρόπο, (μαζί με το επιχείρημα ότι «αποφεύχθηκαν τα χειρότερα»), τη «φιλοσοφία», την «καρδιά» της δικαιολόγησης όλων των επιχειρημάτων που οι επί κεφαλής των  Κατοχικών «Κυβερνήσεων» (και των μελών αυτών, αλλά και άλλων προφανώς), είτε ρητά πρόβαλαν, είτε υπονοούνταν πίσω από τα λοιπά επιχειρήματά τους. Συνεπώς, θεωρώ σημαντικό να σταθώ για λίγο στο σημείο αυτό.

Είπε ο Ι. Ράλλης στην απολογία του : (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 14) : «Αλλά το κράτος, κύριοι δικασταί, δεν παύει υπάρχον και μετά την κατοχήν, αποτελούσαν άλλως τε καθ’ ομόφωνον διεθνή γνώμην, προσωρινήν όλως κατάστασιν, αφού εξακολουθούν υπάρχοντα εν αυτώ τα αποτελούντα αυτό άτομα τα οποία δεν χάνουν το δικαίωμα της ζωής, ως αποδεικνύεται και εξ αυτής της συνθήκης της Χάγης… Έχον όθεν το κατά την κατοχήν υπάρχον κράτος το δικαίωμα και την υποχρέωσιν να ζη, έχει ανάγκην νόμων, διαταγμάτων, πιστώσεων, πράξεων, ενί λόγω απάντων εκείνων των μέσων, δι’ ων ένα Κράτος δύναται να εξασφαλίση την διαβίωσιν των αποτελούντων αυτό πολιτών, των εν αυτώ οικούντων και ζώντων. Λοιπόν αυτά όλα ποίος θα τα έκαμνε; Η Επιτροπή η διοικούσα; Και κατά τι τότε η διοικούσα αύτη επιτροπή θα διέφερε Κυβερνήσεως;…»

Ασφαλώς ο Ι. Ράλλης, δεν αγνοεί πως η αναφερόμενη Συνθήκη της Χάγης, πουθενά δεν επιβάλλει ή δικαιολογεί για οποιονδήποτε λόγο, την (έστω και με το ηθικό κριτήριο της απάλυνσης των δεινών του κατεχόμενου Λαού και της κατεχόμενης Χώρας) συνεργασία με τον Εχθρό στο ανώτατο δυνατό επίπεδο συγκρότησης Κυβέρνησης πολιτικών ή άλλων παραγόντων της Κατεχόμενης Χώρας! Αυτό όμως που αναγνωρίζεται στην επικαλούμενη Σύμβαση, είναι η υποχρέωση της Κατακτητή (και όχι καμιάς ντόπιας Κυβέρνησης συνεργαζόμενης με τον Κατακτητή), να διοικεί ό ίδιος τη χώρα με τους όρους που η ίδια η Συνθήκη προβλέπει. Δεν υπάρχει καμία συνέχεια του Κράτους, διότι ό,τι απομένει δεν είναι παρά το διοικητικολειτουργικό κέλυφος αυτού, του οποίου το εσωτερικό, έχει υποκατασταθεί από το Δίκαιο του Κατακτητή το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, και ιστορικά ανύπαρκτη, θα μπορούσε να αποδεχτεί ως μια «Δίκαιη Κατοχική Εξουσία» εφόσον σέβονταν απολύτως το Διεθνές Δίκαιο. Το «Κράτος» έχει «συνέχεια», μονάχα εφόσον συνεχίζει να λειτουργεί υπό το αυτό καθεστώς Νομιμότητας και Νομιμοποίησης, όπως και πριν την μεταβολή η οποία δικαιολογεί την ανάδυση του ζητήματος της «συνέχειάς» του. Συνεπώς, ό,τι επικαλούνται οι δωσίλογοι ως προς το ζήτημα αυτό είναι υπεκφυγή και μόνο όταν δεν είναι καθαρή ανοησία Αν μεν, ο Κατακτητής δεν επρόκειτο να εφαρμόσει το Δίκαιο του Πολέμου όπως αυτό προκύπτει από διεθνείς Συνθήκες, μια Κυβέρνηση ντόπιων συνεργατών μαζί του, ασφαλώς δεν μπορεί να επικαλεσθεί κανένα λόγο υπηρέτησης του «εθνικού συμφέροντος» μαζί του, αν δε, επρόκειτο να το εφαρμόσει, μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν περιττή, ενώ θα εξακολουθούσε να είναι και δωσιλογική και προδοτική, διότι δεν θα έπαυε με τη συνεργασία της να συμβάλει στην μακροημέρευση της Κατοχικής Δύναμης και άρα της Κατοχής, στην υπονόμευση της διάθεσης Αντίστασης κατ’ αυτού, και στην περίπτωσή μας, στην υπονόμευση της αποτελεσματικότητας του Συμμαχικού Αγώνα, στον οποίο η Χώρα εξακολουθούσε να μετέχει στα ξένα, μαζί με άλλες εξόριστες Κυβερνήσεις Χωρών που είχαν κατακτηθεί από τον Άξονα. Ακόμα, σε ό,τι αφορά την «αναγκαιότητα» ύπαρξης «Κυβέρνησης» ντόπιων συνεργατών, όπως υποστήριξε ο Ι. Ράλλης (και ασφαλώς όχι μονάχα αυτός, απλά, εδώ τον χρησιμοποιούμε ως ένα αφετηριακό σημείο αναφοράς) και για τους λόγους που επικαλείται, ασφαλώς δεν αντέχουν σε καμία στοιχειώδη λογική. Μια τέτοια «Κυβέρνηση», ποιον άλλο λόγο ύπαρξης θα είχε από το να διαχειρίζεται την καθημερινή λειτουργία του Κράτους και να μεταβιβάζει εντολές της Κατοχικής Αρχής στους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού; Τι θα εμπόδιζε, αυτή την «κρίσιμη» αποστολή των Κατοχικών Κυβερνήσεων, να την άφηναν στην ίδια την Κατοχική Αρχή, και ποια εθνική ζημία θα επέρχονταν, αν αυτό οδηγούσε σε «δυσλειτουργία» της Κατοχικής Διοίκησης; Άλλωστε ο ίδιος ο Ι. Ράλλης, όταν ερωτά πως αν αντί ό,τι έκανε η Κατοχική «Κυβέρνηση» το έκανε μια «Διοικούσα Επιτροπή», τότε σε τι θα διέφερε αυτή της Κατοχικής «Κυβέρνησης;», η απάντηση είναι απλή. Μια «Διοικούσα Επιτροπή», (ασφαλώς θεωρώ πως εννοεί ανωτάτων δημοσίων υπαλλήλων), είναι ένα δημοσιοϋπαλληλικό όργανο και όχι «Κυβέρνηση», με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και συνεπάγεται πολλά. Όπως, ότι καμία προπαγάνδα δεν θα ήταν σε θέση να της προσδώσει χαρακτήρα εκπροσώπησης κάποιων έστω λαϊκών στρωμάτων, πόσο μάλλον του Λαού και της Χώρας, ενώ ακόμα και στο συμβολικό πλην ουσιαστικό επίπεδο, δεν μπορεί να εκπέμψει απολύτως κανένα έμμεσο ή «κρυφό» πλην ευκόλως αποκρυπτογραφούμενο μήνυμα στο Λαό, ότι δεν είναι σε θέση να αποφασίζει και διατάζει απολύτως τίποτα, απλά μπορεί να διαβιβάσει διαταγές, ότι δεν μπορεί να αντισυμβληθεί με την Κατοχική Δύναμη και να τις χορηγεί πιστώσεις και δάνεια, ότι δεν θα μπορούσε να εκδίδει διαταγές προς ένοπλα σώματα Ελλήνων να δρουν εναντίον Ελλήνων, ότι θα επιβάρυνε υπέρμετρα την Κατοχική Δύναμη σε χρόνο και πόρους προκειμένου να ασκεί αυτή το Κυβερνητικό έργο στο επίπεδο της λήψης αποφάσεων για τα πιο τρέχοντα ως τα πιο σημαντικά ζητήματα που αναφύονται στη διοίκηση της Κρατικής μηχανής, ακόμα και υπό καθεστώς Κατοχής και ακολούθως της «νομοθέτησης» αυτών των αποφάσεων έστω και υπό την μορφή διαταγών του τύπου «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», της εφαρμογής και της παρακολούθησης της εφαρμογής τους, και ασφαλώς αυτό το άχθος και άγος της κρατικής διοίκησης εκ μέρους της Κατοχικής Δύναμης και μην συμβάλει στην όποια περαιτέρω ωφέλεια έχει ήδη από το γεγονός της Κατοχής, κ.λπ., κ.λπ. Ειλικρινά, αυτό που βλέπω εγώ, είναι πως η απουσία των Κατοχικών «Κυβερνήσεων», θα επέφερε πολύ μεγαλύτερη φθορά στις Κατοχικές Δυνάμεις, ενώ ο Λαός, μάλλον δεν θα αντιλαμβάνονταν καθόλου αυτή την απουσία τους : ό,τι είχε αποφασιστεί να υποστεί, θα το υφίστατο.

Και ο Κ. Λογοθετόπουλος (Κ. Λογοθετόπουλου : Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι, 1948, σελ. 10-22) επιχειρηματολογεί στο ίδιο πνεύμα σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα σχηματισμού «Κυβέρνησης» εκ μέρους του, και συνεπώς, ισχύουν όσα ήδη σημειώσαμε παραπάνω. Απλώς και μόνο προκειμένου να δούμε και τη δική του επιχειρηματολογία, θα αναφερθούμε εδώ σε μερικά σημεία των ισχυρισμών του. Σε ό,τι αφορά την περίπτωση ανάθεσης της ευθύνης διοίκησης της κρατικής μηχανής σε επιτροπή εξ ανωτέρων υπαλλήλων του Κράτους, υπό τον άμεσον έλεγχον Γερμανού ή Ιταλού Gauleiter ή Προτέκτορος σημειώνει πως «…η γνώμη αύτη είναι, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον αφελής, διότι ποίος υπάλληλος θα είχε την τόλμην και το κύρος να διεξάγη εκ του συστάδην τραχείς και οξείς αγώνας προς τους αγερώχους κατακτητάς, να αντιμετωπίζη σθεναρώς και αποφασιστικώς τα καθημερινώς αναφυόμενα περίπλοκα ζητήματα και να ανθίσταται τελεσφόρως εις τας πιεστικάς ποικίλας απαιτήσεις των κάλλιον ημών και εις μείζονα βαθμόν; Άλλοι εφρόνουν ότι δεν έπρεπε να γίνη Κυβέρνησις δια να μείνη ακεραία δήθεν η ευθύνη του επισιτισμού της χώρας εις τους Κατακτητάς. Επί τούτου παρατηρούμεν τα εξής : Ο α ή β τρόπος διοικήσεως χώρας τινός υπό Κατοχήν δεν απαλλάσσει τον κατέχοντα των ευθυνών διατροφής του πληθυσμού κατά τας διεθνώς ισχύοντα. Εν προκειμένω οι Ιταλο-Γερμανοί ευρίσκοντο εις αδυναμίαν πλήρους και κανονικού επισιτισμού της χώρας δι’ εισαγωγών εκ του Εξωτερικού, καθώς το ίδιον αυτών συμφέρον προφανώς επέβαλεν δια λόγους τάξεως, ασφαλείας και προπαγάνδας, είτε ένεκα ελλείψεως διαθεσίμων τροφίμων εις τας ιδίας αυτών χώρας, είτε δι’ έλλειψιν μεταφορικών μέσων. Καθ’ ημάς η κατάστασις θα ήτο απείρως χείρων υπό την διακυβέρνησιν Γκαουλάϊτερ, καθ’ ότι ουδέποτε, το οιονδήποτε ενδιαφέρον τούτου και αν δεχθώμεν υπέρ του Ελληνικού λαού, θα έφθανε ποτέ το των Ελλήνων κυβερνητών τοιούτον…» (σελ. 10-11).  Και συνεχίζει : «Η κρισιολογία όμως αύτη έχει καθαρώς φιλολογικήν σημασίαν, καθόσον το σχήμα του τρόπου της διοικήσεως της Χώρας υπό κατοχήν δεν είναι ποσώς της αρμοδιότητος του Κατεχομένου, αλλά ipso jure του Κατέχοντος… Η απροθυμία προς σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως θα ωδήγει τότε ευθέως εις Ιταλικόν Προτεκτοράτον. Προς αποφυγήν δε του κινδύνου τούτου, πράγμα όπερ θα υπέθαλπε και θα διηυκόλυνε τα ματαιόδοξα όνειρα του Μουσσολίνι προς αναγέννησιν της παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Γερμανοί αντιδρώντες συνίστων επιμόνως τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως μέχρι σημείου μάλιστα να προβούν εις δεδομένην στιγμήν δισταγμού του Στρατηγού Τσολάκογλου εις ψυχολογικόν εκβιασμόν δια της απειλής ότι αν δεν εδέχετο, δεν θα απελευθερούντο οι μέχρι τότε ακόμη κρατούμενοι 300.000 Έλληνες αιχμάλωτοι. Και η ιδέα αύτη του να μην αφεθώσι ελεύθερα το άνθος του Έθνους και τα παιδιά του Ελληνικού Λαού με τας λόγχας των οποίων έγραψε το νεώτερον Ελληνικόν Έπος εις τα Αλβανικά βουνά επέδρασεν αποφασιστικώς εις την ψυχήν του τετιμημένου και γενναίου εκείνου Στρατιώτου, εις το να δεχθή τελικώς, χάρις Εκείνων και του Ελληνικού Λαού, να άρη τον Σταυρόν του Μαρτυρίου του… Είναι δεδομένον και αναμφισβήτητον ήδη ότι όπου εις τας καταληφθείσας υπό των Γερμανών χώρας της Ευρώπης δεν υπήρξε Κυβέρνησις, υπήρξε Gauleiter… οίτινες ήσκουν την εξουσίαν των τρομοκρατικώς και κατά τρόπον απομυζητικόν δια τας υπ’ αυτών καταδυναστευομένας χώρας… Ουδείς άλλως τε εξ ημών είχε τότε την εντύπωσιν ότι η συμμετοχή του εις Κυβέρνησιν προς εξυπηρέτησιν της Πατρίδος του θα απετέλει αδίκημα, καθόσον ουδείς νόμος απηγόρευε τούτο, αλλ’ ούτε και οι Σύμμαχοί μας Άγγλοι ούτε η αναχωρήσασα τότε δια Κρήτην Ελληνική Κυβέρνησις είχον ποτέ εκδώσει απαγορευτικήν σχετικήν τινα διαταγήν ή δια του ραδιοφώνου είχον προανακοινώσει τι το σχετικόν…» (σελ. 12-13).

Τι να πει κανείς; Ποιό προτεκτοράτο και ποιος Gauleiter απεφεύχθησαν; Μα στην Αθήνα, υπήρχαν πάντοτε δύο Πληρεξούσιοι, ένας του Ραϊχ και ένας του Μουσσολίνι, στους οποίους και αναφέρονταν η Ελληνική «Κυβέρνηση», και κυρίως, στον Γερμανό Πληρεξούσιο. Σ’ αυτούς υπέβαλαν τα «παράπονά» τους, σ’ αυτούς υπέβαλαν τις «διαμαρτυρίες» τους, αυτών την συνδρομή ζητούσαν όταν αιτούνταν κάτι προς την Κατοχική Αρχή. Δεν ήταν συνομιλητές ούτε της Γερμανικής ούτε της Ιταλικής Κυβέρνησης. Οι δύο Πληρεξούσιοι, Gauleiter ήταν επί της ουσίας, και η Ελλάδα, δεν γνωρίζω κατά τί ήταν επί της ουσίας ανώτερη ενός Προτεκτοράτου;

Στα πλαίσια του ζητήματος που εδώ μας απασχολεί, είναι ενδιαφέρουσα η θεωρία του «προφυλακτήρα» που χρησιμοποίησε ο Ι. Ράλλης στην απολογία στο δικαστήριο των δωσιλόγων. Ανέφερε ανάμεσα σε άλλα δικαιολογώντας τον σχηματισμό Κυβέρνησης εκ μέρους του (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 16-17) : «Θα ήτο ευτυχέστερος ο Ελληνικός Λαός εάν μεταξύ αυτού και των κατακτητών δεν υπήρχεν, εν είδει κυματοθραύστου, κυβέρνησις ελληνική γνωρίζουσα την δυστυχίαν αυτού και τας ανάγκας του, συμμεριζομένη τους πόνους και τους κινδύνους του; Θα ήτο άραγε ευτυχέστερος ο ελληνικός λαός εάν εδέχετο απ’ ευθείας, χωρίς την παρέμβασιν ενός είδους προφυλακτήρος, αλλά προφυλακτήρος εξ ανθρώπων ως αυτός πασχόντων, ως αυτός σκεπτομένων, το αφόρητον βάρος τριλπού εχθρικού πέλματος επί του στήθους του; Θα εξυπηρετείτο πληρέστερον το συμφέρον της χώρας και του λαού εάν αι εχθρικαί προς ημάς διακείμεναι στρατιαί, δι’ αντιπροσώπου των ηγητόρων των, απεφάσιζον επί όλων των ζητημάτων των αφορόντων τον λαόν μας και τα συμφέροντα αυτού, ή τουλάχιστον εγκύρως να διαμαρτυρηθή δια τα κατ’ αυτού λαμβάνοντα χώραν; Ή τάχα η έλλειψις ελληνικής κυβερνήσεως θα επλήρου δέους τας ψυχάς των εχθρικών στρατευμάτων; Ή θα εγνώριζον οι εχθροί καλλίτερον τας ανάγκας του ελληνικού λαού και τα μέσα επουλώσεως των χαινόντων τραυμάτων ή πολιτικός ανήρ, ο οποίος σαφή πάντων τούτων είχε γνώσιν, αφού εν τη χώρα ταύτη επί τέλους εγεννήθη, ηνδρώθη και επί ήμισυ περίπου αιώνα υπήρξεν εκλεκτός αυτού του λαού;».

Η θεωρία του «κυματοθραύστη» και του «προφυλακτήρα» ανάμεσα στον Κατακτητή και τον Λαό, που αυτός (δηλαδή ο «κυματοθραύστης») θα απορροφούσε την πίεση ή σημαντικό μέρος της πίεσης που διαφορετικά θα εκτονώνονταν απευθείας στο σώμα του Λαού, και η ερώτηση αν θα εξυπηρετούνταν καλύτερα το συμφέρον του Λαού στη περίπτωση απουσίας «Κυβέρνησης», είναι, όλη αυτή η προσπάθεια, κατανοητή στα πλαίσια του αναφαίρετου δικαιώματος του κάθε κατηγορούμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όμως, εν όψει, όχι μονάχα του αριθμού και της βαρβαρότητας των διαπραχθέντων εγκλημάτων κατά τη διάρκεια όλης της Κατοχής μα και όσων είχαν ήδη διαπραχθεί όταν ο Ι. Ράλλης αναλάμβανε την Κατοχική «Κυβέρνηση», όχι μονάχα του μεγέθους της οικονομικής καταστροφής και λεηλασίας κατά τη στιγμή της ανάληψης της «πρωθυπουργίας» του, όχι μονάχα του απίστευτου αριθμού των  ανθρωπίνων θυμάτων από εκτελέσεις και τη πείνα, ομοίως κατά τη στιγμή της ανάληψης της «πρωθυπουργίας» του, μα και όσων συνεχίστηκαν κατά τη διάρκειά της, πράγμα βεβαίως που ο Ι. Ράλλης δεν αγνοούσε όταν υπερασπίζονταν τον εαυτό του στο δικαστήριο των δωσιλόγων, όλα αυτά τα ενδεικτικά απαριθμούμενα εδώ εγκλήματα, καθιστούν την περί «κυματοθραύστη» και «προφυλακτήρα» θεωρία του Ι. Ράλλη στερούμενη κάθε σοβαρότητας και περίπτυστη, και το ερώτημα των συνεπειών της μη διακυβέρνησης του τόπου από τις Κατοχικές «Κυβερνήσεις», απαντάται από τα ίδια τα γεγονότα και η απάντηση είναι μια (σε ό,τι με αφορά) : Η «συμβολή» των Κατοχικών «Κυβερνήσεων», έγκειται στο ότι η  Ελλάδα, τηρουμένων των αναλογών, είχε υποστεί ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές εκ των μεγαλυτέρων στην Ευρώπη.

Ας μη παροραθεί, η δογματική επί του ζητήματος θέση μου, πως πέραν κάθε δικαιολογίας και το πόσο προσχηματική είναι ή όχι, πόσο ευλογοφανής είναι ή όχι, το  κάθε επιχείρημα που προβάλλεται από όσους ή για όσους συνεργάστηκαν με τον εχθρό, κριτήριο και στοιχείο του δωσιλογισμού, αποτελεί η συνεργασία με τον εχθρό, per se.

Η αγωνιώδης αναζήτηση μιας «νομιμοποιητικής βάσης» των «Ελληνικών» Κατοχικών «Κυβερνήσεων»

Κύριο μέλημα, αναμενόμενο και ανθρώπινο, ήταν η προσπάθεια των δωσιλόγων, μεταπολεμικά, να αποσείσουν από πάνω τους τη κατηγορία του δωσιλογισμού. Η προσπάθεια αυτή, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη περίπτωση εκείνων που χρημάτισαν Κατοχικοί «πρωθυπουργοί» και μέλη αυτών των «Κυβερνήσεων» αλλά και της Κρατικής Μηχανής γενικότερα.

Στο λήμμα «Ο ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΣ» στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών» (εν προκειμένω επανέκδοση «Παραπολιτικά Εκδόσεις ΑΕ», Τόμος 36, σελ. 47), συνοψίζονται ως εξής τα επιχειρήματα των δωσίλογων Κατοχικών «πρωθυπουργών» αναφορικά με την απόφασή τους να συνεργαστούν με τον εχθρό (και σε ό,τι μας αφορά συμφωνούμε με αυτή τη σύνοψη)  : «Οι δοσίλογοι συμπίπτουν στο κύριο επιχείρημα ότι η Ελλάδα έβγαινε κερδισμένη από τη συνεργασία τους με τις Αρχές κατοχής, αφού για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν, είχαν δήθεν εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό το τριπλό αντάλλαγμα που επεδίωκαν από την αρχή : την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, την αποτροπή του «κοινωνικού χάους» και, λειτουργώντας σαν «κυματοθραύστες», την απάλυνση των «δεινών της Κατοχής» για το λαό. Όσο για το πρώτο σημείο, το αντάλλαγμα ήταν εφήμερο, αφού το μόνο που «επιτεύχθηκε» ήταν η αναβολή, και στην καλύτερη περίπτωση μια κάποια άμβλυνση -στην αντίθετη περίπτωση η «συνεργασία» έτσι κι αλλιώς θα ήταν ανώφελη. Στο δεύτερο σημείο, ο προσδιορισμός του κινδύνου ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με τις αντιλήψεις των κατακτητών και συνεπώς ωφελούσε τους τελευταίους. Στο τρίτο, πράγματι, πληθαίνουν τα «αποδεικτικά στοιχεία». Μετά από ενστάσεις των συνεργατών ορισμένοι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι, άλλοι γλίτωσαν την εκτέλεση, ενώ η πείνα και η καταβολή «εξόδων κατοχής» θα ήταν ακόμα πιο καταστρεπτικές χωρίς τις σχετικές διαμαρτυρίες των «κυβερνώντων». Αυτοί όμως δεν εξαντλούσαν ούτε τα στενά περιθώρια που είχαν… Χάρη στην ύπαρξη κατοχικών κυβερνήσεων ήλεγχαν την κατάσταση απλώς με παρεμβάσεις, απαλλαγμένοι από την ενοχλητική καθημερινή διοικητική τριβή. Διαβίβαζαν τις επιθυμίες τους μέσω μιας «ελληνικής εξουσίας» στους πολυάριθμους δημόσιους υπαλλήλους, που δύσκολα θα είχαν συμβιβαστεί και δεχθεί να υπηρετήσουν απευθείας τη διοίκηση των εισβολέων. Η ύπαρξη «ελληνικής κυβέρνησης», ως θεματοφύλακος της «τάξης και ασφάλειας», απέτρεπε πολλούς Έλληνες με συντηρητικές αντιλήψεις από το να ενταχθούν στην Αντίσταση. Αντ’ αυτού δέχθηκαν τον σχηματισμό των Τ.Α., που οι Γερμανοί, χωρίς την συνεπικουρία των ντόπιων «κυβερνώντων», πολύ δύσκολα θα είχαν πετύχει». (Σημ. Τ.Α. : Τάγματα Ασφαλείας).

Τη σημασία της «Τάξης» στις Κατεχόμενες Χώρες πρέπει κανείς να τη δει πρώτα απ’ τη σκοπιά των Γερμανών πριν την αξιολογήσει ως επιχείρημα όλων των κατά τόπους δωσιλόγων. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα σήμαινε για τη Γερμανία, αν εκτός από τις στρατιές της που αντιμετώπιζαν στα διάφορα Μέτωπα τις στρατιές των Συμμάχων, θάπρεπε να βρει πρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις, ίσως καθόλου λιγότερες ως προς την αριθμητική τους δύναμη από αυτές που ήδη πολεμούσαν στα στρατιωτικά Μέτωπα, προκειμένου να επιβάλλει την «Τάξη», ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΜΟΝΙΜΑ ΑΝΗΣΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΚΑ ΑΝΤΙΔΡΩΝΤΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥΣ ΔΕΚΑΔΩΝ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ; Μονάχα αν κάποιος σκεφτεί τις συνέπειες μιας τέτοιας εκδοχής θα αντιληφθεί όχι μόνο τη σημασία που έδιναν οι Κατακτητές στο ζήτημα της «Τάξης» μα και το πραγματικό μέγεθος της ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ που οι Δωσίλογοι πρόσφεραν στον Κατακτητή βοηθώντας στην επιβολή αυτής της «Τάξης».

Ο πρώτος της σειράς των Κατοχικών «πρωθυπουργών» Γ. Τσολάκογλου, δεν παύει να επικαλείται την ένδοξη και ηρωική του παρουσία στο Αλβανικό Μέτωπο, στον πατριωτισμό του αλλά και το καθήκον του ως στρατιωτικού ηγέτου να αναλάβει πρωτοβουλίες όταν αυτές δεν αναλαμβάνονταν από τους ιεραρχικά ανωτέρους του, είναι συχνές στα «Απομνημονεύματά» του και την ξαναβρίσκουμε στο πρώτο μήνυμά του ως Κατοχικού «πρωθυπουργού», με εμφανή την αγωνία του να ανεύρει σ’ αυτές, την κολυμβήθρα του Σιλωάμ εντός της οποίας ανέμενε να εξιλεωθεί για ό,τι επακολούθησε της συνθηκολόγησης, ως εάν οι μετέπειτα εξελίξεις, πρόσφεραν έδαφος για την προβολή επιχειρημάτων ανάλογων με ό,τι ίσχυε ως πραγματικότητα κατά την περίοδο της συνθηκολόγησης, εξελίξεις ασφαλώς μη συγκρίσιμες. Αναφερόμενος στη «κυβέρνηση» που συγκρότησε -τη πρώτη Κατοχική «κυβέρνηση» -γράφει- : «Τίνα πρόσωπα απετέλεσαν την Κυβέρνησιν; Οι έως χθες αποκαλούμενοι Εθνικοί ήρωες, οίτινες ήσαν ανεπίδεκτοι μομφής ή υποψίας και εγνωσμένου πατριωτισμού…» (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959, σελ. 161). Και λίγο παρακάτω : «Δεν εφοβήθημεν την παρεξήγησιν, διότι ήμεθα οι δημιουργοί της Νίκης και οι συντελεσταί της παρατάσεως του αγώνος και με δεδηλωμένην γνώμην της πίστεώς μας επί την τελικήν νίκην της Αγγλίας. Με σύμβολα τον Σταυρόν και την Κυανόλευκον, με πατριωτικούς παλμούς και με την πεποίθησιν ότι θα επετυγχάνετο η δέουσα κατανόησις επί την ιερότητα του έργο μας από τον Ελληνικόν Λαόν και από την εν Αιγύπτω Κυβέρνησιν, υπελογίσαμεν ότι συνεταυτίζοντο αι επιδιώξεις μας, αίτινες συνωψίζοντο εις τα επόμενα άρθρα της πίστεώς μας με τους σκοπούς του Έθνους : Α) Διατήρησις της Εθνικής Ενότητος Β) Εξυπηρέτησις του Λαού ίνα δυνηθή να ανταπεξέλθη τας κρισίμους περιστάσεις του χειμαζομένου Έθνους Γ) Διατήρησις παρά πάντων ακλονήτου της πίστεως επί την Τελικήν Νίκην της Αγγλίας και επί το ευοίωνον μέλλον της Ελλάδος Δ) Αντίταξις αντιστάσεως κατά της βίας των εισβολέων Ε) Πρόληψις της εξαχρειώσεως και εξαθλιώσεως των πάντων δι’ αυστηράς επαγρυπνήσεως και δια τονώσεως του φρονήματος ΣΤ) Παγίωσις της τάξεως και ασφαλείας πρός περιφρούρησιν της ζωής, της τιμής και περιουσίας του Λαού Ζ) Να συντηρηθούν οι υπάλληλοι και να διατηρηθούν εις την προσήκουσαν περιωπήν ως όργανα του Κράτους Η) Προστασία της φυλής από τους κινδύνους των παντοίων ξανικών προπαγανδών και ιδίως της ιταλικής, βουλγαρικής και κουτσοβλαχικής Θ) Διατήρησις της Εθνικής αξιοπρεπείας εις το προσήκον ύψος Ι) Δυνατότης της εις Αίγυπτον Ελληνικής Κυβερνήσεως να παρέχη ημίν τας κατευθύνσεις της, που αφορούν γενικώτερα εθνικά συμφέροντα και τους επιδιωκτέους σκοπούς της προς τους αδιαβλήτους πάσης υποψίας εθνικούς ήρωας του χθες» (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 162).

Εν τούτοις, από όλα όσα αναφέρει παραπάνω, λίγα έχουν σημασία, διότι ομιλεί, και μάλιστα, αρκετά χρόνια μετά την λήξη του Πολέμου, (μη ξεχνάμε πως ό,τι γράφει τα γράφει στα «Απομνημονεύματά» του), ως εάν να είχε ασκήσει «ανεξάρτητη» και «κυρίαρχη» κυβερνητική εξουσία στην Κατοχή, ως εάν να μη λογοδοτούσε στη Κατοχική Δύναμη -και κυρίως τις Κατοχικές Γερμανικές Αρχές- ως εάν να «κυβερνούσε» εν ονόματι του «εθνικού συμφέροντος», χωρίς να θίγεται το συμφέρον του Άξονα, ή, ως εάν ο Άξονας να δεχόταν να θίγεται το δικό του συμφέρον για να εξυπηρετείται το ελληνικό «εθνικό συμφέρον», ή ως εάν τα δύο συμφέροντα, του Άξονα και της Ελλάδας να συνέπιπταν! Ασφαλώς και το τελευταίο ίσχυε στη σκέψη ΟΛΩΝ των δωσιλόγων, κι αυτό στη καλύτερη εκδοχή, διότι υπάρχει και η εκδοχή της πολύ πιο ρεαλιστικής άποψης πως μονάχα το συμφέρον του Άξονα ήταν στόχος της όποιας Κατοχικής «κυβέρνησης», ό,τι δε μπορούσε να θεωρηθεί και ως «ανακουφιστική» πολιτική για τον κατεχόμενο ελληνικό λαό, αυτό μονάχα στη λογική της παράπλευρης «θετικής» συνέπειας μπορεί να γίνει δεκτό, δηλαδή, βοηθώ στην επιβίωσή σου, διότι δεν νοείται Κατεχόμενη Χώρα χωρίς κατοίκους, η ύπαρξη των οποίων είναι απαραίτητη για τα συμφέροντα του Άξονα. Άλλωστε, αυτού του είδους οι «φιλάνθρωπες» πολιτικές, δεν χρειάζονταν να «εφευρεθούν» ως υπερασπιστικό επιχείρημα από τους δωσίλογους κυβερνήτες. Την «φιλάνθρωπη» πολιτική, την είχαν σκεφτεί και οι ίδιοι οι Γερμανοί, για πολύ πρακτικούς όμως λόγους, ανεξάρτητα αν δεν ήταν σε θέση να την υλοποιήσουν για άλλους λόγους, που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε. Είναι γνωστό, πως η «Νέα Τάξη» του Χίτλερ, στόχευε στη δημιουργία μιας υποταγμένης Ευρώπης που κύρια λειτουργία θα είχε το να παράγει όσα ήταν απαραίτητα για την ισχύ και την ευημερία της Γερμανίας. Επίσης η οικονομία του Ράιχ εξαρτιόταν από την αναγκαστική εργασία που εξοικονομούνταν στις κατεχόμενες χώρες και τη λεηλασία των χωρών αυτών. Τη δουλειά αυτή, από ένα σημείο και πέρα, την είχε αναλάβει ο διαβόητος για τη βαρβαρότητά του Φριτς Ζάουκελ, ενώ από την άλλη, υπήρχε και ο νεαρός τεχνοκράτης και ευνοούμενος του Φύρερ, ο Άλμπρεχτ Σπέερ, που συνιστούσε τον αντίποδα της λογικής του Ζάουκελ –όχι για λόγους ιδεολογίας τόσο, όσο για λόγους «ορθολογισμού» της οικονομίας του Ράιχ και των κτήσεών του.

Είναι άξιο (ρητορικής ασφαλώς) απορίας, κι αυτό έχει τη μεγαλύτερη πολιτική σημασία, ότι ο Τσολάκογλου προέβη σε μια τόσο σοβαρή ενέργεια, όπως αυτή της συνεργασίας με τον εχθρό, με την καθαρή υπόθεση (σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται) και στηριζόμενος αποκλειστικά σ’ αυτή την υπόθεση, ότι θα εύρισκε σύμφωνη την νόμιμη ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου, την οποία καθύβριζε ταυτόχρονα, και τον Συμμαχικό παράγοντα, χωρίς καμία προηγούμενη στοιχειώδη έστω μεταξύ τους συνεννόηση, ώστε να παίξει η κατοχική Κυβέρνηση τον ρόλο του Δούρειου Ίππου των Συμμάχων και της νόμιμης ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου! Και κυρίως, ότι θα ήταν αυτονόητο για την εξόριστη νόμιμη Ελληνική Κυβέρνηση και τον Συμμαχικό παράγοντα, ότι «θα έπαιζε» το παιχνίδι το δικό τους και όχι του Άξονα! Μάλιστα, επειδή τα επιχειρήματά του ο Τσολάκογλου τα προβάλει στα «Απομνημονεύματά» του, μετά τον Πόλεμο, δεν φαίνεται να διερωτάται, αν όχι η ελληνική Κυβέρνηση στο Κάϊρο, τουλάχιστον η Αγγλία, από πράκτορες της οποίας είχε βολιδοσκοπηθεί διαρκούσης της Κατοχής προκειμένου να παραμείνει στη «Κυβέρνηση», όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, γιατί αυτή δεν παρενέβαινε υπέρ αυτού και στην εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση, προκειμένου να υπάρξει μια συνεργασία επ’ ωφελεία του Συμμαχικού τουλάχιστον αγώνα, ασφαλώς δε και της Ελλάδας; Ούτως ή άλλως, ουδείς μπορεί να πιστέψει πως μια παρέμβαση αυτού του είδους της Βρετανικής στην Ελληνική Κυβέρνηση στο Κάιρο, θα προσέκρουε σε ανυπέρβλητα εμπόδια αν η τελευταία αντιδρούσε! Έτσι, και αυτή η εκ των υστέρων διατρανούμενη πίστη στη νίκη της Αγγλίας, υπόκειται σε έλεγχο για την ειλικρίνειά της. Ας μη ξεχνάμε, πως η απόφαση του στρατηγού Τσολάκογλου για συνεργασία με τον Άξονα, ελήφθη τον Απρίλιο του 1941, δηλαδή σε μια στιγμή κατά την οποία ο Άξονας είχε ήδη, σε σχέση με τον Οκτώβριο του 1941, διευρύνει κι άλλο τα εδάφη που κατείχε στην Ευρώπη, ενώ, με τα δεδομένα εκείνης της στιγμής, ούτε η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο ήταν κάτι το προφανές και με βεβαιότητα αναμενόμενο, ούτε προφανής ήταν ο ακριβής χρόνος της σύγκρουσης της Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση, ούτε τα μέχρι τότε κατά θάλασσαν πολεμικά επιτεύγματα της Βρετανίας ήταν ενθαρρυντικά. Την ίδια δε στιγμή, αν η Αγγλία ήταν ο μόνος αντίπαλος της Γερμανίας στην Ευρώπη χωρίς την εμπλοκή των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, ο στρατηγός Τσολάκογλου ασφαλώς και αντιλαμβάνονταν πως κάτι τέτοιο, ακόμη και με την υπόθεση της μη κατάληψής της από τον Άξονα, αυτό θα ήταν κάτι σημαντικό για την ίδια, αλλά δεν κατανοώ πώς αυτό θα ήταν σημαντικό και για τις κατεχόμενες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Αλλά, το «ένδοξον» παρελθόν, δεν σβήνει υποχρεωτικώς την οποιαδήποτε αρνητική πράξη του μέλλοντος. Εξάλλου, «Πατριωτισμός» και «Δωσιλογισμός», είναι εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο να «συμψηφιστούν», όση προσπάθεια και αν καταβληθεί να υπαχθεί ο δεύτερος ως όργανο που λειτούργησε υπέρ του πρώτου. Δυστυχώς γι’ αυτόν, ό,τι ανωτέρω επικαλείται υπέρ αυτού για το ζήτημα της συνθηκολόγησης, τα ίδια αυτά επιχειρήματα, βαραίνουν αρνητικά όταν τα επικαλείται και για την περίοδο της συνεργασίας του με τον εχθρό.  Επιπλέον, κάθε πρόσθετο επιχείρημα που προβάλλεται ότι η συνεργασία με τον εχθρό, και μάλιστα στο ύψιστο δυνατό επίπεδο, αυτό δηλαδή της άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, έστω και στα πλαίσια μιας απολύτως ελεγχόμενης από τον Κατακτητή «κυβέρνησης μαριονέτας», είναι κάτι που ωφελεί την Πατρίδα, το Λαό της, και την εποχή εκείνη, και τον Συμμαχικό Αγώνα, πολύ δε περισσότερο επιχειρήματα σαν αυτό που επικαλείται ο Τσολάκογλου, αναφερόμενος στο ζήτημα της συλλογικής ευθύνης που εφάρμοζαν οι Δυνάμεις Κατοχής όταν εκτελούσαν αντίποινα για εναντίον τους ενέργειες, όπως όταν κάποτε στην Αθήνα παρατηρήθηκε κοπή καλωδίων και οι Γερμανοί ζήτησαν από τον Δήμαρχο Αθηναίων ονόματα 50 προκρίτων για να κρατηθούν ως όμηροι, τότε, ο Τσολάκογλου συνέταξε ο ίδιος κατάλογο, στον οποίο, όπως ο ίδιος αναφέρει, «…ιδιοχείρως ενέγραψα το ονοματεπώνυμόν μου και ακολούθως τα τοιαύτα όλων ων υπουργών και είπα να συστήσουν εις τους Γερμανούς να συμπληρώσουν τον αριθμόν των πεντήκοντα από τον Κατάλογον των Συνδρομητών τηλεφώνων. Το γεγονός τούτο τους κατέπληξε και συνετέλεσε εις το να συζητήσουν το ζήτημα και να κατανοήσουν ότι τοις εισηγούμην τον ορθόν δρόμον, όταν τοις έλεγα ότι δέον να συλλαμβάνωνται οι πραγματικοί ένοχοι. Έκτοτε επέδειξαν διαλλακτικότητα και ήραν τας συνηθείας των σκληρών μέτρων…» (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 196) δεν μπορεί παρά να γεννά αμφιβολίες για το αν, όποιος επικαλείται τέτοια επιχειρήματα, από τη θέση που τα επικαλείται, αυτή του (έστω και) Κατοχικού «πρωθυπουργού», πνευματικά και ψυχικά βρίσκεται σε ισορροπία, ή, αν δεν προβάλλονται, σαν ένα είδος αυτοάμυνας προκειμένου να αντιμετωπίσει την ίδια την επίθεση της συνείδησής του εναντίον του ίδιου του εαυτού του, ανεξάρτητα από το πόσο «ένθερμα» τα προβάλλει τα επιχειρήματα αυτά προς τα έξω. Αυτές ακριβώς οι σκέψεις μου γεννήθηκαν όταν πρωτοδιάβασα αρκετές από τις απολογίες των δωσιλόγων της εποχής εκείνης, ιδίως όσων μετείχαν των Κατοχικών «κυβερνήσεων» αλλά και άλλων αξιωματούχων του τότε κρατικού μηχανισμού. Παρόμοιες παρεμβάσεις για τη διάσωση Ελλήνων που κινδύνευαν με εκτελέσεις, φυλακίσεις κλ.π., αναφέρουν και οι άλλοι δύο Κατοχικοί «πρωθυπουργοί». Ο Ι. Ράλλης, επίσης αναφέρθηκε στις δικές του παρεμβάσεις για διασώσεις Ελλήνων συμπολιτών του. Όπως σημειώνει (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 26) «…υπεχρεώθην επανειλημμένως να επισκεφθώ και τους δύο πληρεξουσίους [σημείωση δική μου : εννοεί της Γερμανίας και της Ιταλίας] ίνα ζητήσω την επέμβασίν των εις περιπτώσεις καθ’ άς υπό των στρατιωτικών αρχών εδιώκετο ομοεθνής ημών, αδιαφορών εάν εγνώριζον ή μη αυτόν, εάν ήτο φίλος μου ή αντίθετός μου, ακόμη δε εις τινάς περιπτώσεις και αν διετέλουν εις πλήρη προς αυτόν διάστασιν. Ήρκει δι’ εμέ ότι ήτο διωκόμενος υπό των εχθρών της Ελλάδος Έλλην». Γράφει εξ άλλου ο γιός του Γ. Ι. Ράλλης για τον πατέρα του επί του θέματος αυτού, επικαλούμενος σχετικά έγγραφα : «(σελ. 114)…Κατά μίαν περίπτωσιν μάλιστα, ότε ηπείλουν οι Γερμανοί να εκτελέσουν 50 τροχιοδρομικούς δια το εν Καλλιθέα λαβόν χώραν σαμποτάζ τον Αύγουστον του 1943, ο Ιω. Ράλλης δια του από 30)8)3 εγγράφου του (από εδώ και κάτω σελ. 115) προς τον στρατηγόν Σπάϊντελ, εζήτησε να αφεθούν ελεύθεροι οι μελλοθάνατοι και να κληθή να αποτίση τας ευθύνας δια το σαμποτάζ τούτο. Η απάντησις ήτο να αφεθούν ελεύθεροι οι ως όμηροι κρατούμενοι τροχιοδρομικοί και να γνωρίση ο Γερμανός Στρατηγός δι’ εγγράφου του (ευρίσκεται εις το Αρχείον του Υπουργείου των Εξωτερικών) προς τον Πρωθυπουργόν ότι «δεν είναι ανάγκη ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως να θέτη τον εαυτόν του εις την διάθεσιν της Γερμανικής Διοικήσεως, διότι, εάν η τελευταία ήθελεν έχει κατ’ αυτού τοιαύτην υπόνοιαν, δύναται να είναι βέβαιος, ότι δεν θα διστάση αύτη να προβή εις την λήψιν των καταλλήλων μέτρων». Αι προς τους Γερμανούς έγγραφοι διαμαρτυρίαι του πατρός μου μαρτυρούν περί του ασυστάτου της σχετικής κατηγορία, μνημονεύω δε ενδεικτικώς τα διαβήματα δια των οποίων απεφεύχθη η εκτέλεσις 50 πολιτών του Άργους, η μετά τα Καλάβρυτα απειλουμένη ολοσχερής καταστροφή του Αιγίου, η σύλληψις ως ομήρων 80 κατοίκων του Αμαρουσίου, η εκτέλεσις 25 υπαλλήλων του Νοσοκομείου Βούλας κλπ. Ότε ο «ειδικός» επίτροπος έλαβε γνώσιν των εγγράφων αυτών, ισχυρίσθη ότι ταύτα είναι εις βάρος του πατρός μου. «Αποδεικνύεται, κύριε Ράλλη, ετόνισεν, ότι όταν ηθέλετε, ηδύνασθε να αποφύγετε και να προλάβητε ενεργείας των Γερμανών εις βάρος Ελλήνων και συνεπώς αποδεικνύει εκ μέρους υμών ολιγωρίαν τουλάχιστον, το γεγονός ότι εις άλλας περιπτώσεις οι Γερμανοί διέπραξαν κακουργήματα εις βάρος συμπατριωτών μας». Προ του συλλογισμού τούτο, άπαντες οι εν τη αιθούση κατ’ εκείνην την στιγμήν ευρισκόμενοι, έμειναν άφωνοι. Τους είχεν αποστομώση με την τετράγωνον λογικήν του ο «ειδικός» επίτροπος!». Όμως και ο Κ. Λογοθετόπουλος (Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι, 1948) ουδόλως υστερεί στο ζήτημα αυτό έναντι των δύο προηγούμενων συναδέλφων του. Αναφέρεται κι αυτός στις παρεμβάσεις του στο ζήτημα των ομηριών και εκτελέσεων. Όπως σημειώνει (σελ. 106) «…Αλλά και στο ζήτημα της συλλήψεως και εκτελέσεως ομήρων αντιμώπισα δι’ όλων των μέσων, τα οποία ήτο δυνατόν να έχη εις την διάθεσίν της κυβέρνησις κατεχομένης χώρας. Προς τούτο δεν ώκνησα ουδ’ επί στιγμήν και πανταχού και πάντοτε, διαμαρτυρόμενος γραπτώς και προφορικώς…» Ως απόδειξη του ενδιαφέροντός του, παρουσιάζει επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 1943 του προς το Δρα Άλτενμπουργκ, Πληρεξούσιο του Ράϊχ για την Ελλάδα, στην οποία αφού του υπενθυμίζει τα όσα προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο για το ζήτημα των ομήρων, και αφού του υπενθυμίζει αριθμό εκτελέσεων που έγιναν ομήρων αθώων, για διάφορες αιτίες, καταλήγει (σελ. 111) «…Παρακαλώ όπως ευασρεστηθήτε και μελετήσητε εκ νέου το πρόβλημα των εκτελέσεων αμετόχων πολιτών και των αντιποίνων εν γένει και να καταβάλητε πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως μεταβληθή η κατάστασις αύτη, ίνα και η δεινώς χειμαζομένη Ελληνική Κοινωνία επανεύρη κάποιαν ηρεμίαν και ίνα η κυβέρνησίς μου εξέλθη εκ της δυσκόλου θέσεως εις ήν όντως ευρίσκεται. Ευελπιστών ότι η εκ βάθους της καρδίας μου απευθυνομένη προς την Υμετέραν Εξοχότητα παρούσα έκκλησίς μου θα εύρη παρ’ αυτή, ής η Χώρα τόσα δείγματα πολιτισμού και δικαιοσύνης εξεπόρευσε κατά τους τελευταίους αιώνας, την δέουσαν απήχησιν, δράττομαι της ευκαιρίας ταύτης όπως επαναλάβω προς αυτήν την διαβεβαίωσιν της υψηλής εκτιμήσεώς μου». Στο ζήτημα των επεμβάσεών του προς διάσωση συλλαμβανομένων Ελλήνων πολιτών, επανέρχεται και πάλι σε επόμενα τμήματα του βιβλίου του ο Λογοθετόπουλος (π.χ., σελ. 138-143). Ασφαλώς η διάσωση της ζωής έστω και ενός ανθρώπου, είναι κάτι που έχει μεγάλη αξία. Όμως, ήταν παρεμβάσεις περιστασιακές, που σε καμία περίπτωση δεν τέθηκαν στη λογική της «κόκκινης γραμμής» από την πλευρά τους, ως αξίωση δηλαδή, ότι δεν θα ανέχονταν τις σφαγές και τους εξανδραποδισμούς στη λογική της «συλλογικής ευθύνης». Και κυρίως γίνονταν εκ του ασφαλούς. Σε αντίθεση με τον απλό Λαό, που στις 25 Ιουνίου 1943, ξεχύθηκε στους δρόμους για να διαδηλώσει κατά των εκτελέσεων αθώων ανθρώπων, και που πλήρωσαν αυτή τους την «διαμαρτυρία» με 10 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες από τις κάνες των τεθωρακισμένων. Και την ίδια στιγμή, η τόσο οικεία εικόνα των κρεμασμένων στους δρόμους.

Όχι μονάχα η προσφορά «εθνικών υπηρεσιών», μα και το αίσθημα «αυτοθυσίας», ήταν κάτι που έπρεπε κι αυτό να αναδειχτεί από τους δωσίλογους «πρωθυπουργούς» (και οπωσδήποτε εκ μέρους και πολλών άλλων)!

Ο Γ. Τσολάκογλου, γράφει (Απομνημονεύματα, ό.π., σελ. 234): «…ημείς δεν ήμεθα κατ’ ουσίαν Πρωθυπουργοί και υπουργοί, αλλά κατείχομεν τους αντιστοίχους θώκους συμβολικώς, ως έπραξαν άλλοτε ο Γεννάδιος Σχολάριος και οι άλλοι Πατριάρχαι…», ενώ λίγο πιο κάτω αναφέρεται σε  δημόσιες δηλώσεις του τον Αύγουστο και στις 31 Δεκεμβρίου του 1941 στο Δημαρχείο και στο καπνιστήριο του Εθνικού Θεάτρου αντίστοιχα. Πρόκειται για μια αναζήτηση «νομιμοποιητικής βάσης» στο λαϊκό συναίσθημα, και μάλιστα, όπως εδώ, με την επίκληση της «αυτοθυσίας», μονάχα που, ενώ πολλοί Πατριάρχες κρεμάστηκαν στη πόρτα του ίδιου τους του Πατριαρχείου από τον Κατακτητή, ΟΥΔΕΙΣ εκ των Κατοχικών «πρωθυπουργών» διακινδύνευσε στα σοβαρά την ζωή του, σε αντίθεση με την ΘΥΣΙΑ του Εθνικού Συμφέροντος στο βωμό των ζωτικών συμφερόντων του Άξονος, πέραν του γεγονότος ότι συγκρίνονται ανόμοιες ιστορικές συνθήκες! Οι Γ. Τσολάκογλου, Κ. Λογοθετόπουλος και Ι. Ράλλης, δεν επαναστάτησαν εναντίον μιας Σκλαβιάς η οποία προϋπήρχε στη Πατρίδα τους της δικής του γέννησης, αλλά, με τη συνεργασία τους βοήθησαν να επιβληθεί αυτή η Σκλαβιά. Αν ομοιάζουν σε κάτι ομοιάζουν με το χέρι εκείνο που άνοιξε την Κερκόπορτα για να μπουν οι εχθροί στη Πόλη.

Οι «Ελληνικές» Κατοχικές «Κυβερνήσεις», ασφαλώς δεν ήταν ούτε «Ελληνικές», ούτε «Κυβερνήσεις», αφού δεν εκπροσωπούσαν κανένα επίσημο Ελληνικό Κράτος (αυτό είχε καταλυθεί και βρίσκονταν υπό Τριπλή Κατοχή στρατευμάτων ξένων Κρατών), ούτε βεβαίως τον Ελληνικό Λαό, του οποίου ούτε την εντολή διέθεταν ούτε και την ανοχή, εκτός της υποχρέωσής του να υπομένει υπό καθεστώς σκλαβιάς, την «Αρχή» των «Ελληνικών» «Κυβερνήσεων» ως εντολοδόχων της Ξένης Κατοχικής Δύναμης. Η (επίσημη) Ελληνική Κυβέρνηση ουδέποτε συνθηκολόγησε με τον Εχθρό, (άλλωστε αυτό καθ’ αυτό αναγκαίως δεν θα σήμαινε «δωσιλογισμό» όπως ήδη σημειώσαμε), το κυριώτερο δε, συνέχιζε τον εναντίον του Άξονα πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων στο εξωτερικό και στο εσωτερικό η Αντίσταση κατά του Κατακτητή ήταν αναγνωρισμένη από τους Συμμάχους και την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση.

Όμως, το «χαρτί Τσολάκογλου», έχοντας προσφέρει όσα μπόρεσε να προσφέρει, είχε έρθει η ώρα να αντικατασταθεί. Αυτό το είχε αντιληφθεί και ο ίδιος, και μάλιστα, με τη συμπεριφορά του, την εξεβίασε θα μπορούσε να πει κανείς, (με τη στάση του στο ζήτημα των εξόδων κατοχής), ίσως επιχειρώντας «ηρωική έξοδο», ίσως διότι αισθάνθηκε πως είχε φτάσει στα όριά της η υποτέλεια στον Κατακτητή, προσωπικά, δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς τον ώθησε στην παραίτηση, την οποία πιστεύω πως αν το επιθυμούσε, τηρώντας πιο εφεκτική στάση έναντι των Κατοχικών Αρχών, θα ήταν δυνατό να διασώσει «την καρέκλα του».

Γράφει ο Γ. Τσολάκογλου (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου :  ό.π., σελ. 221) πως όταν το Καλοκαίρι του 1942 είχε ήδη ληφθεί εκ μέρους των Γερμανών η απόφαση να αντικατασταθεί,  οι Κατοχικές Αρχές προσέγγισαν διάφορα πρόσωπα για να αναθέσουν τον σχηματισμό «κυβέρνησης», είχαν δε απευθυνθεί και στον Ι. Ράλλη. Ο Ράλλης, όμως, πριν απαντήσει ζήτησε την προηγούμενη συγκατάθεση του Γερμανού στρατάρχου της Θεσσαλονίκης για τους όρους συνεργασίας που έθετε, (είναι αυτοί που περιγράφονται στη συνέχεια όταν θα αναφερθούμε στην εν τέλει αποδοχή εκ μέρους του πρόταση για σχηματισμό «Κυβέρνησης» τον Απρίλιο του 2013), οι οποίοι μη γενόμενοι δεκτοί οδήγησαν στην απόσυρση του ενδιαφέροντός του. Έτσι κατάληξαν στην λύση Κ. Λογοθετόπουλου, ήδη μέλους της Κυβέρνησης Τσολάκογλου.

Ο Κ. Λογοθετόπουλος  σημειώνει (Κ. Λογοθετόπουλος : Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι, 1948) πως ανάμεσα σε όσα άλλα επικαλέσθηκε ως λόγους που τον ώθησαν να επωμιστεί το «βάρος» της συμμετοχής του στις Κατοχικές «Κυβερνήσεις» αλλά και να ηγηθεί και ο ίδιος ως «πρωθυπουργός» μιας τέτοιας «Κυβέρνησης», έστω και βραχύβιας όσο και μεταβατικής, υπήρχε και ένας ακόμα : «(σελ. 47) Την Κυβέρνησιν ανέλαβον τότε εν τη πεποιθήσει ότι θα επήρχετο ριζική επί τα βελτίω εις την οικονομικήν κατάστασιν της Χώρας, ιδία μετά τας βεβαιώσεις των αφιχθέντων δια την οικονομικήν ανάρρωσιν αυτής τότε ειδικών εμπειρογνωμόνων «ιατρών», [σημείωση : εννοεί τους Neubacher και D’ Agostino, που ήρθαν περί τα τέλη Οκτωβρίου 1942] προς επίσκεψιν και θεραπείαν «του ασθενούς», κατά την ιδίαν αυτών έκφρασιν. Αι προβλέψεις μου αύται δεν διεψεύσθησαν καθ’ όσον μετά την ανάληψιν της προεδρίας της Κυβερνήσεως και μετά την αμέσως ταύτα υπογραφήν της οικονομικής συμβάσεως…, μεταξύ των οικονομικών συμβούλων αφ’ ενός και εμού και του υπουργού των Οικονομικών αφ’ ετέρου, η βελτίωσις επήλθε ραγδαίως, αποτέλεσμα δε ταύτης μεταξύ άλλων ήτο και η σημειωθείσα σοβαρά κάμψις της λίρας προς τα κάτω φθάσασα περί τα μέσα Δεκεμβρίου εις τας 112.000 δραχ. Η βελτίωσις εν γένει ήτο τοιαύτη από οικονομικής και επιστιστικής πλευράς, ώστε επήλθε μεγάλη τότε ανακούφισις του λαού, ως πάντες θα ενθυμούνται και διήρκησε αύτη καθ’ όλον τον χρόνον της Πρωθυπουργικής μου θητείας.» Επίσης αναφέρεται και σε πλήθος άλλων ζητημάτων που ως «πρωθυπουργός» τον απασχόλησαν και που για την αντιμετώπισή τους παρενέβη, όπως (σελ. 88-116) το ζήτημα της ιθαγένειας των Ελλήνων της Ανατολ. Μακεδονίας και Θράκης, της δίωξης Ισραηλιτών, η χορήγηση γενικής αμνηστείας στην Κρήτη, η αποφυγή πολιτικής επιστράτευσης, η παρέμβασή του σε ζητήματα ομηρίας και εκτελέσεων, ό,τι δηλαδή επικαλούνται και οι υπόλοιποι. Είναι οι ίδιοι λόγοι που τον ώθησαν να μετάσχει και ως υπουργός στην προηγούμενη «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου. Όπως ο ίδιος σημειώνει, (Κ. Λογοθετόπουλου : ό.π., σελ. 9-10), αναφερόμενος στην πρόταση που του είχε κάνει ο Τσολάκογλου να μετάσχει της «Κυβέρνησής» του, ως υπουργός Πρόνοιας, γράφει : «…Άλλως τε εις τον κύκλον των φιλοδοξιών μου ουδέποτε είχον περιληφθή τα πολιτικά αξιώματα, τα οποία δυσκόλως συμβιβάζονται προς την συγκέντρωσιν και την ηρεμίαν της επιστημονικής ερεύνης και δράσεως. Δια τούτο απέρριψα πάντοτε επανειλημμένας προτάσεις και των αειμνήστων Ι. Μεταξά (1927) και Π. Τσαλδάρη (1933) όπως αναμιχθώ εις την πολιτικήν, όπως απέκρουσα επίσης και την τιμητικήν πρότασιν του τελευταίου κατά το αυτό έτος ως υποψηφίου Δημάρχου Αθηναίων. Ήτο όμως κατά τας ανιστορήτους εκείνας τραγικάς στιγμάς επιτακτική ανάγκη να σωθή από την καταστροφήν ό,τι ηδύνατο να περισωθή και να ανακουφισθή ο Ελληνικός Λαός από το βάρος της επερχόμενης αφορήτου δουλείας και δυστυχίας. Δια τούτο εδέχθην εν τέλει την πρότασιν του στρατηγού Τσολάκογλου, αν και είχον πλήρη συναίσθησιν των πολλαπλών ευθυνών, άς ανελάμβανον και των θυσιών, εις τας οποίας θα υπέβαλλον εμαυτόν δια της αποδοχή μου ταύτης. Το έθνος όμως είχεν ανάγκην των υπηρεσιών των τέκνων των. Έπρεπε να ευρεθούν άνθρωποι, οι οποίοι να θυσιάσουν συνειδητά τον εαυτόν των υπέρ αυτού κατά την δεινοτέραν περίοδον της μακραίωνος ιστορίας του…». Παντού ξεχειλίζει το αίσθημα της προσφοράς και του καθήκοντος, και μάλιστα από εκπροσώπους και της μεγαλοαστικής τάξης, της οποίας εξέχων μέλος ήταν και ο Κ. Λογοθετόπουλος!

Όμως, οι Κατοχικές Αρχές, επείγονταν να αντικαταστήσουν την «Κυβέρνηση» Λογοθετόπουλου, όχι μόνο διότι ούτως ή άλλως την θεωρούσαν μεταβατική, μα και διότι ο Κ. Λογοθετόπουλος, δεν ενέπνεε καμία εμπιστοσύνη στους Γερμανούς για τις ικανότητές του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης αυτής. Έτσι, επανήλθαν στην «επιλογή Ράλλη», του οποίου τις προφορικές απαιτήσεις τις έκαναν τελικώς δεκτές (το γιατί θα το πούμε παρακάτω), και στις αρχές Απριλίου 1943 σχημάτισε την Τρίτη και τελευταία δωσιλογική «Κυβέρνηση». Οι που έθεσε και εν τέλει έγιναν δεκτοί, ήταν, όπως τους εκθέτει ο ίδιος (Γεώργιος Ι. Ράλλης : ό.π., σελ. 29-32) : «1ον) Δεν θα εδεχόμην να διορισθώ πρόεδρος της κυβερνήσεως παρά του προέδρου της παραιτηθησομένης κυβερνήσεως, [σημείωση δική μου : εννοεί τη «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου] διότι θέλω να υπάρχη το δεδομένον ότι κατέλαβον την αρχήν ανωμάλως και συνεπώς ότι η κυβέρνησίς μου αποτελεί DE FACTO κυβέρνησιν. Μη διαθέτων δυνάμεις ίνα πράξω τούτο εναντίον της θελήσεως της κατοχής πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζω ότι αι αρχαί κατοχής δεν θα αναμιχθούν ποσώς εις την καθαρώς ελληνικήν ταύτην υπόθεσιν και συνεπώς δεν θα ζητήσουν καν να μάθουν προ της ορκομωσίας τα ονόματα των υπουργών… 2ον) Δεν θα εγίνοντο του λοιπού συλλήψεις Ελλήνων πολιτών ως ομήρων, ουδ’ εκτελέσεις άνευ αποφάσεων στρατοδικείων της ελληνικής κυβερνήσεως διατηρούσης το δικαίωμα να λαμβάνη γνώσιν των λόγων των προκαλεσάντων αυτάς ως και πάσης εν γένει διώξεως. 3ον) Θα έπαυεν απολύτως η επί της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως λογοκρισία, αρκουμένων των αρχών κατοχής εις την βεβαίωσίν μου ότι δεν θα επέτρεπον την δημοσίευσιν εν αυτή οιουδήποτε μέτρου σχέσιν έχοντος με την ασφάλειαν ή τας ανάγκας του στρατού κατοχής άνευ προσυνεννοήσεως. 4ον) Θα μοι επιτρέπετο η άμεσος συγκρότησις δύο ευζωνικών ταγμάτων εν Αθήναις πρώτον και δύο αμέσως κατόπιν εν Θεσσαλονίκη, ως σύμβολον της ελληνικής κυριαρχίας και ίνα χρησιμεύσουν, όταν θα έπαυεν η κατοχή, ως πυρήν του μέλλοντος στρατού… Ωμίλησα απεριφράστως όσον αφορά τους σκοπούς εις ούς απέβλεπον δια της συγκροτήσεως της μικράς αυτής δυνάμεως, διότι αμφότεροι οι πληρεξούσιοι μοι είχον, ευθύς εξ αρχής της συνομιλίας μας, δηλώση, ότι ούτε η Ιταλία, ούτε η Γερμανία απέβλεπον εις κατακτητικούς σκοπούς εν Ελλάδι και ότι η κατοχή ήτο απλώς συνέπεια της πολεμικής δράσεως, η οποία θα ήρετο ολοσχερώς ευθύς ως ήθελον εκλείψη οι προκαλέσαντες ταύτην απολύτως στρατηγικοί λόγοι. 5ον) Αμφότεραι αι δυνάμεις της κατοχής θα ώφειλον να επέμβουν παρά τη βουλγαρική κυβερνήσει, ίνα καταργηθή ο περί ιθαγενείας νόμος και να προβούν εις πάσαν επί της βουλγαρικής κυβερνήσεως ενδεδειγμένην πίεσιν, ίνα καταπαύσουν αμέσως αι κατά του ελληνικού πληθυσμού διώξεις και η ανθελληνική προπαγάνδα εις τα ρηθέντα τμήματα της Ελλάδος. 7ον) Θα έπρεπε να καταπαύσουν αι εν Ηπείρω αλβανικαί αγριότητες και η εκεί ασκουμένη ανθελληνική προπαγάνδα. 8ον) Θα έπρεπε να παύση η κουτσοβλαχική λεγομένη και εις διάφορα σημεία της Ελλάδος ασκουμένη σχετική ανθελληνική προπαγάνδα. 9ον) Δια τα οικονομικά ζητήματα μοι εδηλώθη ότι θα έπρεπε να συνενοηθώ μετά των ειδικών πληρεξουσίων επί τη βάσει των συμφωνιών της Ρώμης» (αυτές οι τελευταίες αφορούσαν συνενοήσεις σχετικές με την οικονομική, κυρίως όμως την ασκούμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική).

Ο Ι. Ράλλης, ήταν ένας εκ των πολιτικών που είχε στείλει με πρωτοβουλία τού Θ. Πάγκαλου, επιστολή στον «πρωθυπουργό» Γ. Τσολάκογλου, (περί αυτής κατωτέρω), στην οποία αφού εξέθεταν τις απόψεις τους επί της καταστάσεως της Χώρας κατ’ εκείνη την περίοδο, δήλωναν ότι δεν επρόκειτο οι υπογράφοντες πολιτικοί να δεχτούν ποτέ να σχηματίσουν «Κυβέρνηση», «υπό τους αυτούς ή δυσμενέστερους όρους», προφανώς δε ο Ράλλης, επεδίωκε να δημιουργήσει όρους συνεργασίας «ευνοϊκότερους» εκείνων που θα ίσχυαν εφόσον δέχονταν να αναλάβει την σχετική ευθύνη σχηματισμού «Κυβέρνησης», κατ’ εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, τελικά φθάνουμε στις 7 Απριλίου του 1943, ότε και σχηματίζει την «Κυβέρνησή» «του».

Τι ήταν αυτό που μετέπεισε τον Ι. Ράλλη, να δεχτεί εν τέλει τον σχηματισμό Κατοχικής «Κυβέρνησης» εκτός των άνω «όρων» που είχε θέσει, και οι οποίοι γνώριζε ότι ήταν εντελώς ανίσχυροι να δεσμεύσουν τον Κατακτητή σε οποιαδήποτε απόφασή του, εάν αυτή προσέκρουε στον οποιοδήποτε από τους παραπάνω «όρους»; Στο σχετικό τμήμα της απολογίας του στο δικαστήριο (Γεώργιος Ι. Ράλλης : ό.π., σελ. 33-36) δίνει πολύ μεγάλο βάρος, στη σημασία καταπολέμησης της εσωτερικής «τρομοκρατίας» που βασίλευε στην ύπαιθρο ιδίως εκ μέρους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και, επίσης, όπως υπογραμμίζει, πληροφορίες  ότι επεδιώκετο από πλευράς των Αρχών Κατοχής «…να τεθή τέρμα εις την κρατούσαν τακτικήν της υπάρξεως ελληνικών κυβερνήσεων και ότι τέλος υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας καταστάσεως την οποίαν θα έπρεπε να αποφύγωμεν οπωσδήποτε, απειλουμένης και της εν τη Παλαιά έτι Ελλάδι μετακλήσεως βουλγαρικού στρατού προς εμπέδωσιν της δήθεν τάξεως… Εζήτησα όμως και πρόσθετον τότε όρον την παροχήν αμνηστείας εις τας λυμαινομένας την ύπαιθρον συμμορίας. Τον όρον τούτον εδέχθησαν, αλλά εζήτησα να καθορισθούν ο χρόνος και αι λεπτομέρειαι αμέσως μετά τον σχηματισμόν της κυβερνήσεως…»

Ο Ι. Ράλλης, τοποθετούμενος περαιτέρω για τη σημασία της «επιβολής» τέτοιων όρων εκ μέρους του, και «αποδοχής» τους εκ μέρους των Δυνάμεων Κατοχής, σημειώνει (σελ. 38-42) : «Μοι επιβάλλεται ήδη, κύριοι δικασταί, να είπω τινά επί τροχάδην εν τη αιθούση ταύτη, αν δηλαδή, θέτων όρους, επίστευον εις την τήρησιν αυτών, έτι δε αν οι όροι περιελήφθησαν εις προφορικήν ή γραπτήν σύμβασιν. Απαντώ λοιπόν ότι ήμην πεπεισμένος ότι εφ’ όσον θα κατείχον την θέσιν των οι πληρεξούσιοι μεθ’ ών διεπραγματεύθην τους ρηθέντας όρους θα έπραττον το παν το απ’ αυτών εξαρτόμενον ίνα οι όροι τηρηθούν. Την τοιαύτην πεποίθησίν μου ήντλουν εκ της, κατά τας μετ’ αυτών συζητήσεις, δημιουργηθείσης εντυπώσεώς μου ότι επρόκειτο περί ειλικρινών και τιμίων ανθρώπων οι οποίοι ουδέποτε ηρνούντο τα όσα είχον είπη. Αλλ’ εγνώριζον εξ άλλου ότι, επειδή οι στρατιωτικοί είχον την πρωτεύουσαν γνώμην… υπήρχε άμεσος κίνδυνος παραβιάσεως των όρων εκείνων, οι οποίοι θα εθεωρούντο εις δεδομένην στιγμήν ανεπιθύμητοι δια την στρατιωτικήν δράσιν ή και απλώς λόγω του αυθαιρέτου του στρατιωτικού χαρακτήρος. Εάν μοι παρατηρηθή ότι τοιουτοτρόπως οι τεθέντες υπ’ εμού όροι επερίττευον, θα απαντήσω ότι δεν επερίττευον ποσώς. Διότι εις πάσαν συζήτησιν, ιδία δε εις τα διπλωματικάς και πολιτικάς τοιαύτας, πλεονεκτικήν κατέχει θέσιν εκείνος ο οποίος αποδεικνύει την κακήν πίστιν του μεθ’ ού συζητεί. Επειδή δε σπουδαιότατος προορισμός της εδώ ελληνικής κυβερνήσεως ήτο το να δύναται, εξ επισήμου αναγνωρίσεως, να διαμαρτύρηται, εθεώρουν ότι, όταν όρος ή όροι ἠθελον παραβιασθή παρά των ιταλών ή των γερμανών, έχων κατάφορον ως εκ τούτου την κακήν των πίστιν, θα μοι έμενε τουλάχιστον τούτο : ότι θα ηδυνάμην εν πάση μετ’ αυτών συζητήσει να πλεονεκτώ καταγγέλων την κακοπιστίαν των. Διετήρουν δ’ εξ άλλου την ελπίδα ότι θα εγένοντο ίσως οι όροι μου σεβαστοί. Δύναμαι δε να είπω, ότι, οσάκις υπήρξεν εκ μέρους αυτών παραβίασις όρου, εθεώρησα εμέ ευτυχή δότι τον όρον τούτον είχον θέση. Μοι προσήψαν ακόμη ότι οι όροι δεν ήσαν εγγράφως διατυπωμένοι, τι έπρεπε λοιπόν; Να συντάξω συμβολαιογραφικήν πράξιν και να θέσω και ποινικήν ρήτραν;… Είπον ανωτέρω, ότι πρόσθετον όρον προέβαλον κατ’ Απρίλιον 1943, όταν απεφάσισα να υποστώ το μαρτύριον του εις τοιαύτας στιγμάς κυβερνήτου, την χορήγησιν αμνηστείας και ότι τον όρον αυτόν εδέχθησαν οι δύο πληρεξούσιοι κατ’ αρχήν, επιφυλαχθέντες την συζήτησιν των λεπτομερειών και τον καθορισμόν του χρόνου μετά τον σχηματισμόν της κυβερνήσεως. Πράγματι ήρξαντο αμέσως αι σχετικαί διαπραγματεύσεις και την 5ην Μαΐου 1943 εδημοσιεύθησαν προκηρύξεις εμού και του ιταλού στρατηγού και δι’ αεροπλάνων διενεμήθησαν καθ’ όλην την Ελλάδα, δι’ ών καθίστατο γνωστόν ότι εάν μέχρι της 20ης Μαΐου ήθελον οι ένοπλοι καταθέση τα όπλα των θα ημνηστεύοντο πλήρως, άμα δε εκαλούντο οι χωρικοί να επανέλθουν εις τας εστίας των, διότι, φοβούμενοι τας σφαγάς και τα αντίποινα των στρατευμάτων κατοχής, είχον εγκαταλείψει αυτάς. Δια της αμνηστείας εσκόπουν : 1) Να διαλυθούν αι καθ’ ημέραν πολλαπλασιαζόμεναι συμμορίαι εκ καθαρώς κακοποιών και ληστών, αίτινες, το μεν απ’ ευθείας υπέβαλον εις βασανιστήρια τους κατοίκους της υπαίθρου, το δε προεκάλουν, φονεύουσαι και ληστεύουσαι ασήμαντον αριθμόν στρατιωτών της κατοχής τους οποίους τυχόν συνήντων απομεμονωμένους, τρομερά κατά των δυστυχών αγροτών αντίποινα και τρομεράς καταστροφάς των χωρίων αυτών, τα οποία εγκατέλειπον αθρόοι οι κάτοικοί των, κατειλημμένοι υπό πανικού και κατέφευγον, γυμνοί και πεινώντες, εις τα όρη, ένθα επίσης φρικτόν αντεμετώπιζον θάνατον. 2) Να πεισθούν οι εν Καΐρω προς ούς είχον σταλή μακραί εκθέσεις διεκτραγωδούσαι την τρομεράν κατάτασιν εις ήν είχε περιέλθη, λόγω των έργων του ΕΑΜ και των συμμοριών του, η ύπαιθρος χώρα, ότι έπρεπε η Ελληνική εν Καΐρω κυβέρνησις να χρησιμοποιήση πλήρως το κύρος αυτής, ίνα παύσουν αι ενισχύσεις αι διδόμεναι εις συμμορίας, ταξικά και αντεθνικά επιδιωκούσας συμφέροντα και εις ουδεμίαν εθνικιστικήν δράσιν αποβλεπούσας τουναντίον σε αποσκοπούσας την πλήρη καταστροφήν και ολοσχερή όλεθρον της Ελλάδος και την υποδούλωσίν της. 3) Να ειδοποιήσω εντέχνως τους χωρικούς και τους κατοίκους των κωμών και των χωρίων να προσέξουν, διότι μοι είχεν ανακοινωθή ότι επέκειτο δράσις των στρατευμάτων του άξονος κατά των ενόπλων αναρχικών συμμοριών και εγνώριζον τας συνεπείας αυτής, εν περιπτώσει κατά την οποίαν ήθελον τυχόν γίνη αφροσύναι τινές εκ μέρους των κατοίκων. Αλλά και η πολιτικωτάτη αύτη πράξις μου, την οποίαν νομίζω ότι δικαιούμαι να εξάρω, παρέμεινε δυστυχώς φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Διότι οι μεγαλοφυείς πολιτικοί άνδρες μας του Καΐρου, οι οποίοι δια της απρονοησίας των μεγάλας συνεσώρευσαν και ενταύθα και εν Αιγύπτω συμφοράς, απεδέχθησαν τυφλοί τα τε ώτα, τον τε νουν, τα τε όμματα. Κατηγγέλθην και τότε υπό των υπό τας διαταγάς των εκφωνητών των ραδιοφωνικών πομπών ως προδότης και εκαλούντο οι κάτοικοι της υπαίθρου να μη υπακούσουν εις την ως έλεγον… προδοτικήν και τα συμφέροντα των γερμανοϊταλών υπηρετούσαν φωνήν μου… Αλλ’ επειδή είμαι εφωδιασμένος υπό περισσής πείρας και γνωρίζω την κακοβουλίαν και το φιλοκατήγορον πολλών, είμαι υποχρεωμένος να τονίσω ότι βεβαίως το μέτρον της αμνηστείας, όσον αφορά εμέ, δεν απέβλεπεν εις τα εθνικιστικά σώματα αντιστάσεως, τα οποία… όσον ηδυνήθην πάντοτε εβοήθησα, μη διστάσας άλλως τε και εις διαμαρτυρίας ευθέως προς τους γερμανούς υπέρ τούτων πλέον ή απαξ να προβώ και χάριτας υπέρ συλληφθέντων και εις θάνατον καταδικασθέντων οργάνων της αντιστάσεως να ζητήσω και να λάβω…»

Τι συνάγεται από τα παραπάνω εκτενή αποσπάσματα που παραθέσαμε; Αξίζει να μείνουμε στα σημεία που υπογραμμίζουν, από μόνα τους, την βαρύτητα που είχαν οι «όροι» που έθεσε, (προφορικοί, δεν πρέπει να το ξεχνάμε) και που χωρίς την «αποδοχή» τους εκ μέρους των Κατοχικών Αρχών, δεν θα δεχόταν να σχηματίσει «Κυβέρνηση». Ο ίδιος, όπως παραδέχεται παραπάνω, στηρίζονταν στη «καλή πίστη» των (προφορικά) «αντισυμβαλλόμενων» Πληρεξουσίων των δύο Δυνάμεων Κατοχής, Ιταλίας και Γερμανίας, διότι, όπως και ο ίδιος είχε διαπιστώσει ήταν «τίμιοι και ειλικρινείς» άνθρωποι! Όμως, συνεχίζει, μιας κι αυτοί οι δύο Πληρεξούσιοι δεν εκπροσωπούσαν παρά τον πολιτικό βραχίονα της Κατοχικής Αρχής, υπήρχε πάντα ο φόβος εκείνοι που εκπροσωπούσαν το κυρίαρχο στρατιωτικό βραχίονα της Κατοχικής Αρχής, ο οποίος ουδόλως υπάγονταν στο πολιτικό βραχίονα, να μη τηρήσουν τους «όρους συνεργασίας», όμως τούτο, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος ο Ι. Ράλλης, ουδόλως μειώνει τη σημασία των «όρων» που έθεσε, και για ποιο λόγο παρακαλώ; Διότι θα είχε με το μέρος του το ηθικό πλεονέκτημα, ή όπως ο ίδιος λέει, θα ήταν σε θέση να αποδεικνύει την κακή πίστη της άλλης πλευράς, η οποία «άλλη πλευρά», υποθέτω εγώ τώρα, η οποία ήταν αναίσθητη για πλήθος βαρβαροτήτων στις οποίες επιδίδονταν στη Χώρα μα και στην υπόλοιπη Κατεχόμενη Ευρώπη, εν τούτοις, για κάποιο λόγο, θα ευαισθητοποιούνταν διότι παρέβη κάποιους ή και όλους τους «όρους» του Έλληνα Κατοχικού «πρωθυπουργού»! Όμως, η αποθέωση της λογικής αυτού του «επιχειρήματος», βρίσκεται στην άποψη του Ι. Ράλλη, πως τουλάχιστον σε περίπτωση «κακοπιστίας» της άλλης πλευράς, θα του έμεινε η ικανοποίηση πως θα «πλεονεκτούσε καταγγέλων την κακοπιστίαν των»! Αλλά, αυτά τα «επιχειρήματα», δεν είναι απλά ανάξια και να τα σχολιάσει καν κανείς, ενώ θα αρκούσε η χωρίς κανένα σχόλιο παράθεσή τους για να καταδειχθεί πόσο έωλα είναι, την ίδια στιγμή, είναι και αποκαλυπτικά της πραγματικής εξουσίας των Κατοχικών «Κυβερνήσεων», διότι απ’ όλους τους Κατοχικούς «πρωθυπουργούς» προβλήθηκε το επιχείρημα ότι τάχα σε ό,τι αφορούσε την «εσωτερική διακυβέρνηση» της Χώρας, ήταν περίπου ελεύθεροι να «διοικήσουν» όπως αυτοί θεωρούσαν καλύτερο, αρκεί να μην έθιγαν τα συμφέροντα του Άξονα! (Όμως θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό).

Από την άλλη, είναι προφανές, πως εκείνο που κυριάρχησε στη σκέψη του Ι. Ράλλη ήταν να καταπολεμηθεί η συνεχώς διογκούμενη επιρροή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και ασφαλώς η προοπτική επικράτησής του μεταπολεμικά. Και όλα αυτά, να τον απασχολούν ως σκέψεις τέλη Μαρτίου, αρχές Απριλίου 1943, όταν άρχισε να διαβλέπει την έναρξη της ήττας του Άξονα (δύο χρόνια πριν την ήττα της Γερμανίας!), αλλά παρόλα αυτά να δέχεται να συνεργαστεί με τον Άξονα που άρχισε να μετρά αντίστροφα, κατ΄ αυτόν! Μάλιστα, ο ίδιος ο Ι. Ράλλης δικαιολογεί το «παράδοξο» της απόφασης της συνεργασίας του με τον Άξονα υπό αυτές τις συνθήκες, δηλαδή της ορατής μεταστροφής του Πολέμου υπέρ των Συμμάχων, ως εξής (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο ό.π., σελ. 37) : «…Ανίκανοι φαίνεται να συμμερισθούν αισθήματα αυτοθυσίας, ανεζήτουν ελατήρια της πράξεώς μου, γερμανόφιλα ή γερμανόδουλα αισθήματα. Ας μάθουν λοιπόν, ότι εις την ψυχήν μου, ούτε το έν ούτε το έτερον θα εύρουν… Ξενόφιλα, δουλικά αισθήματα δεν είχον ποτέ. Είμαι Έλλην και μόνον Έλλην…»). Το ίδιο επιχείρημα επικαλείται και ο Κ. Λογοθετόπουλος (Ιδού η Αλήθεια), ο οποίος σημειώνει πως το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, όπως λέει «…ότι ανέλαβον την Προεδρίαν της Κυβερνήσεως μετά την αποφασιστικήν ήδη καμπήν του πολέμου υπέρ των συμμάχων. Καθόσον κατά την περίοδον καθ’ ήν ανέλαβον την Προεδρίαν είχε προηγηθεί κατά ένα μήνα περίπου η σοβαρά ήττα των Γερμανο-Ιταλών εις την μάχην του Ελ-Αλαμέΐν (22-28 Οκτωβρίου 1942)και η μεγάλη Συμμαχική απόβασις εις την Β.Δ. και Β. Γαλλικήν Αφρικήν (8-11-1942). Επίσης είχε προηγηθεί η πρώτη αποτυχία των Γερμανών κατά του Στάλινγκραδ (Σεπτέμβριος 1942)..», ενώ, πιο κάτω, στην σελ. 61 σημειώνει πως «…παρά την διακρινομένην κατά την εποχήν εκείνην κάμψιν του Άξονος και ιδία μετά την συμμαχικήν νίκην του Αλαμέϊν, το τέρμα του πολέμου εφαίνετο ακόμη μακράν…» (και δικαιούμαι να πω : πως όσο πιο «μακράν» ήταν, τόσο και πιο αβέβαιη η τελική του έκβαση).

Ο αντικομουνισμός του Ι. Ράλλη, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου στο επίπεδο των ιδεολογικών του πεποιθήσεων, μας ενδιαφέρει όμως όταν τον εξωθεί στο να συνεργαστεί με τον Κατακτητή εναντίον μιας Αντιστασιακής οργάνωσης που ήταν αποδεκτή από τον Συμμαχικό παράγοντα και την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση. Ο αντικομουνισμός του, δεν παύει να επισημαίνεται από τον ίδιο ξανά και ξανά στη δίκη του, ως εκείνο το στοιχείο που καθοδήγησε την απόφασή του για τη συνεργασία με τον Κατακτητή, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο επιχείρημα (Γεώργιος Ι. Ράλλης : ό.π., βλέπε και σελ. 43-45). Μεταξύ του Εξωτερικού και του Εσωτερικού Εχθρού, την επιλογή την είχε κάνει. Ούτε είταν άσχετη αυτή η «ανοιχτή» επιλογή, άσχετη με τις εξελίξεις στην ίδια τη Μητρόπολη του Ναζισμού. Μου είναι όντως πολύ δύσκολο να φανταστώ, πως θα είχε αυτή την άνεση να ξεδιπλώσει τα ανικομμουνιστικά του αισθήματα και φρονήματα, αν π.χ., η συμμαχία Βερολίνου – Μόσχας δεν είχε διαρραγεί, πόσο μάλλον αν είχε εμβαθυνθεί. Ορθά επισημαίνει ο Mark Mazower, «Όταν ο Ιωάννης Ράλλης έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλιο του 1943, άρχισε μια νέα φάση στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Στο Βερολίνο ο Γκαίμπελς είχε αρχίσει να τονίζει το ρόλο της Γερμανίας ως προστάτιαδς της Ευρώπης εναντίον του μπολσεβικισμού, ενώ τόσο ο Νοϋμπάχερ όσο και ο Καλντρμπρούνερ ευχαρίστως θα οργάνωναν αντικομμουνιστικές δυνάμεις στα Βαλκάνια. Έτσι δεν είναι περίεργο που ο Ράλλης στον πρώτο του λόγο τόνισε ότι στόχος του ήταν η αποκατάσταση της τάξης και η παρουσία του κοινωνικού καθεστώτος. Η κυβέρνησή του θα βοηθούσε τον Άξονα στον πόλεμό του εναντίον του κομμουνισμού στο εξωτερικό και θα συσπείρωνε όλους τους «νομοταγείς πολίτες» ώστε να αποκατασταθεί η τάξη στο εσωτερικό» (Mark Mazower : Στην Ελλάδα του Χίτλερ, 2η έκδοση, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 350). Πρέπει κρίνοντας τα γεγονότα και τις αποφάσεις και τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτές, να μη μας διαφεύγει το πόσο σημαντικό είναι να τις κρίνουμε στο ιστορικό τους πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται. Επομένως, η εκ των υστέρων αιτιολόγηση,  προγενέστερων αποφάσεων, με μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά, που δεν ίσχυαν όταν λαμβάνονταν αυτές οι αποφάσεις, καταδεικνύει την ανειλικρίνεια του προβαλλόμενου ισχυρισμού. Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά την Απελευθέρωση με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο, και δεν έχει σχέση με ό,τι εδώ συζητάμε.

Ο Λογοθετόπουλος (Κ. Λογοθετόπουλος : ό.π.) επίσης, εστιάζει κι αυτός (σελ. 117-123 με τίτλο «Εαμοκομμουνιστική αναρχία και ανταρσία») στη σημασία της υπεράσπισης και διατήρησης του υπάρχοντος «Κοινωνικού Καθεστώτος», που βάρυνε στην απόφασή του για την συμμετοχή του στις Κατοχικές «Κυβερνήσεις» αλλά και το ρόλο που έπαιξε ο παράγοντας αυτός στη να δεχτεί την ανάληψη της ευθύνης σχηματισμού «Κυβέρνησης». Έτσι σε «Διάγγελμά» του προς τον Ελληνικό Λαό στις 30 Ιανουαρίου 1943, ο Κ. Λογοθετόπουλος λέει ανάμεσα σε άλλα : «…Μία ομάς κούφων ανδρών οι οποίοι επιδιώκουσι την εύκολον και άφθονον ευδοκίμησιν και οι οποίοι αυτοεχειροτονήθησαν «αντάρται», λυμαίνεται την ύπαιθρον χώραν εν ονόματι δήθεν της ανεξαρτησίας και της απελευθερώσεως της πατρίδος… Είναι τόσα και ανυπολόγιστα τα δεινά, άτινα συσσωρεύονται εναντίον της πατρίδος εκ της ασυνειδήτου εκμεταλλεύσεως των ιερωτέρων ιδεωδών της, ώστε και η απλουστέρα νοημοσύνη να δύναται να αντιληφθή την απόστασιν που διαχωρίζει τους ανθρώπους αυτούς από τον κρυφόν εκάστου Έλληνος στοχασμόν, όστις δίδει εις κάθε Ελληνικήν καρδίαν τον ωραίον παλμόν υπέρ της ανεξαρτησίας της πατρίδος μας… Ως υπεύθυνος Κυβερνήτης παρέχω σήμερον προς τον Ελληνικόν Λαόν την διαβεβαίωσιν ότι η Ελληνική Πατρίς, αυτή η Πατρίς, την οποίαν οι τιτάνιοι αγώνες των ηρώων της φυλής μας εδημιούργησαν, θα παραμείνη μετά τον πόλεμον ανεξάρτητος και ελευθέρα, ρυθμίζουσα ελευθέρως τα του οίκου της με μόνον και αποκλειστικόν Κυρίαρχον τον Ελληνικόν Λαόν…». Μάλιστα, όπως γράφει, (σελ. 122) «εάν επρόκειτο να επιτευχθή υπό των ανταρτών και το ελάχιστον καλόν υπέρ της Ελλάδος, εγώ αυτοπροσώπως θα ετιθέμην επί κεφαλής των».

Ήδη στο σημείο αυτό μπορούμε να κάνουμε μια πρώτη διαπίστωση. Δηλαδή, έτσι όπως εγώ ερμηνεύω τα (μέχρι στιγμής) επιχειρήματα των δωσιλόγων, αν η Κατοχή δεν προέκυπτε από μόνη της, θα έπρεπε περίπου να την αιτηθούμε, ίσως και «επισήμως»! Διότι, υποθέτω, πως ουδείς εκ των δωσιλόγων της εποχής εκείνης, μπορεί να ισχυριστεί πως εν μέσω μιας γενικευμένης παγκόσμιας σύγκρουσης, η οποία δεν είχε αφήσει ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο ευρωπαϊκής γης χωρίς να κατέχεται από τις δυνάμεις του Άξονα, η Ελλάδα τελικώς θα διασώζονταν, μόνη αυτή. Επομένως, έπρεπε είτε να επιλέξουν στρατόπεδο, είτε να επιδιώξουν να παραμείνουν ουδέτεροι. Αλλά μιας και η προσπάθεια ουδετερότητας που ουσιαστικά είχε επιδεχθεί ήδη επί Ι. Μεταξά δεν ευδοκίμησε, μοιραία έμενε η άλλη επιλογή : είτε με τους Συμμάχους, είτε με τον Άξονα. Η επίσημη Ελληνική Κυβέρνηση, την επιλογή την έκανε : με τους Συμμάχους. Οι Κατοχικές «Κυβερνήσεις», κι αυτές έκαναν την δική τους επιλογή : με τον Άξονα! Βεβαίως, οι τελευταίες, επειδή δεν στερούνταν στοιχειώδους αντιλήψεως των πραγμάτων, γνώριζαν πως δεν ήταν παρά «Κυβερνήσεις» προδοτών και αχυρανθρώπων, προσπάθησαν να χτίσουν για τον εαυτό τους το προφίλ του «Δούρειου Ίππου» των Συμμάχων εντός της Ελλάδας. «Δούλευαν», σε τελική ανάλυση, υπέρ των Συμμάχων και της Εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης, και αν τούτοι δεν έκαναν χρήση της «προσφοράς» τους, αυτό δεν είναι προς ψόγο δικό τους αλλά εκείνων που απέρριπταν την «προσφορά» τους! Επί πλέον, λίγο απέχουν τα επιχειρήματά τους, από το να υποστηρίξουν πως άπρεπε να θεωρηθούν και αυτοί ως ενεργήσαντες ένα είδος «Εθνικής Αντίστασης», (και άρα να δικαιούνται και τον τίτλο του «Αντιστασιακού»), έμμεσης μεν, πλην όμως ουσιαστικής, στο μέτρο και το βαθμό που διατήρησαν τον πληθυσμό εν ζωή, (για όσους δεν πέθαναν της πείνας), σε κάθε δε περίπτωση, ότι «απέτρεψαν τα χειρότερα». Και μάλιστα, υποθέτω, πως τα «χειρότερα» θα αποφεύγονταν διττώς χάρη στη «διπλοπρόσωπη» πολιτική τους : ναι μεν ως Κατοχικές «Κυβερνήσεις» εξυπηρετούσαν το Κατοχικό Καθεστώς, όμως, ταυτόχρονα, με βάση τις ίδιες ασκούμενες πολιτικές υπέθαλπαν ταυτόχρονα το Καθεστώς αυτό, εκμεταλλευόμενοι προφανώς την ανοησία των Κατακτητών και την ευφυΐα των ίδιων! Όταν ο πόλεμος θα τέλειωνε, τότε, στη μεν περίπτωση νίκης των Συμμάχων, η Ελλάδα θα ήταν έτοιμη να δρέψει τις ευκαιρίες της Ειρήνης από μια θέση καλύτερη από εκείνη που θα βρίσκονταν χωρίς τη δική τους συνεργασία με τον εχθρό, στη δε περίπτωση νίκης του Άξονα, θα περιόριζε αν όχι απέτρεπε εντελώς τον εδαφικό ακρωτηριασμό της χώρας από τη Βουλγαρία, Αλβανία και ασφαλώς και την Ιταλία, με την παρέμβαση προφανώς της Γερμανίας!  Και ο σκύλος χορτάτος και η πίττα γεμάτη! Ακόμα και η ίδια η επιχειρηματολογία της «τάξης» και «ασφάλειας» που έπρεπε να επικρατήσει στη χώρα, κι αυτό, διερωτάται κανείς αν συνέφερε αυτή η απουσία «χάους» στο ανύπαρκτο ελληνικό Κράτος ή στη Ξένη Κατοχή. Όπως και η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, κι αυτά, στα πλαίσια του «εθνικού συμφέροντος» δημιουργήθηκαν και έδρασαν!

Ανεξάρτητα το τι οι ίδιοι οι επί κεφαλής των Κατοχικών «Κυβερνήσεων» ισχυρίσθηκαν τόσο διαρκούσης της Κατοχής όσο και μετά την Απελευθέρωση, θεωρώ πως δεν τους έλειπε η στοιχειώδης αντιληπτική ικανότητα, για το ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος τους στη Κατοχή, ποια συμφέροντα εξυπηρετούσαν και εναντίον ποιων συμφερόντων στρέφονταν. Αυτό το «κενό» νομιμοποίησης στη λαϊκή βάση, ήταν απαραίτητο σε κάποιο βαθμό να το «γεμίσουν» έστω με την επικράτηση κάποιας «ηρεμίας», (εξ ού και η σταθερή αναφορά όλων των δωσίλογων «πρωθυπουργών» στη σημασία της «τάξης»), την οποία η προπαγάνδα θα αναλάμβανε να την ερμηνεύσει και διαδώσει ως «αποδοχή». Συνεπώς, έπρεπε να δημιουργήσουν μόνοι τους αυτή την «νομιμοποιητική» βάση, ακόμα και με τα πιο έωλα επιχειρήματα, έστω κι αν ούτε μετά βίας άντεχαν σε κάποιου είδους κριτική της κοινής λογικής, όμως αυτό δεν είχε σημασία. Η ανάδειξη του «Εσωτερικού Εχθρού» και η ανάγκη απόκρουσής του με την επιβολή του «Νόμου»  και της «Τάξης», εκτός των άλλων, ασφαλώς υπηρετούσαν και την υπόθεση του «χτισίματος» της νομιμοποιητικής βάσης παραπάνω.

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, να δούμε, πώς οι τρείς Κατοχικοί «πρωθυπουργοί» μέσω των «διαγγελμάτων» τους προς τον Ελληνικό Λαό δικαιολόγησαν την «αναγκαιότητα» της συγκρότησης των «Κυβερνήσεών» τους, και επομένως της συνεργασίας με τις Δυνάμεις Κατοχής (βλέπε ΦΕΚ, Τεύχος Πρώτον, αρ. 146/29.4.1941, 307/2.12.1942 και 81/7.4.1943 στα οποία περιλαμβάνονται τα «διαγγέλματα» των Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη αντίστοιχα, όταν σχημάτιζαν τις «Κυβερνήσεις» τους) και στα οποία «διαγγέλματα» αναδύεται όλη η προσπάθεια «κατασκευής» κάποιας «νομιμοποιητικής βάσης» για την παρουσία τους και η  οποία εστίαζε :

1ον Στην «προδοσία» του «προηγούμενου Καθεστώτος» (του πριν δηλαδή την Κατοχή πολιτικού συστήματος της Χώρας) το οποίο «εγκατέλειψε» στη τύχη της τη Χώρα και την παράλληλη ανάδειξη του Πατριωτικού Καθήκοντος και της υπηρέτησης του Εθνικού Συμφέροντος από μέρους των Κατοχικών «Κυβερνήσεων»

«Οι υπεύθυνοι της εθνικής συμφοράς έφυγαν από τας Αθήνας και εγκατέλειψαν το πάτριον έδαφος… Κυβέρνησις που ετράπη εις φυγήν ουδέν δικαίωμα έχει να απαιτή από τον Ελληνικόν Λαόν θυσίας αι οποίαι ισοδυναμούν με σφαγιασμόν και αυτοκτονίαν», υπογράμμιζε ο Γ. Τσολάκογλου, και συνεχίζει υπογραμμίζοντας πως θα πορευθεί «…μακράν παντός ξένου συμφέροντος και οδηγούμενοι απλώς και μόνον από το ακραιφνές Ελληνικόν συμφέρον…», ενώ καταλήγει με την επίκληση του «πατριωτισμού» των Ελλήνων ο οποίος επιβάλλει την «αδίστακτη» συνδρομή του στο έργο της «Κυβέρνησής» του : «Κανένας να μη διστάση… Βασίζομαι εις τον πατριωτισμόν κάθε ενός από σας»

«…Καλούμενος όμως νυν, χωρίς ποσώς να το επιδιώξω να προσφέρω τας υπηρεσίας μου εις την δεινώς χειμαζομένην Πατρίδα, πράττω τούτο εξ αισθήματος πλήρους προς αυτήν υποχρεώσεως, εφ’ όσον μάλιστα ευρισκόμεθα άπαντες προς της καταπληκτικής στάσεως ήν τηρούν πλείστοι εκ των άλλοτε εντολοδόχων του Ελληνικού Λαού. Ούτοι οχυρωθέντες εις τα Φρούρια της ιδίας αυτών σκοπιμότητος, αδιάφοροι προ της χειμαζομένης Πατρίδος, ουδεμίαν ηθέλησαν να προσφέρουν υπηρεσίαν εις την Ελλάδα, εγκαταλείψαντες αυτήν εις την δίνην των κυμάτων και τον στρόβιλον της καταιγίδος. Διότι υπηρεσίας προς την Ελλάδα θα προσέφερον και προστάτες και φύλακές της ήθελον ταχθή, εάν ως φυσικοί ηγέται ανελάμβανον την περιφρούρησιν των συμφερόντων του Λαού, ως έπραξαν πάντοτε εν τη ιστορία μας οι πνευματικοί και εθνικοί ηγέται, παραμείνατες εν μέσω των συμφορών της φιλτάτης Πατρίδος, ακοίμητοι παραστάται του ποιμνίου των και εν ταις πλέον ζοφεραίς ημέραις του δούλου βίου της.» σημειώνει ο Κ. Λογοθετόπουλος, και λίγο παρακάτω συμπληρώνει : «Δεν υπήρξεν ο Ελληνικός Λαός υπαίτιος της κακοδαιμονίας του και το μέλλον του δεν πρέπει να κριθή εκ των αδοκήτων συμφορών του…». Τόση δε «υπερηφάνεια» εμπνέει το αίσθημα του υψηλόφρονος καθήκοντος έναντι της Χώρας και του Λαού, που καθοδήγησε τις σκέψεις και την απόφαση να συνεργαστούν με τις Κατοχικές Αρχές, ώστε, όπως υπογραμμίζει ο Κ. Λογοθετόπουλος στη συνέχεια του μηνύματός του, σε ό, τι αφορά τις ευθύνες που ανέλαβαν «…οι μη οκνήσαντες να αναλάβωσιν αυτάς εις μίαν τόσον κρίσιμον καμπήν του βίου του Έθνους, βεβαίως δεν θα δειλιάσωσι και να εμφανισθώσιν με το μέτωπον υψηλά πρό του κριτηρίου της Κοινής Γνώμης…»

«…Ο Ελληνικός Λαός γνωρίζει, ότι η εις την Πατρίδα μας ενσκήψασα θύελλα είνε δυστυχώς έργον εκείνων, οι οποίοι επιλήσμονες γενόμενοι των ιερών των υποχρεώσεων, επέβαλον εις την ελευθέραν Χώραν μας έν τυραννικόν καθεστώς, το οποίον απερισκέπτως ήγαγεν ημάς εις την δύνην του πολέμου, ενώ ηδύνατο η μικρά Ελλάς δια σώφρονος και νουνεχούς διακυβηρνήσεως να παραμείνη εκτός αυτής. Εγκαταλειφθέντες εις την τύχην μας μόνοι, μόνοι θα αντιμετωπίσωμεν την δυστυχίαν μας και μόνοι, δια της κρινούσης την φυλήν μας συνέσεως και δια της αφοσιώσεώς της εις την θρησκείαν των πατέρων μας και εις τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας μας, θα οδηγήσωμεν μίαν ημέραν εις υπήνεμον λιμένα την εθνικήν κιβωτόν.» διακήρυσσε ο Ι. Ράλλης, ο οποίος έκανε και ένα βήμα παραπέρα, σε σχέση με τους δύο προηγούμενους, καταγγέλοντας και αυτή την απόφαση αντίταξης πολεμικής αντιστάσεως κατά του Άξονα που έγινε το 1940-41 εκ μέρους της «μικρής» Ελλάδας, όπως αναφέρει, και σε ό,τι με αφορά, δεν ήταν το «μικρό» μέγεθος της Ελλάδας που θα έπρεπε κατά την άποψή του να τη κρατήσει εκτός πολεμικών περιπετειών, αλλά, η θέση του ενέχει και ιδεολογικό περιεχόμενο σχετικό με την επιχειρούμενη τότε να διαμορφωθεί Νέα (Γερμανική-Ναζιστική) Τάξη Πραγμάτων. Ασφαλώς, αν αυτός ο αφορισμός του Ι. Ράλλη, περί «απερισκεψίας», ότι δηλαδή «απερίσκεπτα» ενεπλάκη η Ελλάδα στη «δύνη» του πολέμου, ισχύει για την Ελλάδα, τότε θα ισχύει και έναντι όλων εκείνων που «τόλμησαν» αν και διέβλεπαν την τύχη της αντίστασής τους, να τα βάλουν με τη Γερμανία. Εξ άλλου, το ζήτημα ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας αν τηρούσε μια αν όχι συμμαχική τουλάχιστον εφεκτική στάση έναντι του Άξονα, (και όντως, δεν βλέπω πως θα ήταν δυνατόν να μείνεις εκτός της δύνης του πολέμου, αν π.χ., έκανες δεκτό το τελεσίγραφο των Ιταλών στις 28 Οκτωβρίου 1940), και να αποτρέψεις τους Συμμάχους, που πλέον θα ήταν και εχθροί της Ελλάδας, να επιχειρούν επιδρομές και καταστροφές εναντίον των ιταλικών βάσεων στην Ελλάδα, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας ως Συμμάχου του Άξονα ή έστω ως παρέχουσα διευκολύνσεις στον Άξονα! Εκτός εάν υποτίθεται πως ο Μουσσολίνι θα αυτοπεριόριζε τις αυτοκρατορικές του βλέψεις για τη μετατροπή της Μεσογείου σε (ιταλική) mare nostrum, χάριν της Ελλάδας! Ακόμα όμως κι αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, και συνέβαινε ώστε, σύμφωνα με κάποιες απόψεις, να διαφυλάξει από την οικονομική τουλάχιστον καταστροφή τη Χώρα και επίσης το ίδιο το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αν όχι όπως ήταν πριν τον Πόλεμο, πάντως όχι όπως ήταν στη διάρκεια της Κατοχής και της περιόδου της μεγάλης πείνας ιδίως κατά το πρώτο έτος της Κατοχής, ακόμα κι έτσι, από πότε μπορούμε το ζήτημα της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας να το διαπραγματευόμαστε ως ένα είδος εμπορεύσιμου αγαθού, ο περιορισμός ή και η πλήρης άρνησή της, να τίθεται στο ζύγι και να διαπραγματεύεται με βάση τους νόμους της ζήτησης και της προσφοράς; «Δώσε μου την ελευθερία σου κι εγώ θα σου δώσω τόσα ή θα σου επιτρέψω να συνεχίσεις να ζεις όπως και πριν». Ακόμη δε και το επιχείρημα όλων των δωσιλόγων «πρωθυπουργών», και κυρίως του Γ. Τσολάκογλου, ότι αν δεν σχηματίζονταν «Κυβέρνηση» οι Γερμανοί απειλούσαν πως δεν θα απελευθέρωναν τους αιχμαλώτους Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς, και πάλι, ποιος μεταπολεμικά εμέμφθη εκείνες τις πολιτικές ηγεσίες των κατακτηθεισών χωρών που δεν συνεργάστηκαν στο επίπεδο που εδώ συζητάμε με τις Κατοχικές Αρχές των χωρών τους, τουλάχιστον για να διασώσουν τους αιχμαλώτους στρατιώτες τους, ή, αντιθέτως, σε πόσες περιπτώσεις δικαιολογήθηκαν τέτοιες συνεργασίες εκεί που υπήρξαν (με εξαίρεση ίσως τις Νήσους της Μάγχης, πράγμα που δεν παρέλειψαν να αναφέρουν οι δωσίλογοι «πρωθυπουργοί»); Άλλωστε, διερωτώμαι, ρητορικά ασφαλώς, ποια θα ήταν η τύχη της Ελλάδας, αν το τέλος του Πολέμου την εύρισκε με την πλευρά του ηττημένου Άξονα ή ακόμα και ουδέτερη; Αρκεί να δει κανείς το παράδειγμα της Γαλλίας. Αν μια χώρα αυτοκρατορική και μέλος του club των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης, αντιμετωπίστηκε με τρόπο εντελώς απαξιωτικό από τους υπόλοιπους τρείς Μεγάλους (ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία), της οποίας η συνεργασία της με τον εχθρό (από το Καθεστώς Βισύ), χαρακτηρίστηκε ομόθυμα από τους Στάλιν, Ρούζβελτ και Τσώρτσιλ «εγκληματικό», ενώ αντιμετωπίστηκε ως χώρα συνολικά, ακριβώς λόγο του δωσιλογισμού της Κυβέρνησης του Βισύ, κατά τρόπο εξαιρετικά υποτιμητικό, και παρά το γεγονός ότι υπήρχε ένας Ντε Γκωλ εκτός Γαλλίας που μάχονταν για τη τιμή της Χώρας του, με τέτοιες αναφορές, όπως αυτή του Τσώρτσιλ πως «Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται είναι να ξανακάνουμε τους Γάλλους λαό έντιμων πολιτών», με τον Στάλιν να προσθέτει και επαυξάνει λέγοντας πως «…είναι ο Πεταίν, και όχι ο Ντε Γκωλ, που αντιπροσωπεύει την αληθινή Γαλλία και ότι θα ήταν αδιανόητο μια χώρα τόσο ένοχη, να ανακτήσει, με τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την αυτοκρατορία της και την πολιτική της σπουδαιότητα» και με ένα Ρούζβελτ να συμφωνεί «εκατό τοις εκατό» με τα παραπάνω, (βλέπε : Καρτιέ, Ρεμόν : Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Τόμος Δεύτερος, 1942-1945, εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ, 1965, σελ. 192-193), δεν χρειάζεται κανείς μεγάλη φαντασία τι θα λέγονταν για την Ελλάδα! Και ασφαλώς, δεν έχω καμία αμφιβολία για την τύχη της ακόμα και στη περίπτωση νίκης του Άξονα, αφού τότε και η Ιταλία και η Βουλγαρία, «ιστορικοί» σύμμαχοι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο της Γερμανίας, στον ίδιο βαθμό που η Ελλάδα αντιτάσσεται στους «ιστορικούς» εχθρούς της χώρας αυτής,  δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ενσωμάτωναν, η μεν πρώτη τουλάχιστον τα Ιόνια Νησιά και την σημερινή ανατολική Ήπειρο, η δε δεύτερη τα εδάφη στα οποία ήδη ασκούσε την Κατοχική της εξουσία, (για να μην αναφερθώ και στις διεκδικήσεις της Αλβανίας και της Ρουμανίας ακόμα) η εν πάση περιπτώσει θα τα καθιστούσαν προτεκτοράτα τους ή οπωσδήποτε αδιαμφισβήτητες Ζώνες της απολύτου Επιρροής τους. Είναι δε χαρακτηριστικό, πως ο Νίκος Λούβαρις, που περιγράφει τα παρασκήνια της συγκρότησης της πρώτης Κατοχικής «Κυβέρνησης» (Γ. Τσολάκογλου), συζητώντας με τον Γερμανό διπλωμάτη στην Αθήνα Φέλιξ Μπέντσλερ, στον οποίο είχε ανατεθεί η αποστολή της συγκρότησης Κατοχικής «Κυβέρνησης», όταν του έθεσε τα ζητήματα της εδαφικής ακεραιότητας της Χώρας σε σχέση με τις ιταλικές και βουλγαρικές βλέψεις, και του έθεσε το ερώτημα αν αναλαμβάνει η Γερμανία την ευθύνη για την μέλλουσα τύχη της Ελλάδας, αυτός απάντησε : «Δεν δύναμαι να απαντήσω» (Δημοσθένη Κούκουνα : Στρατηγός Τσολάκογλου – Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου, εις : http://aera2012.blogspot.gr). Όμως, διερωτώμαι προς τι αυτές οι ερωτήσεις προς στελέχη της κρατικής ιεραρχίας του Ράιχ, όταν υπάρχει η γνωστή σε όλους, άρα και στους ερωτώντες, ομιλία του Χίτλερ στο Ράιχσταγκ στις 4 Μαΐου 1941, ο οποίος δεν παρέλειψε να αναφέρει για την Ελλάδα που μόλις είχε κατακτηθεί, ότι τόσο η Ιταλία όσο και η Βουλγαρία, θα μπορούσαν πλέον, η μεν πρώτη να επεκτείνει τον πολιτικό και οικονομικό ζωτικό της χώρο στην Ελλάδα, η δε δεύτερη, να δικαιωθεί για τις «αδικίες» του παρελθόντος. («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών» (εν προκειμένω επανέκδοση «Παραπολιτικά Εκδόσεις ΑΕ», Τόμος 36, σελ. 8). Αυτά, ασφαλώς ήταν γνωστά στις κατοχικές κυβερνήσεις, και όλα όσα ισχυρίστηκαν στις δίκες που έγιναν μετά τη λήξη του πολέμου, περί διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, δεν αντέχουν στην παραμικρή κριτική.

Δεν θα έπρεπε ίσως να αφήσουμε ασχολίαστη τη δήλωση του Τσώρτσιλ που αναφέρθηκε παραπάνω, πως «Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται είναι να ξανακάνουμε τους Γάλλους λαό έντιμων πολιτών». Δεν ξέρω αν επεδίωκε να στηλιτεύσει μ’ αυτό, (τι άλλο άραγε να υπαινίσσονταν;), πως έπρεπε να καταδικαστεί το φαινόμενο, εκεί όπου εντοπίζονταν, της «γενικότερης» ανοχής των λαών των Κατεχόμενων Χωρών απέναντι στο καθεστώς της Κατοχής που βίωναν, όμως, αυτό το «όπου εντοπίζονταν», αν διερευνηθεί, ίσως, όπως σωστά επισημαίνει και ο  Στράτος Δορδανάς, να αποκάλυπτε «…ότι ο βαθμός της αντίστασής τους κατά την περίοδο της Κατοχής και του πολέμου όχι μόνο δεν ήταν ο αναμενόμενος αλλά και παρουσιαζόταν αναντίστοιχος προς την επιθυμητή εικόνα της εθνικής συστράτευσης που προβλήθηκε δεόντως μεταπολεμικά…» (Στράτος Ν. Δορδανάς : Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα, 2012, σελ. 38).

2ον Στην επίκληση του «προτέρου εντίμου βίου» και κατά περίπτωση στο «ηρωικό» παρελθόν και στο ανιδιοτελές της προσφοράς, εν ονόματι του «εθνικού συμφέροντος» και της «πατριωτικής επιταγής» απαλύνουν τα εκ της Κατοχής δεινά του Λαού και της Χώρας.

«Με γνωρίζετε ως διοικητήν στρατευμάτων και γνωρίζετε και τους λοιπούς στρατηγούς, ωσαύτως ως διοικητάς στρατευμάτων, άτινα πάντα ημύνθησαν του πατρίου εδάφους εις ηρωικούς και αιματηρούς αγώνας… Δι’ όν λόγον υπεχρεώθην τελικώς ως εναπομείνας εις το μέτωπον ανώτερος διοικητὴς των στρατευμάτων να δώσω εις Σας την διαταγὴν νὰ καταθέσητε τα όπλα, δια τον ίδιον ακριβώς λόγον σας προσκαλώ σήμερον να με ακολουθήσετε προς αναστήλωσιν της φιλτάτης μας Πατρίδος. Ὁ λόγος ούτος είνε, ότι έπρεπε πλέον να σταματήσῃ η άσκοπος αιματοχυσία.» αναφέρει στο «διάγγελμά» του Τσολάκογλου. Ήδη στο σημείο αυτό, μπορούμε να υπογραμμίσουμε την αντίφαση που μοιραία αναδύεται όταν κανείς επιχειρεί να συμβιβάσει και δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και ασυμβίβαστα, δηλαδή, το αίτημα της «άσκοπης αντίστασης» εναντίον του Κατακτητή και της αναγκαιότητας της Συνθηκολόγησης που υπέγραψε λίγες μόλις μέρες πριν, αφού ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ υπήρξε ένας μακρύς, δύσκολος και πολυαίματος Αγώνας για τη Νίκη, πράγμα που ενισχύει την άποψή μου, όπως ήδη τη διατύπωσα, ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου, δεν πείθει πως τη Συνθηκολόγηση την πραγματοποίησε για τους λόγους που επικαλείται. Σ’ αυτό το σημείο, Ι. Ράλλης τουλάχιστον είναι πιο ειλικρινής, όταν διατυπώνει την θέση του πως η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει εκτός της δύνης του πολέμου. Εξ άλλου, η πρόσκληση ενός στρατηγού που την άμυνα κατά του εχθρού στο Αλβανικό Μέτωπο δεν παύει να την υπενθυμίζει σε κάθε περίσταση, μαζί με την «τιμή των όπλων» της οποίας η διάσωση συνέβαλε αποφασιστικά στην απόφασή του για την εκ μέρους του πρωτοβουλία της Συνθηκολόγησης, με την πρόσκληση που απευθύνει στο παραπάνω «διάγγελμά» του, («Προκήρυξις» όπως επισήμως αναγράφεται), ουσιαστικά για αποφυγή κάθε αντίστασης στην Κατοχική πραγματικότητα, ενισχύει ακόμα περισσότερο την παραπάνω άποψή μου για την πραγματική σκοπιμότητα της πρωτοβουλίας του για Συνθηκολόγηση. Μάλιστα, ακόμα και αρκετά χρόνια μετά την Απελευθέρωση, όταν έγραφε τα «Απομνημονεύματά» του με πιο νηφάλιο πνεύμα και με απόσταση από τα γεγονότα της περιόδου της Κατοχής που τον εμπλέκει προσωπικά και ενεργά στα τεκταινόμενα εκείνης της εποχής, εξακολουθεί να εμμένει στην παραπάνω θέση του, χωρίς καν να προσπαθήσει να την χαρακτηρίσει ως μια «θέση ανάγκης» που διατυπώνονταν διότι ήταν αδύνατο να διατυπωθεί η ακριβώς αντίθετη θέση που θα καλούσε σε συνέχιση του αγώνα.

Ο Κ. Λογοθετόπουλος, αναφερόμενος κι αυτός στον «πρότερο βίο» του, δεν έχει να προσθέσει πολλά συναφώς με το «νέο» του αντικείμενο «δραστηριότητάς» του, την πολιτική, και εστιάζει στα καθαρώς επιστημονικά του ενδιαφέροντα και επιτεύγματα. Άλλωστε και ο ίδιος στην αρχή του «διαγγέλματός» του, επί τη αναλήψει της σύντομης «πρωθυπουργίας»,  (σύντομη διότι ούτε οι Γερμανοί πίστευαν στις ικανότητές του γι’ αυτή τη θέση), αναγνωρίζει αυτή την αλήθεια, όταν λέει : «Δεν ανεμίχθην ποτέ εις την πολιτικήν, καίτοι επανειλημμένως μοι επροτάθη τούτο, ουδέ έσχον ποτέ την φιλοδοξίαν να ηγηθώ του Ελληνικού Λαού. Τοις πάσι τυγχάνει γνωστόν, ότι επί άλλου επιστημονικού πεδίου επεζήτησα πάντοτε να δράσω και κολακεύομαι να πιστεύω ότι, εφ’ όσον επέτρεπον αι ασθενείς μου δυνάμεις, δεν απέτυχον προς τούτο…». Όμως, από τη στιγμή που αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι της πολιτικής, και μάλιστα, υπό τις συνθήκες που μπήκε, από εκεί και πέρα, ήταν η ίδια η ανάγκη δημιουργίας «αντισωμάτων» στην Εθνική Μομφή που βεβαίως γνώριζε ότι θα συνόδευε την πράξη της συνεργασίας με τον Εχθρό, με τον Κατακτητή, μια πράξη που στην συνείδηση του Λαού γνώριζε ότι αποτελούσε έγκλημα κατά της Χώρας και του ίδιου του Λαού, στον ίδιο βαθμό που η ιδεολογική του ταύτιση με την ιδεολογία του Κατακτητή δικαιολογούσε στον ίδιο την συνεργασία μαζί του, αφού γνώριζε πως ο Ελληνικός Λαός, πολύ απέχει και απείχε βεβαίως και τότε, από την ίδια του την ιδιοσυγκρασία, να εμφορείται από ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Έτσι, «μοιραία» γι’ αυτόν, πέρασε στη σφαίρα της δημόσιας έκθεσης όλων εκείνων των επιχειρημάτων, που στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν όχι μονάχα την συνεργασία με τον Κατακτητή μα και τις συνέπειές της για τη Χώρα και τον Λαό της, δικαιολογούσαν εν τέλει την ίδια την Κατοχή, το ίδιο το Έγκλημα κατά της Χώρας και του Λαού της.

Ο Ιωάννης Ράλλης, είναι μόνος που δεν θεώρησε αναγκαίο να πλέξει το βιογραφικό του στο διάγγελμά του επί τη αναλήψει της «πρωθυπουργίας» στις 7-4-1943. Ίσως διότι ήταν όντως ο πλέον γνωστός από τους προηγούμενους δύο, όχι μόνο λόγω της δικής του πολιτικής διαδρομής μέχρι τότε, αλλά και του πασίγνωστου στα πολιτικά πράγματα της χώρας οικογενειακού του ονόματος με βαθειές ρίζες στην πολιτική ιστορία του τόπου. Το έπραξε αργότερα στη δίκη του.

3ον Στην αναγκαιότητα επικράτησης του (Κατοχικού) «Νόμου» και της (Κατοχικής) «Τάξης» – Καταδίκη της Αντίστασης (ειδικότερα αυτή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ)

Ο Τσολάκογλου αναφέρει στο «διάγγελμά» του («Προκήρυξη»), ότι η «Κυβέρνησή» του, «…θα έχη ως εντολήν και μοναδικόν προορισμόν τη συγκαταθέσει των δυνάμεων κατοχής, ν’ αποκαταστήση την ησυχίαν και την τάξιν εις τον δυστυχισμένον αυτόν τόπον και να χαρίση εις τον Ελληνικό Λαόν την ασφάλειαν… ώστε κανείς να μη αισθάνεται τον εαυτόν του υπό τας σημερινάς δυσκόλους στιγμάς ως απροστάτευτον». Η υπογράμμιση από τον ίδιο, ότι η «Κυβέρνησή» του θα έχει ως μοναδικό προορισμό την αποκατάσταση της «τάξεως» και της «ησυχίας», ασφαλώς, περιγράφει με τον πιο έντιμο τρόπο την σκοπιμότητα του σχηματισμού της Κατοχικής «Κυβέρνησης» ώστε όλοι οι υπόλοιποι λόγοι που τότε και μετέπειτα επικαλέσθηκε να περισσεύουν. Μάλιστα δε, επειδή οι επόμενοι δύο «πρωθυπουργοί» (Λογοθετόπουλος και Ράλλης) υπήρξαν το ίδιο αν όχι πολύ πιο ένθερμοι υποστηρικτές της «τάξεως», η παρατήρηση αυτή ισχύει και γι’ αυτούς, και επομένως μπορεί να διατυπωθεί από τούδε.

Στο ίδιο πνεύμα, με μεγαλύτερη όμως διάθεση «εξειδίκευσης» ποιοι είναι εκείνοι τους οποίους αφορά η εφαρμογή του «Νόμου» και της «Τάξης», ο Κ. Λογοθετόπουλος, στο «διάγγελμά» του στον Ελληνικό Λαό, υπογράμμιζε : «…Η ασφάλεια της χώρας, εις τας πόλεις και εις την ύπαιθρον, έχει ανάγκην αμέσου ενισχύσεως και αποτελεσματικής αναδιοργανώσεως δια να φέρουν αφθόνως τους καρπούς των αι λεγεώνες των γεωργών και των εργατών της Ελλάδος, των αγωνιζομένων τον τίμιον αγώνα, της παραγωγής και της δημιουργίας…», ενώ λίγο παρακάτω στο «διάγγελμά» του, εξισώνει τον «Πατριωτισμό» (όπως τον εννοεί) με τον «Νόμο» και «Τάξη». Λέει : «Δια την αναγέννησιν όμως της φιλτάτης Πατρίδος, έν και μόνον έχουσιν υπέρτατον και επιτακτικόν καθήκον όσοι φλέγονται εξ αληθούς και αγνού Πατριωτισμού. Το καθήκον αυτό είναι η πλήρης και απόλυτος πειθαρχία. Πειθαρχία προς τα κελεύσματα εκείνων οίτινες φέρουν σήμερον όλας τας ευθύνας, προς την Κυβέρνησιν και τα όργανα αυτής. Δυστυχώς υπήρξαν θερμόαιμοί τινες οίτινες εξ αγαθού συνειδότος ενόμισαν ότι τα ζητήματα της Ελλάδος δύνανται να λυθώσι εάν έκαστος πολίτης ενελάμβανε την πρωτοβουλίαν της σωτηρίας της Πατρίδος. Και τους ολίγους αυτούς συνεταιρίσθησαν ευθύς αμέσως οι άνθρωποι του σκότους, οι ασυνείδητοι και ταραξίαι, οι κομμουνισταί, δια να εξασφαλίσουν εν ονόματι του πατριωτισμού την προσφιλή δι’ αυτούς εικόνα της αναρχίας, της λεηλασίας και της αρπαγής. Ο νόθος αυτός πατριωτισμός ας κοπάση και ας επανέλθη έκαστος εις τα ειρηνικά του έργα, ίνα εν ψυχική ηρεμία οδηγήσωμεν την Πατρίδα εις την βεβαίαν σωτηρίαν της. Αυτή είναι η αποστολή ήτις μου έλαχε. Ήδη αι Αρχαί Κατοχής αίτινες μετά πάσης προσοχής συμπεριφέρονται προς τον τίμιον και εργαζόμενον Ελληνικόν Λαόν, μοι παρέχουν διαβεβαιώσεις περί της αμερίστου ενισχύσεώς των, προς πραγμάτωσιν της αποστολής μου.»

Ο Ι. Ράλλης, στο «διάγγελμά» του, το οποίο αναφέρονταν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΣ σχεδόν στο ζήτημα της επιβολής του «Νόμου» και της «Τάξης» (με μόνη μια παράγραφο να εστιάζει στην μέριμνα υπέρ των αναπήρων πολέμου και τους δημοσίους υπαλλήλους) ανέφερε : «Έχουσα η υφ’ ημών διορισθείσα Κυβέρνησις πάντα λόγον να πιστεύη, ότι πάσα συνέχισις της διαταράξεως της δημοσίας τάξεως θα συσσωρεύση ανεπανορθώτους συμφοράς εις την Χώραν ημών, κύριον αυτής καθήκον θεωρεί την αποκατάστασιν της τάξεως και την προστασίαν του κοινωνικού μας καθεστώτος υπό το οποίον και μόνον δύναται να ζήση και να επιδιώξη τα μεγάλα της πεπρωμένα η Ελλάς, η προσφιλής και αγία Πατρίς όλων ημών.», και μάλιστα, διευκρινίζει αμέσως μετά πως : «Πρέπει καλώς πάντες να κατανοήσωμεν, ότι διεξάγων ο Άξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπόδια εις το βαρύτατον τούτο έργον του. Η Κυβέρνησις ημών υπόσχεται και θα τηρήση απαρεγκλίτως την υπόσχεσίν της, να περιβάλλη δι’ αληθούς πατρικής στοργής άπαντας ανεξαιρέτως τους πειθαρχούντας πολίτας εις την δυσχερεστάτην αυτής προσπάθειαν προς παγίωσιν της τάξεως και βελτίωσιν των βιοτικών συνθηκών του Λαού, σαφεστάτην έχουσα επίγνωσιν της σημερινής δυστυχίας και των πόνων των Ελλήνων… Δηλούμεν όμως, ότι μεθ’ όσης στοργικής μερίμνης θ’ αντιμετωπίση η Κυβέρνησις τας ανάγκας του Ελληνικού Λαού, μετ’ ίσης αυστηρότητος αμειλίκτως θα πατάξη οιναδήποτε απόπειραν διασαλεύσεως της τάξεως, όθεν δήποτε και αν ήθελε προέλθη αύτη.» Ο Ι. Ράλλης, είναι ίσως ο μόνος εκ των τριών Κατοχικών «πρωθυπουργών» που απερίφραστα δηλώνει τη σημασία που έχει η «ηρεμία» του τόπου, στην υπόθεση του αγώνα του Άξονα κατά των Συμμάχων, όταν υπογραμμίζει πως : «…διεξάγων ο Άξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπόδια εις το βαρύτατον τούτο έργον του…»! Κατά τα λοιπά, ο ίδιος(και οι άλλοι δύο ασφαλώς Κατοχικοί «πρωθυπουργοί»), δεν έπαψε να μέμφεται τους «εν Καΐρω» και «Λονδίνω» βυσσοδομούντας εναντίον του, διότι τον αγνοούσαν ως μη ώφειλαν! «Ώφειλαν» προφανώς, να επέμβουν κι αυτοί, συνιστώντες «ηρεμία», διότι ο Άξων ουδόλως ωφελείτο από την «ανησυχία»!

4ον Στην ανακούφιση των δεινών του Λαού

«Καθένας από Σας θα αισθάνεται ότι υφίσταται Ελληνική Κυβέρνησις, ήτις στοργικώς και με όλας τας δυνάμεις θα προσπαθή να σας ανακουφίση από το βαρύ φορτίον που επεσώρευσεν ο πόλεμος», λέει στην Προκήρυξή του ο Τσολάκογλου, και καταλήγει «…ας προσπαθήσωμεν να ζήση η Ελλάς και να εξασφαλισθή εκ νέου εις τον Λαόν της η ειρήνη και η εργασία».

Και ο Κ. Λογοθετόπουλος, κι αυτός, όπως επεσήμαινε στο «μήνυμά» του στον Ελληνικό Λαό, επί τη αναλήψει της «πρωθυπουργίας», «…υφ’ ενός και μόνον κατέχομαι αισθήματος : Να καταβάλω πάσας τας δυνάμεις και πράξω παν το ανθρωπίνως δυνατόν, ίνα εξασφαλίσω την βελτίωσιν των όρων της διαβιώσεως του Ελληνικού Λαού και την γαλήνιον απασχόλησίν του εις τα ειρηνικά του έργα, προς περισυλλογήν και ανοικοδόμησιν των ερειπίων της Χώρας»

Ο Ι. Ράλλης, στο «διάγγελμά» του, δεν κρίνει καθόλου σκόπιμο να αναφερθεί στο τι θα πράξει για τον Λαό, από τον οποίον δεν απαιτεί παρά υπακοή και πειθαρχία. Δύο μόνο λέξεις λέει για το ενδιαφέρον του για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους αναπήρους πολέμου, για την «βελτίωση της θέσης τους».

5ον Στήριγμα των Κατοχικών «Κυβερνήσεων» ο Λαός – Η «Νομιμότητα» αυτοπροσδιοριζόμενη

Ο Τσολάκογλου, στη «Προκήρυξή» του στον Ελληνικό Λαό, υπογραμμίζει πως η «Κυβέρνησή» του «…θα εξασκή την εξουσίαν της ανεξάρτητα της μέχρι τούδε Κυβερνήσεως της Ελλάδος, εδραζομένην επί μόνης κυριάρχου θελήσεως του Ελληνικού Λαού», και ακολούθως, την «Νομιμότητα» της «Κυβερνήσεώς» του, την «εγκαθιδρύει» ο ίδιος εν είδει εκδόσεως στρατιωτικής διαταγής : «Αυτή θα είνε η μόνη νόμιμος Κυβέρνησις εν Ελλάδι… Καθένας από Σας θα αισθάνεται ότι υφίσταται Ελληνική Κυβέρνησις…»

Στο ίδιο πνεύμα και ο Κ. Λογοθετόπουλος, λέει στο «διάγγελμά» του στον Ελληνικό Λαό : «…, εξαιτούμαι την βοήθειαν όλων των Ελλήνων και ποιούμαι έκκλησιν προς τον υπέρτατον πατριωτισμόν των. Μόνον η Ελλάς ας εμφωλεύση εις τας καρδίας όλων μας, και ηνωμένοι εις τα αισθήματά μου και ομονοούντες ας φροντίσωμεν δι’ αυτήν, και ας απομακρύνωμεν, υπό τας σημερινάς δεινάς περιστάσεις, την διχόνοιαν, την θρυματίζουσαν τας προσπαθείας μας.» Μάλιστα, ο Λογοθετόπουλος, πάει και ένα βήμα παραπέρα, μάλλον, πολλά βήματα παραπέρα, όταν στο διάγγελμά του, αναγγέλλει και την περίπου ανάκτηση της (ως προς τα εσωτερικά τουλάχιστον ζητήματα) «Εθνικής Κυριαρχίας», όταν λέει : «Είμεθα ελεύθεροι να διοικήσωμεν τα εσωτερικά μας, κατά την ιδίαν ημών θέλησιν και θα αναδιοργανώσωμεν την Κρατικήν μηχανήν, χρησιμοποιούντες τα τιμιώτερα και φιλοπονέστερα στελέχη της, υπέρ ων δεν θέλει απολείψει η στοργή μας…» (Ως προς αυτό το τελευταίο, ισχύουν τα μέχρι τούδε σχόλιά μας σε προηγούμενα τμήματα του παρόντος άρθρου).

Ο Ι. Ράλλης, δεν θυσιάζει ούτε μια φράση σχετική με τη λαϊκή νομιμοποίηση της «Κυβέρνησής» του, αντιλαμβανόμενος προφανώς, ότι και τα «κλισέ» έχουν τα όριά τους.

Αναφερθήκαμε παραπάνω, στα «διαγγέλματα» των τριών Κατοχικών «πρωθυπουργών» τα οποία απηύθυναν στο Λαό, όταν σχημάτιζαν τις «Κυβερνήσεις» τους. Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα «διαγγέλματα» των Τσολάκογλου και Ράλλη όταν ο μεν πρώτος παρέδωσε την «Αρχή» στην επόμενη Κατοχική «Κυβέρνηση» του Κ. Λογοθετόπουλου, ο δε δεύτερος όταν αυτοκαθαιρέθηκε, δοθέντος ότι ήδη είχε συντελεστεί η Απελευθέρωση και ουδείς ασφαλώς εκ των νομίμων πια εκπροσώπων της Ελληνικής Κυβέρνησης θα ήταν δυνατό να διανοηθεί να «παραλάβει» την «Κυβέρνηση» από τον (τελευταίο) Κατοχικό «πρωθυπουργό».

Έτσι, στο «διάγγελμα» του Τσολάκογλου «προς τον Ελληνικόν Λαόν», (ΦΕΚ 305, Τεύχος Πρώτον, 2 Δεκεμβρίου 1942) επί τη αποχωρήσει από τη «κυβέρνηση» (2-12-1942) για «λόγους υγείας» όπως αναφέρει στην επιστολή του προς την «ελληνική κυβέρνηση» (ΦΕΚ 306, Τεύχος Πρώτον, 2 Δεκεμβρίου 1942) είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για το ζήτημα της επιβολής της «Τάξης» και της «Πειθαρχίας» ή της αποτελεσματικής ανακούφισης των δεινών του Ελληνικού Λαού, πέραν της σημειώσεώς του ότι όσο ασκούσε τα καθήκοντά του απηύθυνε τις αναγκαίες «συστάσεις» προς τον Λαό προκειμένου να «κατανοήση» το συμφέρον «μας», τελείωνε δε το «διάγγελμά» του, με τις φράσεις «…ας μη λησμονώμεν ότι υπεράνω όλων ευρίσκεται η Πατρίς, επί το μέλλον της οποίας πιστεύω ακραδάντως. Ταύτην θα προασπίζωμεν ηνωμένοι, νομιμόφρονες και αξιοπρεπείς. Οι τελευταίοι μου λόγοι ως Πρωθυπουργού προς τον λαός είναι : Ζήτω η Ελλάς». Μπορεί κάποιος να διαγνώσει μια προσπάθεια αποφυγής δηλώσεων που θα ήταν δυνατό να τον εντάξουν στη χορεία των «αμετανόητων» «σκληρών» δωσιλόγων, εκείνων που εκτός από το να διαπράττουν εγκλήματα τα πρόβαλλαν κι από πάνω ή εν πάει περιπτώσει δεν επιχειρούσαν καν να τα δικαιολογήσουν, το ότι είχαν διαπραχθεί ως αντίποινα εναντίον πράξεων που εστρέφοντο κατά του Άξονα αποτελούσε επαρκή δικαιολογία για την διάπραξή τους, και να περιορίσει τις εναντίον του (μελλοντικές) κατηγορίες που γνώριζε πως θα αντιμετώπιζε όταν τέλειωνε ο Πόλεμος (με νίκη των Συμμάχων).

Σε ό,τι αφορά δε το «διάγγελμα» του Ι. Ράλλη της 12-10-1944, (ΦΕΚ 242, Τεύχος Πρώτον, 12- Οκτωβρίου 1944) όταν η «Κυβέρνησή» του είχε εκ των πραγμάτων πάψει να υπάρχει λόγω της Απελευθέρωσης, σ’ αυτό, ξαναβρίσκουμε σχεδόν αυτούσια όσα περιλαμβάνονταν στο διάγγελμά του όταν ανελάμβανε την  «Κυβέρνηση» τον Μάρτιο του 1943, δηλαδή η επιβολή του «Νόμου» και της «Τάξης», ως «επιτεύγματα» πλέον υλοποιηθέντα. Όπως αναφέρει στο «διάγγελμά» του της 12-10-1944, «…Τας υποσχέσεις μου αυτάς, τήρησα απαρεγκλίτως εν τω μέτρω των δυνατοτήτων κυβερνήτου κατά διάστημα ξενικής κατοχής, πάντως όμως όχι κυβερνήτου της κατοχής, διότι ποτέ δεν εδέχθην να συγκροτήσω κυβέρνησιν της κατοχής.» «Κυβερνήτης» κατά την Κατοχική Περίοδο, αλλά όχι «Κυβερνήτης της Κατοχής».

Τι να πει κανείς, εκτός ότι είναι κατανοητό το τι λέει και σε ό,τι με αφορά, γιατί το λέει…

Ασφαλώς, όμως, τα παραπάνω «διαγγέλματα» επί τη παραδόσει της «Αρχής» σε κάποιον επόμενο, δεν αποκαλύπτουν το «μέγεθος» της «συνεισφοράς» τους στην Πατρίδα. Αυτό θα επιχειρήσουν να το αναδείξουν μεταπολεμικά είτε μέσω των «απομνημονευμάτων» τους είτε στις απολογίες τους στο δικαστήριο Δωσιλόγων. Μέχρι το σημείο αυτό, ήδη μνημονεύσαμε κάποιες πτυχές αυτής της «συνεισφοράς» τους, όπως οι ίδιοι τις έχουν παρουσιάσει. Στηριζόμενοι και πάλι στις δικές τους μαρτυρίες, ας παραθέσουμε μερικές ακόμα πτυχές της.

Ο Τσολάκογλου, στη «Απομνημονεύματά» του, (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 168-246) επιχειρεί αναδρομικά- έναν απολογισμό του «κυβερνητικού του έργου», όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται. Το ίδιο έπραξε και ο Ράλλης στη δίκη του στο δικαστήριο των Δωσιλόγων (βλέπε ενδεικτικά Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 16-19). Ασφαλώς το δικαίωμα κάποιου να υποστηρίζει τα έργα και τις ημέρες του είναι κατανοητό, αλλά, εν προκειμένω, ειλικρινώς, δεν έχω μπροστά μου καμία «Κυβέρνηση» της οποίας το «έργο» θα μπορούσα να κρίνω. Οι ίδιοι μπορεί να θεωρούσαν τον εαυτό τους επί κεφαλής «Κυβερνήσεων», αλλά, αυτό δεν αφορά παρά τους ίδιους, διότι «Κυβερνήτες» της «Ελλάδας» δεν ήταν. Ήταν Κυβερνήτες ενός Κατεκτημένου τόπου. Ακόμα και οι γραπτές παροτρύνσεις ή εντολές του Τσολάκογλου προς τις Κατοχικές κρατικές και δημόσιες ελληνικές Αρχές, που υποδεικνύουν ή διατάσσουν αυτές να μη δέχονται στο έργο τους επεμβάσεις «των ξένων» και να τις καταγγέλλουν, όπως και να μην παραιτούνται της αξιοπρέπειας στις επαφές και συνεργασίες με τις Κατοχικές Αρχές (π.χ., εγκύκλιός του της 19-6-1941 προς τα Αρχηγεία της Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής, επιστολή του προς τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας στην οποίο γράφει ανάμεσα σε άλλα : «Ανάπτυξις στενών σχέσεων μετά των Αρχών Κατοχής προς ταχίστην επίλυσιν υπέρ ημών των παρουσιαζομένων δυσχερών προβλημάτων, χωρίς τούτο να σημαίνη ότι θα παραιτηθώμεν της αξιοπρεπείας και ότι δεν θα αντιτάσσωμεν επίμονον άρνησιν εις όσα έχομεν δίκαιον ή συμφέρον να αρνούμεθα…» εις : (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 171), να προτάσσουν σε κάθε περίπτωση τη διάσωση της ζωής, της τιμής και περιουσίας του Λαού (βλέπε παραπάνω εγκύκλιο της 19-6-1941 και επίσης εγκύκλιό του προς τους Νομάρχες, Δημάρχους και Κοινοτάρχες της 1-12-1941, στην οποία αναφέρει ανάμεσα σε άλλα : «…Θέτω τα πάντα εις την υπηρεσίαν του αγώνος κατά της δυστυχίας… Η ζωή του Έλληνος αξίζει περισσότερον από όλους τους τύπους που εσοφίσθη κατά τους ομαλούς καιρούς ο γραφειοκρατικός εγκέφαλος του Κράτους. Προκειμένου να σωθή η Ελλάς, έχω απόφασιν να πυρπολήσω ολόκληρον το χάρτινον οικοδόμημα των γραφειοκρατικών διατυπώσεων…» (σελ. 172-173), αποτελούν ασφαλώς, πρέπει να το δεχτούμε, κάτι το οποίο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ως προς μια προσπάθεια διάσωσης έστω των προσχημάτων και άμβλυνσης της ντροπής της συνεργασίας με τον εχθρό, όμως, αυτές οι υποδείξεις, γνώριζε πολύ καλά κι ο ίδιος, πως ήταν αδύνατο υπό καθεστώς Κατοχής, να μπορείς, να είσαι σε θέση, να ομιλείς περί «αξιοπρέπειας». Διότι την «αξιοπρέπεια», δεν αρκούσε να την αιτηθεί, ουδέ καν να την απαιτήσει. Έπρεπε είτε να ήταν σε θέση να την επιβάλλει, είτε με το να πάψει να ήταν συνομιλητής με όσους την καταπατούσαν, κι εδώ, δεν συνέβαινε ούτε το ένα ούτε το άλλο, όσο κατείχε την θέση του Κατοχικού «πρωθυπουργού». Το ίδιο ισχύει και για ανάλογες «παρεμβάσεις», «διαμαρτυρίες» κ.λπ. που ο Ράλλης επικαλείται για τον ίδιο και τη «Κυβέρνησή του». Έτσι, στη δίκη του, είχε ανάμεσα σε άλλα πει : (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 17-19) : «Εάν εκ του λόγου ότι ήμην αρχηγός της κυβερνήσεως κατώρθωσα να αρπάσω από τους όνυχας των εκτελεστικών εθχρικών αποσπασμάτων έλληνάς τινας -βεβαιώ δε ότι τοιούτους έσωσα πλείστους όσους και θα είχον πρόχειρα τα μέσα της αποδείξεως, εάν δεν με εστέρει της δυνατότητος αυτής η πρωτάκουστος διαδικασία…- και μόνον ο λόγος ούτος δεν είναι επαρκής δια να δικαιολογήση τον υπ’ εμού σχηματισμόν τηε κυβερνήσεως; Εάν τη μερίμνη εμού και δια του κύρους της θέσεώς μου ηδυνήθησαν Έλληνες τινές να επανακτήσουν την ελευθερίαν των, άλλοι να μην απαχθούν ως όμηροι ή αιχμάλωτοι πολέμου και να τύχουν εν γένει επιεικεστέρας μεταχειρίσεως, τούτο υπήρξε κακόν και επιζήμιον δια την Ελλάδα και ωφέλησε τους εχθρούς αυτής; Εάν δια των ενεργειών μου ως πρωθυπουργού απεφεύχθη ο κίνδυνος, ο επανειλημμένως επαπειλήσας τους αξιωματικούς μας, οι οποίοι είχον παραμείνει εντός του Κράτους… να συρθούν εις στρατόπεδα συγεντρώσεως, τούτο υπήρξεν ολέθριον δια τους Έλληνας και δι’ αυτού εβοηθήθησαν οι εχθροί μας;… Εάν δια 1967 νόμων ελύθησαν ζωτικά δια τους Έλληνας αστούς και αγρότας ζητήματα, εάν… εάν… εάν… Το λοιπόν, όλα αυτά εγένοντο χάριν των κατακτητών και επί βλάβη και καταστροφή της Ελλάδος; Εάν δια τας εν Θράκη και Μακεδονία βουλγαρικάς ωμότητας και την απαισίαν Βουλγαρικήν προπαγάνδαν, εάν δια τας εν Ηπείρω αλβανικάς αγριότητας και την αλβανοϊταλικήν προπαγάνδαν, δε αντετάσσωμεν συνεχώς τας ζωηροτάτας ημών διαμαρτυρίας, οι σφαζόμενοι εις τας χώρας αυτάς τας Ελληνικάς αδερφοί μας δεν θα εσφάζοντο ή μήπως εν τοιαύτη περιπτώσει θα εσφάζοντο ολιγώτεροι, ή μήπως και αυτά επράξαμεν δια να βοηθήσωμεν τους εχθρούς μας; Εάν έλειπον αι συνεχείς διαμαρτυρίαι μας δια την συντριβήν της Εθνικής και ιδιωτικής οικονομίας μας και δια την συνεχή λήψιν χρημάτων, θα ήσαν λοιπόν πράγματι τα πράγματα καλλίτερα και εντρεπόμενοι οι εχθροί μας θα έπαυον ακολουθούντες αυτήν την τακτικήν ή μήπως τα δύο εκατομμύρια χρυσών λιρών τα οποία εισήχθησαν εις την χώραν μας υπό των γερμανών, συνεπεία και μόνον των πιέσεών μας, εάν έλειπον αι διαμαρτυρίαι μας δεν θα εισήγοντο ως ημείς ισχυριζόμεθα; Εάν επανέφερον εις την ενέργειαν τους δια πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντας ταύτης αξιωματικούς του κινήματος του 1935 και άλλους προγενέστερον απομακρυνθέντας δια πολιτικούς πάντοτε λόγους μήπως τούτο έπραξα δια να οπλίσω πολίτας προς εμφύλιον σπαραγμόν ή δια να βοηθήσω τους εχθρούς της Ελλάδος; Ή μήπως προκαλέσας δια τούτο την οργήν των κατακτητών κατ’ εμού, το έπραξα αδιαφορήσας εκ λόγων πολιτικής ανωτερότητος ως προς τα κατ’ εμού αισθήματα της σχεδόν ολότητος των αξιωματικών αυτών, με την ελπίδα ότι ούτω το μεν θα επανήρχετο η τόσον ποθητή γαλήνη εις το στράτευμα, το δε θα παρείχοντο εν ημέραις δυστυχίας εις αυτούς, άλλοτε μεγάλας ως επί το πολύ προσενεγκόντας υπηρεσίας εις το έθνος, ως και εις τας οικογενείας των τα μέσα ίνα μην αποθάνουν της πείνης;». Διαμαρτυρίες, διαμαρτυρίες, παντού διαμαρτυρίες, και «Κυβερνητικοί» νόμοι υπέρ της Χώρας και το Λαού, όλα υπό την προϋπόθεση της αγαθού προαιρέσεως του Κατακτητή, να ικανοποιήσει τις διαμαρτυρίες και να «σεβαστεί» του «Νόμους» της «Ελληνικής Πολιτείας», μια προαίρεση, η οποία πιστοποιείται ως προς το μέγεθός της και το περιεχόμενό της, από τον Απολογισμό της Κατοχής σε ανθρώπινο και υλικό κόστος. Αλλ΄ επ΄ αυτού ήδη είπαμε κάποια πράγματα σε όσα προηγήθηκαν και θα πούμε και άλλα σε όσα ακολουθούν.

Όμως τα Εγκλήματα κατά την Κατοχή, ήταν διαρκή, από την πρώτη έως την τελευταία ημέρα που διήρκησε. Το Μαρτυρολόγιο είναι (δυστυχώς) «πλούσιο» σε περιεχόμενο και πυκνότητα εμφάνισης των Εγκλημάτων.

Η σιωπή γι΄ αυτά, ή η εκ των υστέρων έκφραση «διαφωνίας», όλων εκείνων που αποδέχτηκαν ρόλο κυβερνητικό, και μάλιστα ως επικεφαλείς ή και μελών Κατοχικών «Κυβερνήσεων», μπρος στα Εγκλήματα κατά της Χώρας και του Λαού που καθημερινά διέπρατταν οι Δυνάμεις Κατοχής οι ίδιες ή και με τη συνδρομή ντόπιων ενόπλων τμημάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία και υπό τις διαταγές της όποιας Κατοχικής «Κυβέρνησης» ή της Ξένης Κατοχικής Δύναμης, η σιωπή ενώπιον της Γενοκτονίας από την Πείνα και τις Στερήσεις, η Λεηλασία των ιδιωτικών περιουσιών από τους αισχροκερδούντες Μαυραγορίτες, η ανοχή των οικονομικών δωσίλογων, και άλλα πολλά, ενώ μπορεί να δικαιολογηθεί στο επίπεδο του απλού πολίτη και στο επίπεδο του μικρού ή μεσαίου στελέχους μιας δημόσιας (με την ευρύτερη έννοια του όρου) υπηρεσίας, εν τούτοις, η σιωπή ή η ανοχή στο επίπεδο του επί κεφαλής (ή μέλους) μιας «Κυβέρνησης», δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παθητική (με την έννοια της «ηθικής» αποστασιοποίησης) στάση αλλά ως στάση ενεργητική, διότι τουλάχιστον θάπρεπε, αν όντως είχε ουσιαστικές αντιρρήσεις για ό,τι συντελούνταν από τις Δυνάμεις Κατοχής στη Χώρα, στην πρώτη εγκληματική ενέργεια των Δυνάμεων Κατοχής εναντίον του Λαού και της Χώρας, να είχε παραιτηθεί. Ουδείς όμως Κατοχικός «πρωθυπουργός» παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό.

«Αντιγερμανιστές», «Φιλοάγγλοι» και κατά περίπτωση και «Αντιστασιακοί»!

Δωσίλογοι μεν, αντιστασιακοί δε

Η επίκληση του «αντιγερμανισμού», του «φιλοαγγλισμού» και οι παρεμβάσεις των Κατοχικών «Κυβερνήσεων» που στόχευαν στην αποτροπή και ματαίωση δεινών εθνικού ή πιο περιορισμένου βεληνεκούς, είναι σταθερή στους διατελέσαντες Κατοχικούς «πρωθυπουργούς» και τα μέλη των κυβερνήσεών τους, αλλά και άλλων εκτός αυτών, ακόμη και ορισμένων των οποίων η ιδεολογική τους συμπόρευση με το Γ’ Ράϊχ δεν αμφισβητούνταν, απλά, ιδίως όταν ο Πόλεμος κρίθηκε ή άρχισε να κρίνεται υπέρ ποίου θα έγερνε η Νίκη, ευλόγως άρχισαν να διαφοροποιούνται -όσοι δεν παρέμειναν έως τέλους αμετανόητοι- από τα εγκλήματα του Άξονα, τουλάχιστον εκείνα που αφορούσαν άμεσα τη χώρα τους.

Πριν πούμε ο,τιδήποτε άλλο επί του θέματος, πρέπει στο σημείο αυτό, να επισημάνουμε, πως ιδίως στη «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου, όταν και τίθονταν τα θεμέλια του τρόπου λειτουργίας,  ρόλου και των «αρμοδιοτήτων» των Κατοχικών «Κυβερνήσεων», το σε ποια Κατοχική Αρχή θα λογοδοτούσε η Κατοχική «Κυβέρνηση», ή τουλάχιστον σε ποια κυρίως θα λογοδοτούσε, στην Γερμανική ή την Ιταλική, ήταν ένα μείζον θέμα για τους Έλληνες, οι οποίοι με δυσκολία ανέχονταν να λογοδοτούν στους ηττημένους στα πεδία των μαχών Ιταλούς. Αυτή η δυσφορία, έφτασε σε σημείο ώστε περίπου να εκλιπαρεί η «Κυβέρνηση» Τσολάκογλου με τηλεγραφήματά της τόσο στον Χίτλερ όσο και στον Γκαίρινγκ, να θέσουν υπό την «προστασία» τους την Ελλάδα (βλέπε πιο αναλυτικά, Δημοσθένη Κούκουνα : Στρατηγός Τσολάκογλου – Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου, εις : http://aera2012.blogspot.gr), ένα ακόμα δείγμα πολιτικής αφέλειας, (εδώ, όντως μπορούμε να μιλήσουμε για αφέλεια), ότι θα ήταν δυνατό ποτέ η «ελληνική περίπτωση», να καταστεί «μήλον της έριδος» μεταξύ των δύο συμμάχων, Ιταλών και Γερμανών, στρέφοντας τον ένα εναντίον του άλλου!

Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, ο  προβληματισμός αν θάπρεπε η Ελλάδα να συνταχθεί, έστω και στα πλαίσια μιας ευμενούς υπέρ του Άξονα ουδετερότητας, υπήρξε θέμα αν όχι συζήτησης πάντως προβληματισμών -ο Ι. Μεταξάς πάντως δεν φαίνεται να έχει αποστεί της αγγλόφιλης στάσης του έως τέλους της ζωής του. Άλλωστε ο δεδηλωμένος φιλοβρετανισμός του βασιλιά Γεωργίου Β΄, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια σ’ εκείνους που θα ήθελαν να βρεθεί η Χώρα στη πλευρά του Άξονα.

Σε ό,τι αφορά τις «αντιστασιακές» επιδόσεις των Κατοχικών «Κυβερνήσεων», και ως τέτοιες εννοούμε τις «αντιστάσεις» τους σε ακρότητες ή παραλογισμούς των Δυνάμεων Κατοχής, δεν πρόκειται εδώ βεβαίως να προβούμε σε μια εξαντλητική παρουσίαση των όσων ισχυρίζονται ή εκθέτουν ως «γεγονότα» επ’ αυτών. Μια χώρα, όπως η Πατρίδα μας, η οποία υπέστη όσα υπέστη κατά τη διάρκεια της Κατοχής Εγκλήματα κατά συρροήν εκ μέρους των Κατοχικών Δυνάμεων (ξένων και συνεργαζόμενων ελληνικών), σε ό,τι με αφορά, αποτελεί Ύβριν κάθε προσπάθεια δικαιολόγησης της συνεργασίας με τις Κατοχικές Αρχές, με το επιχείρημα, διότι περί αυτού πρόκειται, πώς αποφεύχθηκαν τα χειρότερα και πως η όποια προσφερθείσα εκ μέρους των Κατοχικών «Ελληνικών» «Αρχών» «ανακούφιση», μπορεί να αποτελεί έναν καλό λόγο που δικαιολογούσε την παραμονή τους στην «Αρχή». Όλα τα εγκλήματα που έγιναν ενώ βρίσκονταν στην «Αρχή», θα γίνονταν και χωρίς την παρουσία τους, η οποία ήταν μηδενικής ουσιαστικής επιρροής στις Δυνάμεις του Άξονα, τυπικά δε μονάχα αναγνώριζαν την ύπαρξη τους, ως εξυπηρετική των δικών τους συμφερόντων! Είναι ενδεικτικό, ότι ακόμα και η επαφή των εδώ Κατοχικών «Κυβερνήσεων» με την Κυβέρνηση του Ράιχ ή της Ιταλίας, δεν επιτρέπονταν να γίνεται απ’ ευθείας αλλά μέσω των εδώ Πληρεξουσίων των δύο αυτών Δυνάμεων. Ακόμα και το ευχαριστήριο τηλεγράφημα (6-5-1941) της «Κυβέρνησης» Τσολάκογλου προς τον Φύρερ με το οποίο τον ευχαριστούσε για την απελευθέρωση των Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών, εστάλη μέσω του εδώ Πληρεξουσίου του Ράϊχ Γκύντερ Άλτενμπουργκ (Δημοσθένη Κούκουνα : Στρατηγός Τσολάκογλου – Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου, εις : http://aera2012.blogspot.gr). Εξ αρχής λοιπόν, σε ό,τι πάντα με αφορά, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι και κρίνω τα πράγματα, ακόμα και εκεί όπου μπορούν «κατ’ αντικειμενική κρίση» να εντοπιστούν κάποιες θετικές (χωρίς εισαγωγικά) παρεμβάσεις τους σε θέματα εθνικά, οικονομικά και της καθημερινότητας του απλού πολίτη, είναι τέτοιο το μέγεθος των διαπραχθέντων εγκλημάτων και τόσα τον αριθμό, ώστε ομοιάζει αυτό, επαναλαμβάνω στη δική μου αντίληψη και ερμηνεία των πραγμάτων, ωσάν κάποιος να έχει αποφασίσει να αφαιρέσει, σε συνεργασία με κάποιον άλλον, τη ζωή ενός ανθρώπου, με τρόπο μάλιστα εξόχως ειδεχθή, και ο «φιλάνθρωπος» συνεργός του ειδεχθούς εγκλήματος, που και που, χορηγεί κάποιες ελάχιστες δόσεις αναισθητικού, τόσο ελάχιστες και τόσο αραιά, ώστε το μαρτύριο να μην μειώνεται ούτε κατά κεραία. Τούτη δε η άποψή μου, είναι άσχετη με την θεμελιώδη θέση μου, ότι κάθε συνειδητή συνεργασία με τον Κατακτητή που αποσκοπεί στη κατάλυση της Λαϊκής Κυριαρχίας και Εθνικής Ανεξαρτησίας, αποτελεί εξ ορισμού πράξη προδοτική. Άλλωστε ας μη λησμονούμε πως οι όποιες τους «παρεμβάσεις», είχαν πάντοτε τον χαρακτήρα της «διαμαρτυρίας», και όχι της έργω παρέμβασης, διότι τέτοια εξουσία ΔΕΝ είχε καμία Κατοχική «Κυβέρνηση» και κανένας Κατοχικός «πρωθυπουργός», όταν μιλάμε για διαμαρτυρίες κατά πράξεων των Δυνάμεων Κατοχής! Το ίδιο δε το γεγονός, πως οι Δυνάμεις Κατοχής, ήταν δυνατό να «υποχωρήσουν», εκεί όπου «υποχώρησαν», ασφαλώς και θα αποτελούσε εκ μέρους των «εξαναγκασάντων» σε «υποχώρηση» την Κατοχική Δύναμη επίδειξη ανέξοδου λεονταρισμού, ως εάν να υποθέσει κανείς, ότι «υποχώρησαν» σε βάρος των ζωτικών ή και των απλούστερων συμφερόντων τους! Π.χ., στο ζήτημα των διαμαρτυριών των Κατοχικών Κυβερνήσεων για τις ωμότητες των Βουλγάρων ή σε άλλα θέματα, όπως το Κουτσοβλαχικό, την πολιτική επιστράτευση κ.λπ., επί της ουσίας, τίποτα δεν αποτράπηκε λόγω αυτών των διαμαρτυριών, εάν οι Δυνάμεις Κατοχής δεν θεωρούσαν ότι δεν εντάσσονταν στα (τουλάχιστον άμεσα) ζωτικά τους συμφέροντα και ότι εν πάση περιπτώσει τέτοια θέματα θα λύνονταν μετά τη λήξη του πολέμου, ή όταν η υποχώρηση ήταν εμφανώς αποτέλεσμα μεγαλειώδους λαϊκής αντίδρασης (π.χ., οι διαδηλώσεις της 5ης Μαρτίου 1943 για την πολιτική επιστράτευση) ή, στη περίπτωση κατά την οποία έπειτα από κάποια «κυβερνητική» παρέμβαση διασώζονταν η ζωή κάποιων συμπολιτών μας, πράγμα ασφαλώς κάθε άλλο παρά χωρίς την αξία του, όμως, επαναλαμβάνω, τέτοιες πράξεις, δεν απαλύνουν καθόλου την ευθύνη από την ανοχή ολοκαυτωμάτων και χιλιάδων εκτελέσεων αθώων πολιτών και αγωνιστών της Αντίστασης, και από ένα σημείο και πέρα με την άμεση σύμπραξη Κατοχικών «Κυβερνητικών» ενόπλων δυνάμεων (π.χ., Τάγματα Ασφαλείας). Εξ άλλου, αυτή καθ’ αυτή η σημασία της ύπαρξης ενός «ενδιάμεσου απορροφητήρα» («προφυλακτήρα», για να χρησιμοποιήσω τη λέξη του ιδίου του Ι. Ράλλη) των «κραδασμών» που προέρχονται από τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αντίδραση, είναι προφανής. Κραδασμοί που διαφορετικά θα εκτονώνονταν απ’ ευθείας στη Κατοχική Δύναμη, απορροφώνται από ντόπια «κυβερνητικά» όργανα, ώστε ο «τελικός αποδέκτης», η Κατοχική Δύναμη, όχι μονάχα να υφίσταται μέρος αυτής και όχι ολόκληρη, μα και να επιρρίπτει μέρος τουλάχιστον αυτών των λαϊκών δυσαρεσκειών στις ίδιες τις Κατοχικές «κυβερνήσεις» οι οποίες θα όφειλαν να επιληφθούν για την αντιμετώπισή τους, στα πλαίσια της «κυριαρχίας» που ασκούσαν τουλάχιστον σε εσωτερικά ζητήματα! Αυτό, δε, ασφαλώς και δεν αποτελούσε κατάσταση επί ζημία των συμφερόντων του Άξονα!

Άλλωστε, την «αλλεργία» των Κατοχικών «Κυβερνήσεων» σε οποιαδήποτε «αναρχική δραστηριότητα» (είναι ο χαρακτηρισμός της Αντίστασης στη Κατοχή εκ μέρους των Κατοχικών Αρχών), δεν την κρύβει κανείς εκ των δοσιλόγων Κατοχικών «πρωθυπουργών» και των μελών των «Κυβερνήσεών» τους. Χαρακτηριστικές είναι οι περί «ενεργητικής» «Αντιστάσεως» στον Κατακτητή απόψεις του, ο Γ. Τσολάκογλου τις εκθέτει εκτενέστερα, στα «Απομνημονεύματά» του (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959, σελ. 242-243) όπου γράφει ανάμεσα σε άλλα : «Η πολιτική των Άγγλων απέβλεπεν εις την ανάγκην να εξασθενήση ο Χίτλερ. Η αντίληψις αυτή ανταπεκρίνετο εις την σκέψιν και ψυχοσύνθεσιν του Τσώρτσιλ, όστις πλην της ενστικτώδους μαχητικότητος και της μανίας να συντρίψη τον Χίτλερ, ήτο θαυμαστής του Λώρενς, του εφευρέτου του ανταρτοπολέμου. Συνεπώς εάν τις ημφισβήτει την χρησιμότητα τούτου εθεωρείτο έχων έλλειψιν αποφασιστικότητος ή είνε αντιπατριώτης. Εις τας κατεχομένας χώρας η αντίστασις έλαβε δύο μορφάς : α) Παθητική, ήτοι επίμονη άρνησις συνεργασίας με τους κατακτητάς, β) Ενεργός εκστρατεία πράξεων σαμποτάζ, επιδρομών και ενεδρών προς συντριβήν του ηθικού των εχθρικών δυνάμεων. Ανατρέχοντες εις το παρελθόν βλέπομεν ότι αι άτακτοι δυνάμεις που εξώπλισε το 1870 η Γαλλία εστράφησαν εναντίον της. Ήσαν απλή ενόχλησις δια τους εισβολείς και ανεπτύχθησαν εις πυρήνα αδελφοκτόνου συγκρούσεως (Κομμούνα). Η δράσις ατάκτου πολέμου της Ισπανίας κατά τον Ιβηρικόν πόλεμον. Ο Ναπολέων συνέτριψε τον ισπανικόν στρατόν, αλλά κατενικήθη υπό των ατάκτων. Επηκολούθησε επιδημία επαναστάσεων επί 50 χρόνια. Το σοβαρώτερον εμπόδιον ήτο ηθικής τάξεως, διότι το ένοπλον κίνημα προσείλκυε πολλά κακά στοιχεία, άτινα διέπραξαν κακουργήματα υπό το κάλυμμα του πατριωτισμού. Ο δόκτωρ Τζόνσον (Σημείωση : Εννοεί τον Άγγλο συγγραφέα Σάμιουελ Τζόνσον (1709-1784)) παρατηρεί ότι «ο πατριωτισμός είνε το έσχατον καταφύγιον της παλιανθρωπιάς». Χειροτέραν επίδρασιν είχεν επί της νέας γενεάς, διότι εδιδάχθη να μη υποτάσσηται. Τοιουτοτρόπως έμεινε μια περιφρόνησις προς τον νόμον και προς την τάξιν. Η συνήθεια της βίας αποκτά βαθυτέρας ρίζας εις τον άτακτον παρά εις τον τακτικόν, όστις τα ανάγει όλα εις την συνήθειαν της υπακοής εις την εξουσία. Τα ηρωικώτερα μέλη της Γαλλικής Αντιστάσεως, παραδέχονται σήμερον ότι η στρατιωτική επίδρασις των «ΜΑΚΙ» επεσκιάσθη από την συσσώρευσιν των κακών αποτελεσμάτων του ανταρτοπολέμου και θα ηύχοντο να είχε περιορισθή το κίνημα εις οργάνωσιν παθητικής αντιστάσεως, ως έπραξαν εν Νορβηγία, Ολλανδία και Δανία…»

Νόμος και Τάξη! Πειθαρχία! Ηρεμία! «Διαμαρτυρηθείτε -αν το θέλετε- πλην όμως σιωπηρά»! Και όντας επί κεφαλής Κατοχικής «Κυβέρνησης», που υποδηλώνει συνεργασία με τον εχθρό στο ύψιστο δυνατό επίπεδο, υποδεικνύει την «Παθητική, ήτοι επίμονη άρνησις συνεργασίας με τους κατακτητάς»! Και με ποιον τρόπο θα εκδηλώνονταν αυτή η «επίμονη άρνησις συνεργασίας με τους κατακτητάς»; Δεν μας το λέει, διότι επί της ουσίας δεν έχει τίποτα να πει! Ένας Γκάντι, με μια διαφορά όμως : ο Γκάντι, δεν κατέλαβε κρατικό αξίωμα ούτε όταν θα μπορούσε να επιβάλλει προσωποπαγές Καθεστώς στην Ινδία, και όσο διαρκούσε η βρετανική κυριαρχία, να κατελάμβανε όποιο αξίωμα ήθελε, αν δέχονταν να συνεργαστεί με τις Βρετανικές Αρχές, προκειμένου να αποτρέψει «τα χειρότερα» για τον λαό του, για τον οποίο αποτελούσε σχεδόν κάτι περισσότερο από κοσμικό ηγέτη.

Σε ό,τι αφορά την «αγγλοφιλία» και τον «αντιγερμανισμό»

Όμως, στη συνέχεια της αφήγησής του ο Τσολάκογλου γράφει πως ο ναύαρχος Οικονόμου αλλά και ο ίδιος είχε προσεγγιστεί από τους Άγγλους. Ειδικώς για τον ναύαρχο Οικονόμου σημειώνει πως (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου :  Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959, σελ. 221) : «Ο ναύαρχος Οικονόμου, ως κατέθεσεν ενώπιον του δικαστηρίου σας, αφού ηρώτησε την απόδημον Κυβέρνησιν, ηρνήθη να δεχθή την πρωθυπουργίαν».

Σε ό,τι αφορά τον ίδιον, ο Γ. Τσολάκογλου ισχυρίζεται πως όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την «Κυβέρνηση» (Αύγουστος 1942), προσεγγίσθηκε από πράκτορες των Μυστικών Υπηρεσιών της Βρετανίας, προκειμένου να τν βολιδοσκοπήσουν εάν ήταν διατεθειμένος να αναλάβει εκ νέου τον σχηματισμό «Κυβέρνησης», με την διευκρίνηση, ότι δεν θα συναντούσε δυσκολίες διότι είχαν ήδη «προλειανθεί τα πράγματα». Ο Τσολάκογλου, σύμφωνα πάντα με τους δικούς του ισχυρισμούς, αρνήθηκε λόγω της καχυποψίας των Ιταλών προς το πρόσωπό του, όμως, μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι Βρεανοί επανήλθαν, και τον διαβεβαίωσαν εκ νέου, πως «…το έδαφος εις την Γερμανική Πρεσβείαν είχε προλειανθή, ώστε να μη συναντήσω εμπόδια». Στην ερώτησή του προς τι το ενδιαφέρον για το πρόσωπό του ενώ υπήρχαν άλλοι διαθέσιμοι πολιτικοί για τον ρόλο αυτό,  όπως ο Ι. Ράλλης, έλαβε την απάντηση πως «…προτιμούν στρατιωτικόν Πρωθυπουργόν, όστις θα κατέβαλλεν απάσας τας δυνάμεις του δια να «διευκολύνη το πολιτικόν και στρατιωτικόν έργον της Μεγάλης Βρετανίας εν Ελλάδι και εν τοις Βαλκανίοις, πάνοτε προς αγαθόν της Ελλάδος και των εθνικών συμφερόντων της»…» (βλέπε Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου :  Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959, σελ. 243-244). Και συνεχίζει ο Τσολάκογλου (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου :  ό.π., σελ. 244-245) : «…Εζήτησαν μάλιστα έγγραφον βεβαίωσίν μου ότι ήμην πρόθυμος να τους διευκολύνω εις το τοιούτον έργον των. Τότε συνέταξα ιδιόχειρον βεβαίωσίν μου με περιεχόμενον ότι «θα κατέβαλλον απάσας τας προσπαθείας μου προς διευκόλυνσιν του πολιτικού και στρατιωτικού έργου της Μεγάλης Βρεταννίας εν Ελλάδι και εν τοις Βαλκανίοις, πάντοτε επ’ αγαθώ της Ελλάδος και των εθνικών συμφερόντων της και πάντοτε ότι η Α. Μ. ο Βασιλεύς και η εν Καΐρω Κυβέρνησις θα ήσαν σύμφωνοι». Η Μυστική Αγγλική Υπηρεσία μοι έθηκεν όρον να συνεργασθώ μετά του κ. Τσιρονίκου, τυγχάνοντος υπουργού Οικονομικών της Κυβερνήσεως Ράλλη, χωρίς να τον καταστήσω ενήμερον περί των σχεδίων μου μετά της Μυστικής Αγγλικής Υπηρεσίας και περί των κοινών προθέσεών μας μετ΄ αυτής. Η έγγραφος υπόσχεσίς μου ότι θα εργασθώ προς επιτυχίαν του έργου των Άγγλων, απεστάλη εις την Μέσην Ανατολήν, με την παράκλησιν να εγκριθή η παρ’ εμού ανάληψις της Κυβερνήσεως εν Αθήναις. Το Στρατηγείον όμως της Μέσης Ανατολής δεν ενέκρινε την πρότασιν ταύτην, διότι μετεβλήθη ήδη η πολιτική της Αγγλίας και δεν είχον ανάγκην των υπηρεσιών μου. Η μεταβολή της πολιτικής εγένετο κοινή συμφωνία, συνομολογηθείση εν Τεχεράνη υπό της τριανδρίας Ρούζβελτ, Στάλιν και Τσώρτσιλ, καθ’ ήν δεν θα ελάμβανον χώραν επιχειρήσεις της Αγγλίας εκ της Ελλάδος προς τα Βαλκάνια και καθ’ ήν μόνον η Ελλάς ανήκεν εις την επιρροήν της Αγγλίας. Αι λοιπαί χώραι της Βαλκανικής υπήχθησαν εις Σοβιετικήν επιρροήν… Κατόπιν της ματαιώσεως της προσπαθείας προς συνεργασίαν με τους Άγγλους, ως Πρωθυπουργός επρότεινα ν’ αναλάβω την ενιαίαν Διοίκησιν των Εθνικών Οργανώσεων Αντιστάσεως εν τη Βορείω Ελλάδι, ίνα παρεμποδίσω τους Γερμανούς να συμπτυχθούν εκ Παλαιάς Ελλάδος προς την Γιουγκοσλαυΐαν ή τουλάχιστον να παρεμποδίσω το τροχαίον υλικόν πάσης φύσεως, όπερ θα έπιπτεν ολόκληρον εις χείρα μας. Οι Βρετανοί μη ενδιαφερόμενοι πλέον δι’ ευρείας επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα, απήντησαν : «Ο στρατηγός θα χρησιμοποιηθή εν καιρώ εις σπουδαιοτέραν υπηρεσίαν». Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται ότι εκεί που έχουν ανάγκας οι βρετανοί παραβλέπουν την συνεργασίαν Κυβερνήσεώς τινος με τους εχθρούς των, εάν και εφ’ όσον η Κυβέρνησις αύτη θα εξυπηρετή τους σκοπούς των. Αλλά και απολύτως δεν κατεδίκαζον φαίνεται τους Κυβερνήτας εκείνους, οίτινες εσχημάτιζον Κυβέρνησιν εις κατακτηθέντα μέρη παρά των Γερμανών. Τούτο προκύπτει εκ του λόγου, τον οποίον εξεφώνησεν ο Βρετανός υπουργός των Εσωτερικών κ. EDE (Ηντ) την 17 Αυγούστου 1945 εις την Βουλήν των Κοινοτήτων δια την Κυβέρνησιν που εσχημάτισαν εις τας νήσους της Μάγχης, αίτινες αυτοδιοικούνται. Κατά τον υπουργόν των Εσωτερικών, απεδόθη τεραστία σημασία εις την διατήρησιν της εκτελεστικής εξουσίας εις χείρας Βρετανών και εις την αποφυγήν της ασκήσεως του απ’ ευθείας ελέγχου υπό των Γερμανών. Ωσαύτως ο κ. EDE αποδίδει εξαιρετικήν σημασίαν εις το ότι αφέθη η κυριότης μεγάλου μέρους της αυτοδιοικήσεως και ούτως αντιμετωπίζοντο τα δυσχερή προβλήματα που εδημιουργήθησαν, συνεπεία της Κατοχής αποτελεσματικώς. Αντιθέτως, εάν ευρίσκοντο εις χείρας των Γερμανών, ούτοι θα επέβαλλον τα ιδικάς των ανάγκας και θα ηδιαφόρουν δια τα συμφέροντα του πληθυσμού των νήσων. Τέλος, εκφράζει την ικανοποίησίν του, διότι αι Κυβερνήσεις των νήσων της Μάγχης απεδείχθη ότι ωθούντο υπό μόνου του σκοπού να γίνη δια τον πληθυσμόν ό,τι καλύτερον. Αλλά μήπως ημείς εν Ελλάδι δεν είχομεν τον αυτόν σκοπόν και τον επιδιώξαμεν ουχί ακινδύνως, εις τρόπον ώστε να καταστώμεν ανεπιθύμητοι και ύποπτοι; Διατί δεν ηρεύνησαν οι δικασταί της Ελλάδος προς αποκάλυψιν της αληθείας;…». (Την ίδια ακριβώς αναφορά, ως προς τη θέση της Αγγλίας για τις κατοχικές κυβερνήσεις στις νήσους της Μάγχης, κάνει και ο Γ. Ι. Ράλλης (Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλών εκ του τάφου του, σελ. 81) και ο Κ. Λογοθετόπουλος (Ιδού η Αλήθεια, σελίδες 20-22).

Θέλω να είμαι εντελώς ειλικρινής : στο ερώτημα αν πιστεύω το αφήγημα του Γ. Τσολάκογλου, για τις επαφές του με τους Άγγλους, και δοθείσης της άποψης που έχω για το πόσο εύκολα η βρετανική διπλωματία ελίσσονταν, συγκροτούσε και άλλαζε συμμαχίες με βάση το δικό της και μόνο συμφέρον, και με το δόγμα της να βασιλεύει διαιρώντας, η απάντησή μου είναι πως : τίποτα δεν αποκλείω! Βεβαίως, μια «επίσημη απόδειξη» μιας τέτοιας συνεργασίας, ασφαλώς θα έφερνε τα πάνω κάτω, όμως, επί του παρόντος δεν αποτελεί παρά ισχυρισμούς του Γ. Τσολάκογλου, οφείλουμε αυτό να το παραδεχτούμε επίσης.

Αλλά και ο Ι. Ράλλης, όπως ιστορεί ο γιός του Γεώργιος Ράλλης (Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 116-117) «Τον Ιούλιον του 1943 ο πατήρ μου, θεωρών, ότι ο τότε Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ ήτο κυρίως υπεύθυνος δια την επίδρασιν, ήν είχε κατωρθώση να αποκτήση το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εις το σώμα της Αστυνομίας, απήλλαξε τούτον των καθηκόντων του. Μετά ένα περίπου μήνα και συγκεκριμμένως τα τέλη Αυγούστου παρουσιάσθησαν εις τον κ. Ι. Βουλπιώτην, ο κ. Έβερτ και ο συνταγματάρχης κ. Απόστολος Παπαγεωργίου και ανεκοίνωσαν εις αυτόν, ότι ο πρώτος ευρίσκετο εις την υπηρεσίαν της εν Ελλάδι μυστικής Αγγλικής υπηρεσίας και ότι συνεπώς ήτο ανάγκη ν’ αναλάβη και πάλιν την προτέραν του εν τη Αστυνομία θέσιν, δεδομένου μάλιστα ότι θα ηδύνατο να προαγάγη και τας τότε διεξαγομένας συνεννοήσεις μεταξύ Κυβερνήσεως και ΕΑΜ, αίτινες έβαινον βραδέως, του αντιπροσώπου του ΕΑΜ κομμουνιστού Γληνού δηλούντος ότι εμπόδιον εις την πρόοδόν των ήτο η εκ της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών απομάκρυνσις του κ. Έβερτ. Ο κ. Βουλπιώτης υπεσχέθη να αναφέρη τα εις αυτόν μεταδοθέντα εις τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και μετά δύο ημέρας ο κ. Έβερτ επανήρχετο εις την θέσιν του…». Εν προκειμένω, τι να  πρωτοθαυμάσω; Το γεγονός ότι σύνδεσμοι με την Μυστική Υπηρεσία των Βρετανών στην Ελλάδα, αποκάλυπταν πράκτορά τους στον Ι. Βουλπιώτη, ίσως ο μόνος Έλληνας που είχε συνομιλήσει (στα 1936) με τον ίδιο τον Χίτλερ αλλά και του είχε ανατεθεί από τον τελευταίο να του προτείνει μεθόδους επιρροής μέσω της τηλεοράσεως, εκ των ιδρυτών των Ταγμάτων Ασφαλείας και γενικό διευθυντή της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στη διάρκεια της Κατοχής και επομένως γενικό υπεύθυνο της ασκούμενης προπαγάνδας των Γερμανών (βλέπε λήμμα «Ιωάννης Βουλπιώτης» εις https://el.wikipedia.org) και άνθρωπο πέραν πάσης αμφιβολίας για την επιρροή του στη διάρκεια της Κατοχής, (όπως δε σημειώνει ο Δημοσθένης Κούκουνας : Η Ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή – Η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια, Δεύτερη έκδοση, εκδ. Ερωδιός, σελ. 13, «…χαρακτηριζόταν… ως υπερ-πρωθυπουργός, ιδιαίτερα αφότου με την επιμονή του επέβαλε ως κατοχικό πρωθυπουργό τον Ιωάννη Ράλλη…»), το γεγονός ότι αυτός ο Ι. Βουλπιώτης αφού μετέφερε τις πληροφορίες που είχε στον Ι. Ράλλη, ο τελευταίος να ενεργεί ως ένα είδος «συνοδοιπόρου» των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών εναντίον προφανώς των Δυνάμεων Κατοχής, και το όλο story να περιπλέκεται με διεξαγόμενες τότε «συνεννοήσεις» μεταξύ ΕΑΜ – Κατοχικής «Κυβέρνησης» – Μυστικών Βρετανικών Υπηρεσιών, κι όλα αυτά, παρουσία του Ι. Βουλπιώτη, πράγμα που, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, ήταν ωσάν στις «συνεννοήσεις» αυτές να παρίστατο ο ίδιος ο Γερμανός Διοικητής των Αθηνών (τουλάχιστον αυτός), αυτό, μου φαίνεται ως μια εμπλουτισμένη έκδοση της αντίστοιχης περιγραφόμενης επαφής του Γ. Τσολάκογλου με τη ίδια προφανώς Μυστική Βρετανική Υπηρεσία στην Ελλάδα! Κι ενώ εκεί, τήρησα κάποια επιφύλαξη ως προς την αλήθεια των λεγομένων του Τσολάκογλου, όχι διότι το ισχυρίζεται ο ίδιος, (κάθε άλλο!), μα διότι δεν αμφιβάλλω ότι οι Βρετανοί θα δίσταζαν να έχουν τέτοιου είδους επαφές, αν το συμφέρον τους το επέβαλε, εν τούτοις, εδώ, φαίνεται πως το πράγμα είχε προχωρήσει μέχρι και την ουσιαστική εμπλοκή των ίδιων των Γερμανών, που καλούνταν να μετάσχουν σ’ ένα παιχνίδι που υποτίθεται ότι στρέφονταν εναντίον των τελευταίων!

Αυτός που κατ’ εξοχήν από τους τρείς Κατοχικούς «πρωθυπουργούς» επικαλέσθηκε την «αγγλοφιλία», κυρίως μεταπολεμικά, ήταν ο Γ. Τσολάκογλου. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό, αφού η Ελλάδα ανήκε στη ζώνη επιρροής της Βρετανίας αλλά και διότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν η κυρίαρχη Δύναμη του Δυτικού Μετώπου που μάχονταν εναντίον του Άξονα, μαζί με όσες άλλες στρατιωτικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί από τις κατεχόμενες χώρες, άρα, και στη περίπτωση τελικής νίκης των Συμμάχων, η άποψη που θα είχε το Λονδίνο για πράγματα και κυρίως για πρόσωπα στις χώρες που τελούσαν υπό Κατοχή στη διάρκεια του Πολέμου και βρίσκονταν στη Δυτική σφαίρα επιρροής, θα ήταν αποφασιστική για τα πρόσωπα αυτά.

Ο Γ. Τσολάκογλου στα «Απομνημονεύματά» του, (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959), αναφερόμενος σε μια επιστολή που του έστειλε (αν και έχει ως παραλήπτες, εκτός από τον «Πρόεδρο της Κυβερνήσεως», και του «Υπουργούς») στις 2 Ιουνίου 1941 ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, (πολιτικός με πολυσχιδή δράση που καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα, από την άκρα Δεξιά έως τη Δεξιά, το Κέντρο και τη Δικτατορία της 21ης Απριλίου κατά την οποία διετέλεσε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής και Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος την περίοδο Απρίλιος 1943 – Απρίλιος 1944), σημειώνει τα όσα του καταμαρτυρά για την «αγγλοφιλία» του. Του γράφει ανάμεσα σε άλλα (σελ. 231-232) : «Δεν θα πρέπει να εκπλήττεσθε ούτε δια την κλοπήν της Γερμανικής σημαίας εκ της Ακροπόλεως, ούτε διότι το ποσοστόν των Αγγλοφίλων εν Ελλάδι διαρκώς αυξάνει, εις τρόπον ώστε να μη είνε υπορβολή να είπω ότι τα 99% του Ελληνικού Λαού είνε ήδη Αγγλόφιλοι… Την αιτίαν της τοιαύτης αυξανομένης Αγγλοφιλίας θα την εύρητε κατά ένα ποσοστόν εις τα πράξεις, αλλά και εις τας παραλείψεις της υμετέρας Κυβερνήσεως… Προτιμώνται δε κατά περίεργον και συγκινητικόν τρόπον εκ μέρους της Κυβερνήσεώς σας οι ΦΙΛΑΓΓΛΟΙ… Αν δε συμπέση να συμπαθή κανείς, έστω και ολίγον τους Γερμανούς, αυτός τυγχάνει της δεινοτέρας κακομεταχειρίσεως, δηλαδή εάν φρονή ότι τα συμφέροντα της Ελλάδος θα εξυπηρετηθούν καλύτερα δια της Γερμανίας… Την θέσιν του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, κατ’ εξοχήν πολιτικήν θέσι, Κυβερνητική θέσιν, διότι η Τράπεζα αύτη είνε το έτερον σκέλος του προϋπολογισμού του Κράτους, ενεκρίνατε κατ’ αρχήν να δοθή εις ΦΑΝΑΤΙΚΟΝ ΑΓΓΛΟΦΙΛΟΝ…, μπορούσε να δοθή εις έν άλλο πρόσωπον, το οποίον να πιστεύη εις την γερμανικήν νίκην και να ευρίσκεται εις το ύψος της μεγάλης ταύτης θέσεως. Και εάν Σας έλεγον, φερ’ ειπείν, ότι την θέσιν αυτήν ευχαρίστως θα ήθελον να καταλάβω εγώ, τι θα ελέγατε παρακαλώ;…»

Ο Γ. Τσολάκογλου στα «Απομνημονεύματά» του, (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959), επίσης αναφέρεται στην δημόσια (δηλαδή ενώπιον του υπουργικού συμβουλίου) άρνησή του να δεχτεί αίτημα του «υπουργού» Οικονομικών Σ. Κοτζαμάνη, ο οποίος, «…απ’ αρχής σχεδόν της υπουργίας του (ήτοι από 22.6.41) περιέπεσεν εις το ολίσθημα να προτείνη την κήρυξιν του πολέμου εκ μέρους της Ελλάδος κατά της Ρωσίας, και της προσχωρήσεως της Ελλάδος εις το Αντικομμουνιστικόν σύμφωνον και ένεκα τούτου τον προσείχον ιδιαιτέρως» (σελ. 222). Προς επίρρωση των λεγομένων του ο Τσολάκογλου παραθέτει ιδιόχειρη επιστολή του Γκοτζαμάνη προς αυτόν, με ημερομηνία 22.6.1041, στην οποία λέει : «Δια της απροόπτου και αιφνιδιαστικής εκρήξεως του πολέμου μεταξύ του Άξονος και της Ρωσίας επαληθεύει και πραγματοποιείται μία ακόμη των προβλέψεών μου, τας οποίας είχα εκθέσει εν τοις από 26.5.40 και 27.7.40 υπομνήμασί μου προς την τότε Κυβέρνησιν και τον Βασιλέα. Περί της πλήρους τουτέστιν αντιθέσεως των συμφερόντων του Άξονος και του Πανσλαυϊσμού. Επί της αντιθέσεως ταύτης εκτός των άλλων επιχειρημάτων, εστήριξα την γνώμην μου, περί απολύτου συμπτώσεως συμφερόντων ημών και του Άξονος και της ανάγκης στενωτάτης συνεργασίας Άξονος και Ελληνισμού της μόνης μη σλαυϊκής δυνάμεως εν τη Εγγύς Ανατολή. Ο σήμερον εκραγείς πόλεμος δημιουργεί άκρως λεπτήν κατάστασιν χρήζουσαν βοηθείας και λεπτομερούς ερεύνης δια την επανεξέτασιν και αναπροσαρμογήν της θέσεώς μας εν τω νέω δημιουργουμένω πλαισίω. Προς τούτο, λαμβάνω την τιμήν να υποβάλω υμίν την γνώμην και να παρακαλέσω, όπως συγκαλέσητε επειγόντως και όλως εκτάκτως το Υπουργικόν Συμβούλιον δια να επιληφθή της τοιαύτης ερεύνης και να δοθή ευκαιρία εις έκαστον εξ ημών να αναπτύξη τας απόψεις του και να λάβη την θέσιν και την ευθύνην του. Εν αναμονή των αποφάσεων, που να ληφθούν, νομίζω, ότι θα είνε λίαν εξυπηρετικόν των συμφερόντων της Χώρας, εάν αποστέλλατε αμέσως και εξ ονόματος της Ελληνικής Κυβερνήσεως τηλεγράφημα προς τους κ.κ. Χίτλερ και Μουσολίνι, δι’ ού να εύχησθε την νίκην των όπλων εν τω νέω αγώνι προς δημιουργίαν της Νέας Ευρώπης και αποτροπήν του Σλαυοκομμουνιστικού κινδύνου, όστις απειλεί τους πάντας και τα πάντα εν Ευρώπη». (σελ. 221-222) Επί της επιστολής αυτής του Γκοτζαμάνη, ο Τσολάκογλου γράφει : «Εν πρώτοις οφείλω να υπογραμμίσω ότι ουδέποτε απηύθυνα τηλεγράφημα προς τους Χίτλερ και Μουσολίνι. Τούτο θα εδημοσιεύετο εις τα εφημερίδας και θα ανεκοινούτο από ραδιοφώνου ως ιστορικόν γεγονός. Το Υπουργικόν Συμβούλιον συνήλθε κανονικώς την Τρίτην (24.6.41) εσπέραν και αφού επεράτωσε την εργασίαν του ανεκοίνωσα την επιστολήν του κ. Γκοτζαμάνη και ενήργησα όπως όλα τα μέλη του Συμβουλίου αποφανθούν κατά της προτάσεως, δηλώσας «ότι ημείς ανελάβομεν την εξουσίαν δια να εξυπηρετήσωμεν τον Ελληνικόν Λαόν χωρίς να έχωμεν από κάπου εξουσιοδότησιν να κάμωμεν πολιτικήν και απαρνούμενοι τους μετά της Αγγλίας δεσμούς να συμμαχήσωμεν με εκείνους, που διενοήθησαν να μας υποδουλώσουν. Χθες ακόμη ο στρατάρχης Λιστ μας συνεχάρη, διότι ωμολογήσαμεν ειλικρινώς  ότι είμεθα σύμμαχοι των Άγγλων και αδελφοί εν όπλοις και συνεπώς απεφύγομεν την δι’ Ελλήνων επάνδρωσιν των αντιεροπορικών πυροβολείων των Αθηνών. Εάν προσχωρήσωμεν εις τον Άξονα θα συμμαχήσωμεν με τους Βουλγάρους, προαιωνίους εχθρούς μας και απηνείς διώκτας του Ελληνισμού!». Άπαντα τα μέλη πλην του κ. Γκοτζαμάνη και δύο άλλων, συνεφώνησαν εις το ότι η Ελλάς έχει συνταυτίσει την τύχην της με την Αγγλίαν». (σελ. 222)

Αναφέρεται επίσης ο Γ. Τσολάκογλου (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 236) και σε δύο ακόμα γεγονότα δηλωτικά του μη φιλογερμανισμού του  : «Το πρώτον είνε το κατατεθέν παρά του δικηγόρου και πολιτευτού κ. Τζερμιά ότι απεφάνθην ότι η εικών του Χίτλερ δεν είχε θέσιν εις Ελληνικόν Γραφείον της Νομαρχίας και συνεπώς έπρεπε να καταβιβασθή. Και πώς διετυπώθη η τοιαύτη διαταγή; Προφορικώς και εις επήκοον πλήθους κόσμου, όπερ με ενέμεινε δια να το ακροασθώ. Το δεύτερον είνε εκείνο όπερ κατέθεσεν ο κ. Γράψας. Ούτος συνειργάζετο μαζί μου εις το πρωθυπουργικόν γραφείον, ότε εισήλθον και δύο υπουργοί, οίτινες κατηυθύνθησαν προς το μέρος όπου ήταν ανηρτημένος χάρτης της Ρωσίας, τελούντες υπό την επίδρασιν ειδήσεώς τινος. Ευθύς ως εξηκρίβωσαν την θέσιν του Καυκάσου και της Τιφλίδος προέβησαν εις ζωηράς εκδηλώσεις χαράς, διότι έβλεπον ταχέως τερματιζόμενον τον πόλεμον υπέρ της Γερμανίας. Δυσαρεστηθείς τότε εκ των εκδηλώσεων και πρό παντός εκ του γεγονότος ότι δεν ερριζοβόλουν αι παντοτειναί συστάσεις μου, εξεφράσθην χαμηλοφώνως : «Μόνον ανόητοι έπρεπε να χαίρουν». Πλην ηκούσθην παρά του κ. Γράψα. Στραφείς είτα προς τους υπουργούς είπον μεγαλοφώνως : «Έχετε καμμίαν ευχάριστον είδησιν δια τους Άγγλους ή δια τους συμμάχους των; Μόνον εις την τοιαύτην περίπτωσιν δικαιολογείται τόση χαρά, διότι μόνον έτσι θα ωφεληθή η Ελλάς». Παρόμοια γεγονότα κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες» (εννοεί στη δίκη του στο Δικαστήριο των Δωσιλόγων).

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s