Αληθινές ιστορίες! Θανάσης Βέγγος: «Με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις»

B2FAD8E0-B65A-4343-B202-4505BEAAA376Επειδή είσαι από τους λίγους ανθρώπους σ’ αυτόν τον τόπο, που εμφανίστηκε στο σινεμά χωρίς να ‘χει καμιά σχέση μ’ αυτό και δημιούργησε ένα χαρακτήρα, θα ‘θελα να μου μιλήσεις για το ξεκίνημά σου…

Ο Κούνδουρος. Ο Νίκος Κούνδουρος. Αν δεν συναντιόμαστε στο Στρατό, δεν θα υπήρχε στο πανί ούτε Θανάσης, ούτε Βέγγος. Δούλευα σ’ ένα πατάρι τα δέρματα. Στο Στρατό μαζευτήκαμε μια ομάδα για να σκαρώσουμε μια παράσταση. Ο Κούνδουρος ήταν σκηνογράφος. Μια μέρα μου λέει: «Θανάση, όταν απολυθούμε θα παίξεις σε μια ταινία που θα φτιάξω». Γύρισα στο πατάρι κι ούτε που το θυμόμουνα. Έτσι, όταν ήρθε να με βρει, δεν είχα καμιά διάθεση πια κι αρνήθηκα.

Η επιμονή του όμως ήταν τέτοια, που στο τέλος με κατάφερε. Γυρίστηκε η «Μαγική Πόλη» και βρέθηκα μέσα σ’ ένα καινούργιο κόσμο, που ταυτόχρονα αποτελούσε και μια λύση για το οικονομικό μου πρόβλημα. Έπαιζα τρίτους ρόλους και δούλευα σαν φροντιστής για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή είναι η αρχή. Χειρότερες μέρες δε θυμάμαι στη ζωή μου. Γυρίστηκε και ο «Δράκος». Μέσα σε δυο χρόνια έπαιξα 22 μικρούς ρόλους που μ’ είχαν τσακίσει. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, οπωσδήποτε κάτι πιο σημαντικό. Είχα κάποια επιτυχία και μου ‘δώσαν ρόλους πρωταγωνιστή. Πνιγόμουνα εκεί μέσα, καταλάβαινα πως δεν ήμουν εγώ, αλλά κάποιος ηθοποιός Βέγγος που τον μεταχειριζόντουσαν όπως ήθελαν. Σε τέτοιο σημείο φτάσανε τα πράγματα, και σκέφτηκα να κάνω μια δική μου εταιρία παραγωγής, όπου οι ταινίες θα γινόντουσαν όπως πάνω-κάτω ήθελα. Με βοήθησαν πολύ δύο σκηνοθέτες που κατάλαβαν και πίστεψαν σ’ αυτά που σκεφτόμουνα. Ο Πάνος Γλυκοφρύδης και ο Ερρίκος Θαλασσινός. Ταινίες σαν τον «Παπατρέχα» ή το «Μην Είδατε τον Παναή» δεν θα ‘βγαιναν χωρίς αυτούς. Και μέχρις ένα σημείο ήμουνα ήσυχος. Είχα δυο ανθρώπους που μπορούσαν να με καταλάβουν και να προωθήσουν τις σκέψεις μου πάνω στο φτιάξιμο μιας ταινίας.

Μια μέρα ο Γλυκοφρύδης μου είπε πως ήταν αδύνατο να συνεχίσει μαζί μου, γιατί δεν πίστευε πως οι ταινίες αυτές ανταποκρίνονταν στις απόψεις που είχε για το σινεμά. Η επιτυχία τού «Με τη λάμψη στα μάτια» σιγούρεψε τη στάση του. Λίγο κατόπιν οι δουλειές του Θαλασσινού δεν του αφήναν περιθώρια ν’ ασχοληθεί μαζί μου. Τότε βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε άλλο άνθρωπο και το χειρότερο, πίστευα πως δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος που να με καταλαβαίνει. Έτσι πέρασα στη σκηνοθεσία. Πάλεψα όσο μπόρεσα, το αποτέλεσμα το ξέρεις: 4.000.000 δραχμές χρέος, αυτή ήταν η αμοιβή μου. Τρεις κλητήρες κάθε πρωί έξω απ’ την πόρτα μου κι από ολόκληρη την εταιρία έμεινε μονάχα ένα τηλέφωνο. Σ’ αυτήν την τραγική κατάσταση, ο Φίνος ήταν μια λύση. Του εκχώρησα όλες μου τις ταινίες. Τώρα του χρωστάω γύρω στα 2.000.000 και γυρίζω ταινίες για λογαριασμό του έναντι του χρέους.Όμως υπάρχει κι ο Κατσουρίδης. Μετά τον «Δρα Ζιβέγγο» πείστηκα ότι είναι ο καινούργιος μου άνθρωπος. Αφέθηκα σ’ αυτόν και αισθάνομαι μια σιγουριά. Φτιάχνουμε συμπαραγωγές και παρά τις επιμέρους διαφωνίες μας του μένω πιστός και θα του μένω για όσες ταινίες θελήσει. Ώσπου να βαρεθεί.

Είμαι δύσκολος στις σχέσεις μου. Δεν είμαι κοινωνικός τύπος. Ούτε μπορώ να ζω όπως η Λάσκαρη με δυο δημοσιογράφους στο κατόπι. Είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω, ας πούμε, γύρω από τη δουλειά μου κι αυτό φανερώνει πως δεν μπορώ να συνεννοηθώ εύκολα με τους ανθρώπους αν δε μου εμπνέουν εμπιστοσύνη. 

Το πέρασμά σου στη σκηνοθεσία σού δίνει κι ένα πρόσθετο δικαίωμα. Μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτήν την παρουσία σου;

Θα σου πω κάτι. Ο Κούνδουρος στη «Μαγική Πόλη», όταν πήγε να στήσει τη μηχανή έφαγε καρπαζιά με το κουτάλι. Δεν είχε ιδέα τι του γινόταν. Στο τρίτο γύρισμα ήτανε ξεφτέρι. Δασκάλευε και τους δασκάλους του. Αυτό σημαίνει πως περισσότερο μετράει αν έχεις κάτι μέσα σου για να πεις. Τα υπόλοιπα μαθαίνονται.Λοιπόν, εγώ, ο Θανάσης Βέγγος, είμαι ενστικτώδης άνθρωπος. Ίσως μέσα μου να μην υπάρχει τίποτε άλλο.Μπαίνω στο πλατώ και διαβάζω τη σκηνή που έχω να γυρίσω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω: η μηχανή εδώ. Αν με ρωτήσεις γιατί εδώ κι όχι εκεί, δεν ξέρω ν’ απαντήσω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η μηχανή θα σταθεί εδώ. Αφού τελειώσει η λήψη, δε θα γυρίσω να κοιτάξω πίσω. Η μηχανή στήθηκε εδώ, πάει και τελείωσε. Αν δω τη σκηνή στην οθόνη, ίσως να μη μ’ αρέσει. Την επόμενη φορά η μηχανή θα στηθεί σ’ άλλο μέρος. Εκεί που θα ‘μαι σίγουρος, χωρίς να ξέρω γιατί ότι πρέπει να στηθεί.

Μετά, δε μπορώ να χωνέψω τις ιστορίες του Θανάση, γραμμένες σ’ ένα χαρτί από έναν άνθρωπο που δεν έχει σχέση με το γύρισμα. Τελευταία με τον Κατσουρίδη το βάλαμε σε κάποιον δρόμο. Το σενάριο χτενίζεται από τρία χέρια μέχρι ν’ αρχίσουμε το γύρισμα. Στο τέλος το πετάμε στα σκουπίδια κι αυτοσχεδιάζουμε. Πίστεψέ με, τα πράγματα βγαίνουν μόνα τους. Τα τελευταία 300 μέτρα της «Ιουλιέττας» είναι γυρισμένα χωρίς σενάριο. Όλη η απαγωγή, το ανέβασμα στα κεραμίδια και ό,τι ακολουθάει, ήρθαν μόνα τους, σαν φυσικό επακόλουθο της τρέλας των δύο εραστών. Ξοδέψαμε 22.000 μέτρα νεγκατίφ για την ταινία, αλλά κάναμε αυτό που νομίζαμε σωστό. Δε στο κρύβω, ότι οι καλύτερες στιγμές μου στο σινεμά γυρίστηκαν χωρίς σενάριο. Η αρχή του «Δρα Ζιβέγγου», το ξύρισμα με το πλαίυ μπάκ του Κουρέα της Σεβίλλης στο «Ασύλληπτο Κορόιδο», η σκηνή με το γραμμόφωνο στην Περαία στο «Επιχείρηση Γης Μαδιάμ», είναι γυρισμένες με μια μηχανή στο χέρι. Αυτή η μηχανή πρέπει να’ ναι τρελή σαν τον Θανάση. Πέφτω στη θάλασσα, ανεβαίνω στους στύλους, κρεμιέμαι απ’ τα κεραμίδια, ό,τι έχει σημασία είναι ο Θανάσης. Αυτή είναι η απεικόνιση – όχι η προσφορά, δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι τέτοιο – ενός ανθρώπου που εκφράζει τις ανησυχίες μου. Στο ξαναλέω. Δουλεύω με το ένστιχτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, κα… … κι ο Θανάσης; …κανένα ταλέντο. Μόνο αυτή τη φάτσα, που, κοίταξέ την καλά και διάβασε. Εδώ είν’ αποτυπωμένη όλ’ η μιζέρια, όλ’ η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα. Κάποιο βράδυ με πλησιάζει εξ’ απ’ το σινεμά ένας γέρος. «Καλέ μου άνθρωπε», μου λέει, «είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Σ’ ευχαριστώ. Μόλις βγαίνω απ’ το σινεμά έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες». Αυτό το ‘καλέ μου άνθρωπε’ έγινε σήμα κατατεθέν του Θανάση.

Έτσι, αγαπητέ, φτιάχτηκε σιγά-σιγά ο Θανάσης. Παρατηρώντας τους ανθρώπους μέσα στο χώρο που κινούνται. Στις λαϊκές αγορές, στις γειτονιές, στα σινεμά κ.λπ. Είναι ψέμα να ισχυριστώ πως δεν απευθύνομαι σ’ αυτούς. Μόνο που τελευταία μου κάνουν νερά. Ενώ οι ταινίες μου δουλεύουν στα κεντρικά σινεμά και στην τελευταία προβολή, αντίθετα χάνουν στη συνοικία. Ενώ κερδίζω τους διανοούμενους που αρχίζουν να ασχολούνται μαζί μου – κι είναι αυτό κάτι σαν τιμή για μένα που προκάλεσα την προσοχή των ειδικευμένων κριτικών – αντίθετα η περιμετρική ζώνη αντιδράει στο καινούργιο μου πρόσωπο. Όμως, θα συνεχίσω, γιατί πιστεύω σ’ αυτό που κάνω. Και με το ίδιο πνεύμα θα προσπαθήσω να τους τραβήξω πάλι με το μέρος μου. Δε σταματώ, γιατί βλέπω τη δουλειά μου να καλυτερεύει κάθε τόσο. Είναι κέρδος και του κοινού.

— Μίλα μου για τους υπόλοιπους συνεργάτες… Είμαι δύσκολος στις σχέσεις μου. Σου είπα για το Γλυκοφρύδη και το Θαλασσινό. Το ίδιο τώρα με τον Κατσουρίδη. Δεν είμαι κοινωνικός τύπος. Ούτε μπορώ να ζω όπως η Λάσκαρη με δυο δημοσιογράφους στο κατόπι. Είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω, ας πούμε, γύρω από τη δουλειά μου κι αυτό φανερώνει πως δεν μπορώ να συνεννοηθώ εύκολα με τους ανθρώπους αν δε μου εμπνέουν εμπιστοσύνη. Κατά τα άλλα, προσπαθώ να τελειώνω τις δουλειές μου πριν με πάρουν είδηση. Σου δίνουν το σενάριο και μόλις ακούσουν πως θα το κοιτάξει κάποιος ειδικός, να το διασκευάσει για το σινεμά, φριάζουν, ωρύονται, σου λένε «αυτός ο άσχετος θα πιάσει το σενάριό μου»; Καταλαβαίνεις, με τέτοια νοοτροπία δε μπορείς να κάνεις εύκολα ό,τι θέλεις. Οι ιδέες όμως πάντα είναι δικές μου, μέσα απ’ τον ελληνικό χώρο. Κανένας μέχρι τώρα δεν μ’ έχει πει Κύριε Βέγγο. Για όλους είμαι ο Θανάσης.

— Σωστά. Βλέποντας όμως μια ταινία σου ξεχωρίζεις αμέσως τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στον Θανάση και τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας. Ενώ ο Θανάσης καταφέρνει να είναι κινηματογραφικός η υπόσταση των υπολοίπων δημιουργείται και παραμένει στο επίπεδο της πρόζας… 

Έχεις δίκιο. Τα σενάρια δεν με εξυπηρετούν εντελώς – αυτό σου το ‘πα. Η μηχανή στο χέρι και στο δρόμο: όλα λύνονται εκεί. Στο σενάριο είναι δοσμένη η αφορμή. Το πώς θα γυριστεί και το τι θα ειπωθεί πρέπει να βγαίνει επιτόπου, εκεί στο γύρισμα. Στην αρχή του «Ζιβέγγου» ο Κατσουρίδης με κυνηγούσε με τη μηχανή στο χέρι μέχρι που έπεσα στη θάλασσα. Μόνο που δεν μπορεί να γίνεται πάντα έτσι. Συμπιέζουμε το χρόνο. Κάποτε βρέθηκα σ’ απελπιστική θέση. Πηγαίνω στο Λαζαρίδη. «Θέλω ένα σενάριο» του λέω, «πάνω κάτω έτσι». Το γύρισμα έπρεπε να τελειώσει σε είκοσι μέρες. Καταλαβαίνεις ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δε μπορείς να δουλέψεις παραπάνω από μια δυο σκηνές, γιατί δε σε παίρνει ο χρόνος. Όλα τ’ άλλα πρόσωπα στέκουν. Αν δε μιλήσουν δεν υπάρχουν.

— Κι ο Θανάσης κάπου-κάπου δεν προσέχεται όσο θα ‘πρεπε. Μερικές φορές, ενώ ο δρόμος οδηγεί στην κοινωνική σάτιρα, οι βλέψεις του σεναρίου σταματούν στη φάρσα. Χάνεται έτσι η ευκαιρία να αποχτήσει μεγαλύτερο βάρος το έργο. Θυμάμαι τη σκηνή με το Μηλιάδη στο «Βέγγος για Όλες τις Δουλειές», όταν βρίσκεσαι κάτω απ’ το τραπέζι και ανακαλύπτεις την απάτη. Τα λόγια του Μηλιάδη, ενώ θαυμάσια μπορούν να χρησιμεύσουν σαν αφετηρία για μια κοινωνική κριτική, παραμένουν στα κατατοπιστικά στοιχεία που εξωτερικά μόνο βοηθούν το μύθο…

Έχεις δίκιο. Έτσι πρέπει να’ ναι όπως τα λες. Όμως δεν ξέρω. Δεν υπάρχει σου λέω χρόνος, κι ίσως, ταινία με ταινία, φτάσουμε μέχρι εκεί. Σίγουρα θα φτάσουμε. Βλέπεις, συνέχεια καλυτερεύει η δουλειά μας και μπαίνει σε κάποιον δρόμο.

— Πολλές φορές σε συνάντησα μέσα σε σινεμά όπου παιζόταν ταινία τέχνης. Αυτό μου έκανε εντύπωση… 

Ναι, αλήθεια, βλέπω πολύ σινεμά. Έξη με εφτά ταινίες τη βδομάδα. Δε γίνεται αλλιώς, εκεί μέσα καταλαβαίνεις καλύτερα τα πράγματα. Παίζω στο θέατρο επειδή έχω ανάγκη από λεφτά. Τίποτα δε με συγκινεί εκεί και δεν έχω σκοπό να συνεχίσω. Λοιπόν, κι ο Κούνδουρος έβλεπε πολύ σινεμά. Αυτό έχει αξία. Ξέρω πως είμαι πρωτόγονος, όσον αφορά τη νοοτροπία μου στο σινεμά, κι άλλη λύση από το ίδιο το σινεμά δεν υπάρχει για να βελτιωθώ. Τελευταία είδα το «Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ» του Μανθούλη. Δεν μ’ άρεσε πια ο Βέγγος εκεί μέσα. Τώρα θα έπαιζα διαφορετικά το ρόλο. Αυτό είναι κέρδος, δεν νομίζεις;

— Και βέβαια. Πες μου τώρα, ο χαρακτήρας «Θανάσης» τι προσφέρει σε μια κοινωνία σαν τη δική μας; 

Τι προσφέρει; Τι να σου πω… Δεν ξέρω.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος τον Ιούνιο του 1970 και ψηφιοποιήθηκε στο μπλογκ “

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ 

Δεν θα σας στοιχίσω τίποτα!», απάντησε στην πρόταση για γεύμα. «Δυστυχώς, δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου από το σπίτι». Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ενας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό – κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα. Αισθητικά και πρακτικά (να μη φθαρεί η στόφα) παραπέμπει σε άλλες εποχές. Ενα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα. Σπίτι που έχει διασχίσει αλώβητο τις δεκαετίες, με ζωή πυκνή, οικογενειακή. «Καθίστε όπου θέλετε», η προτροπή. «Να μη σας ξεβολέψω», λέω, καταλαβαίνοντας ότι η θέση του είναι δεδομένη. «Αστειεύεστε;», αποκρούει με ένα ανυπόκριτο αίσθημα φιλοξενίας και μου υποδεικνύει την αναπαυτική μπερζέρα.

«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην “Ψυχή βαθιά” του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο.

Εσωτερικά χιλιόμετρα 

‘O ταν τον συναντήσαμε πριν από 10, περίπου, χρόνια, στα γυρίσματα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ολα είναι δρόμος», στο Δέλτα του Εβρου, αρνήθηκε το μαγνητόφωνο ευγενικά, αλλά και αδιαπραγμάτευτα. Διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Ετρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300… Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Όλο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο ‘κει…», έλεγε τότε. Τώρα, παίρνει θέση στον καναπέ, τα χιλιόμετρα που διανύει είναι εσωτερικά, ο χρόνος έχει αποκτήσει σχετικότητα, οι ημερομηνίες δηλώνονται κατά προσέγγιση. Δεν κρύβει τα προβλήματα υγείας, δέσμιος σε ένα σώμα που δεν ακολουθεί τις διαθέσεις του.

Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες, να γινόμαστε από δύο, τρεις όταν η σύζυγός του Ασημίνα εμφανίζεται για να σερβίρει, να διορθώσει διακριτικά μια ημερομηνία, να θυμηθεί την πρώτη τους συνάντηση.

Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες. 

Πώς να βάλεις εξάλλου σε μια σειρά πάνω από 120 ταινίες, θεατρικούς ρόλους, τηλεοπτικές εμφανίσεις, μια ζωή και ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο αποτυπώνονται η πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας, η οδύσσεια του Νεοέλληνα που ελπίζει και αποτυγχάνει, που ονειρεύεται και απογοητεύεται. Αλλά συνεχίζει να πορεύεται.

«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: “Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις”. Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Ύστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.

Ο χρόνος κράτησε ανέπαφη αυτήν την πτυχή του Θανάση Βέγγου.

Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.

«Θα πάρετε κάτι;»

«Νερό, ευχαριστώ πολύ»

«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.

«Ο μόνος καφές που υπάρχει στο σπίτι είναι ελληνικός», συμπληρώνει εκείνη.

«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη». Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Έπρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: “Το παρόν ονομάζεται φαντάρος”». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ήταν πέντε τάγματα. Ήμουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Έπρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

Η αλήθεια μιας εποχής Πηγή: 

O θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το”, έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. “Κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ’ αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση”. Πράγματι στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Ορθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια. “Είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;”. “Δάσκαλε: Δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά…”».

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ως σήμερα: «μακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι’ αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι’ αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β’ κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ, αλλά από ανάγκη. Όσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: χαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της. Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου».

Από τη ζωή μου κρατάω ότι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω. 

‘Oμως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.

Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ώς την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος…», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει»., παρατήρησε. «Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες»

– Η πιο χαρακτηριστική φράση της καριέρας σας είναι η προσφώνηση «Καλέ μου άνθρωπε…». Την πιστεύετε; 

Για όνομα του Θεού! Καθόλου… Τότε, θα μου πείτε, γιατί το έλεγα… Έρχεται ο καφές δίνοντας χρόνο για ανασύνταξη. «Στην υγειά σας. Και στην υγειά της Ιωάννας (Καρυστιάνη) και του Παντελή (Βούλγαρη). Τους αγαπάμε πάρα πολύ», εύχεται η κυρία Ασημίνα, τακτοποιώντας στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση το κέικ (που είχα υποσχεθεί πως θα φέρω συμβάλλοντας στον πρωινό καφέ), κουλούρια, ένα μπολ με σοκολατάκια υγείας. «Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια… Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Ότι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

– Πόσα χρόνια είστε μαζί; 

45… Πώς είπατε;, διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.

– Πώς γνωριστήκατε; 

Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.

– Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο. 

Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν… Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος .

Mισό αιώνα στον χώρο του θεάματος. 

Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν την τόση εντιμότητα και αφοσίωσή του στην οικογένεια σχεδόν ως παραδοξότητα. Γι’ αυτό και η ερώτηση «τι ρόλο έπαιξαν οι γυναίκες στη ζωή σας», απλώνει ένα ανεπαίσθητο κόκκινο στο πρόσωπό του. Είμαστε 52 χρόνια μαζί. Μιλάμε για λατρεία.

– Ναι, αλλά ασκείτε και ένα επάγγελμα που, ας πούμε ότι, δεν βοηθάει τις μακροχρόνιες σχέσεις, επιμένουμε.

Έχετε δίκιο. Αλλά για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Δεν προλάβαινα κιόλας!

– Χαλαρώνατε ποτέ; Όχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά… – Τι σας ενοχλεί σε αυτό; Ότι καταφθάνει η ώρα μηδέν…

Η μέρα είναι φωτεινή. Κοιτάει έξω από το παράθυρο, στο βάθος του ορίζοντα. Τρώει με προσοχή λίγο κέικ. Η παύση, αναγκαία. Η κυρία Ασημίνα έχει αποσυρθεί στα ενδότερα. Η στιγμή δεν έχει ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία, ούτε αιχμές. Μόνο ησυχία.

– Ποιο ήταν το καύσιμο για τη δική σας μηχανή; Το δικό σας «κάρβουνο» για να συνεχίσετε;

Απαντά χωρίς να σκεφτεί: «Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ήθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.»

Ήταν, άραγε, κάτι που ήθελε να αφήσει πίσω του ή κάτι που επιδίωκε να συναντήσει μπροστά του; Διατυπώνω περισσότερο μια σκέψη παρά ερώτηση. «Αφήνω σε εσάς την απάντηση», αποκρίνεται στον ίδιο τόνο.

«Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ίσως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν “κύριε Βέγγο”. Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ένας λαϊκός άνθρωπος ήμουν.»

Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του.

– Τι δεν αντέχετε περισσότερο;

Την υποκρισία και την ψυχική μιζέρια. Αυτό, το εσωτερικό στρίμωγμα στους ανθρώπους.

– Ποιο είναι το μεγάλο δώρο που πήρατε από τη ζωή; 

Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το ’27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.

– Έχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως; 

Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.

Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού, όταν δεν είναι κοντά του.

– Τι κρατάτε από τη ζωή σας; 

Ότι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή

15 σκέψεις σχετικά με το “Αληθινές ιστορίες! Θανάσης Βέγγος: «Με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις»”

  1. Αν καί ενδιαφέροντα όλα τα δημοσιευθέντα κείμενα, επί του προκειμένου εμένα δεν μου αρέσει ως ηθοποιός ο Βέγγος. Αντιθέτως, μου αρέσουν άλλοι, όλως διάφοροι ηθοποιοί. Λόγου χάριν, μου αρέσει ο Νικόλαος Ξανθόπουλος, ο Κωνσταντίνος Πρέκας, ο Νικόλαος Κούρκουλος κ.λ.π. ως ένα δείγμα ηθοποιών της προτιμήσεώς μου. Καί το σημειώνω αυτό, εκφράζοντας απλώς τις προτιμήσεις μου βάσει του είδους των ταινιών επί των οποίων πρωταγωνίστησαν.-

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Σεβαστό ότι δεν σας αρέσει ο Βέγγος (κι εγώ δεν αρέσκομαι σε όλες τις επιλογές του) όπως και σεβαστό ειναι ότι σας αρέσουν οι άλλοι τρεις που αναφέρατε. Το γιατί το κάνατε σχόλιο σε ένα κείμενο που αφορά τον Θανάση Βέγγο δεν γίνεται αντιληπτό. Η αυτοαναφορικότητα σας χτύπησε ταβάνι.

      Μου αρέσει!

      1. Δεν μου αρέσει ο Βέγγος, διότι έχει έναν αρνητισμό καί μίαν απαισιοδοξίαν επί των έργων του, μίαν παθητικότητα καί μίαν υποτακτικότητα. Το ίδιον ακριβώς έχει καί ο Καζαντζίδης επί των ασμάτων του, όπως καί πολλοί άλλοι καλλιτέχνες. Ως εκ τούτου, αυτήν ακριβώς την απαισιοδοξίαν, μοιρολατρίαν, υποτακτικότητα καί παθητικότηταν, προσωπικώς τις απεχθάνομαι. Αντιθέτως προτιμώ την αγωνιστικότητα, την μαχητικότητα, την επιμονή κ.λ.π. εκ των ταινιών. Εξ αυτού ακριβώς καί η αιτία των επιλεγέντων εκ μέρους μου ηθοποιών.-

        Αρέσει σε 1 άτομο

        1. O Θανάσης Βέγγος με τη στάση του ως καλλιτέχνης (θυμίζω την εταιρεία παραγωγής του) όσο και τη δημόσια μετριοπαθή εικόνα του μόνο μοιρολατρία δεν έδειξε. Ο Στέλιος Καζαντζίδης επίσης με την πορεία του μόνο το δουλάκι δεν έκανε, ασχέτως των όποιων άστοχων κινήσεων του προς το τέλος της ζωής του. Το ότι μπορεί να μην θέλετε τα λεγόμενα μινόρε είναι απόλυτο δικαίωμα σας, δεν σας ζήτησα το λόγο. Το γιατί το κάνετε σε ένα άρθρο που αν μη τι άλλο την καλλιτεχνική μοναδικότητα και τιμιότητα του Βέγγου σας ρώτησα. Όπως και να έχει καλή σας ημέρα!

          Μου αρέσει!

      2. Ας απαντήσω λοιπόν επί των ενστάσεων.
        (1)(α) Τίμιοι είναι όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες ηθοποιοί, εκτός αν μπορείς να προβάλεις κάποιον ως περίπτωσιν περί του αντιθέτου. Άρα, δεν είναι ίδιον γνώρισμα του Αθανασίου Βέγγου.
        (β) Μετριοπαθείς επίσης δημοσίως είναι όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες ηθοποιοί, εκτός αν μου προβάλεις κάποιον ως περίπτωσιν περί του αντιθέτου. Άρα, δεν είναι ίδιον γνώρισμα του Αθανασίου Βέγγου.
        Άρα, τα δύο επίμαχα γνωρίσματα, δεν αρκούν περί της επιλογής του. Μπορεί να του προσκομίζουν το προσόν του ηθικού καί του τιμίου, αλλά δεν του προσκομίζουν απαραιτήτως καί το προσόν του αξιολόγου ηθοποιού. Έτερον εκάτερον.
        (2) Ουδόλως με απασχολεί πώς ονομάζεται το είδος της επίμαχης μουσικής. Το θρηνητικόν ύφος της μουσικής είναι όλως απαράδεκτον. Εξ άλλου, έχουμε άλλα είδη Ελληνικής μουσικής, αξιολογότατα, όπως είναι:
        (α) τα δημοτικά άσματα,
        (β) οι παραλογές,
        (γ) τα ακριτικά,
        (δ) τα ιστορικά,
        (ε) τα κλέφτικα,
        (στ) τα παραδοσιακά άσματα των διαφόρων περιστάσεων όπως:
        (i) του γάμου,
        (ii) της ξενιτιάς,
        (iii) της τάβλας,
        (ζ) της Εθνικής Αντιστάσεως,
        Καί προφανώς υπάρχουν άσματα ήδη από την εποχή της Αρχαίας Ελλάδος, ενώ μπορείς μάλιστα σχετικώς να ακούσεις επί του youtube την απαγγελίαν των Ορφικών καί των Ομηρικών ύμνων καί την εκτέλεσίν τους κατά τις τελετές των Ελλήνων δωδεκαθεϊστών. Άρα, κατανοείς ότι με τέτοια μουσική παιδεία καί με τέτοιο μουσικό υπόβαθρο, δεν χρειαζόμαστε το θρηνητικό ανατολίτικο ύφος επί της Ελληνικής μουσικής. Αν δυσαρεστείσαι από την θέση μου, πρόβλημά σου, αλλά οφείλεις να διερωτηθείς κατά πόσον επί τέλους, η Ελληνική μουσική παράδοση κατ’ ελάχιστον τεσσάρων χιλιετιών, πρέπει να διαγραφεί, προς διατήρησιν μίας εισαχθείσης ανατολίτικης θρηνητικής ιδεολογίας καί κάποιας δυτικής ξενομανίας κάποιων δεκαετιών. Αυτό είναι το ουσιαστικόν, μέγιστον ερώτημα περί της Ελληνικής μουσικής καί του Ελληνικού θεάτρου, μακράν των όποιων αχρήστων ηθικολογιών. Τα συμπεράσματα δικά σου.-

        Αρέσει σε 1 άτομο

        1. Απαντάς μόνο στα γύρω γύρω και όχι στο βασικό που σε ρώτησα από την αρχή. Για ποιο λόγο ήρθες να πεις τις επιλογές σου περί άλλων ηθοποιών σε blog που έχει άρθρο για τον Βέγγο. Τα υπόλοιπα μπήκαν μετά στην κουβέντα και αν θες συζητάμε επι αυτών ξεχωριστά. Δεν απαντάς περί του εγωτισμού σου.

          Μου αρέσει!

      3. Επειδή φίλτατε Αννίβα διερωτάσαι, θα σου απαντήσω ευθαρσώς καί ό,τι γράψω κατωτέρω εμπέδωσέ το, προς γνώσιν καί συμμόρφωσιν επί τέτοιων μειζόνων θεμάτων.
        (1) Απαντώ πάντα με τον τρόπον μου, όπως ακριβώς δικαιούμαι καί όπως δικαιούνται όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες.
        (2) Παρέθεσα τα παραδείγματα των άλλων ηθοποιών καί αοιδών, επειδή θέλησα να κατανοηθεί τί αποδέχομαι καί τί απορρίπτω αξιακώς. Χάριν αυτού απαιτήθηκε η παράθεση των επιμάχων ονομάτων ως ενδεικτικών παραδειγμάτων, διότι θα μπορούσα να παραθέσω καί άλλα.
        (3) Το αφιέρωμα προς κάθε πρόσωπον οφείλεις να γνωρίζεις, ότι δεν μένει αναπάντητον αλλά διαχρονικώς απαντάται από τους υπερμάχους καί τους αντιπάλους του.
        (4) Λέξη «εγωτισμός» δεν υπάρχει γλωσσικώς. Αν εννοείς «εγωισμός», προφανώς επί του προκειμένου συγχέεις τα όρια, διότι επί του προκειμένου, η άσκηση ενός νομίμου δικαιώματος, όπως η εκδήλωση ευαρεσκείας προς τα αναρτώμενα άρθρα εκ μέρους κάθε μέλους, είναι αναφαίρετον δικαίωμά του καί δεν θίγει τους άλλους. Ας το πράττουν καί τα λοιπά μέλη προς τα άρθρα τους. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει κάτι άλλον προς απάντησίν σου επί του προκειμένου καί ως εκ τούτου αναμένω τις σαφέστατες απαντήσεις σου, μακράν των όποιων αχρήστων ηθικολογιών σου.-

        Αρέσει σε 1 άτομο

        1. Για αρχή και παραβλέπωντας το αφ υψηλού αν όχι σαρκαστικό στυλάκι τσέκαρε παρακάτω για το α;ν υπάρχει η λέξη «εγωτισμός» ή όχι (μιας και δεν εχεις λεξικο όπως φαίνεται στο σπίτι σου δίνω μερικά ηλεκτρονικά πατήματα) http://www.kathimerini.gr/824159/opinion/epikairothta/politikh/o-e8nikos-egwtismos όπως και http://greek_greek.enacademic.com/41875/%CE%B5%CE%B3%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 Για τα υπόλοιπα θα επανέλθω διότι τώρα δουλεύω

          Μου αρέσει!

      4. Φίλτατε Αννίβα, επί του προκειμένου, όταν γράφεις κάτι, οφείλεις να το τεκμηριώνεις, καθώς έτσι επιτάσσουν οι κανόνες της εντίμου συζητήσεως. Επί του προκειμένου, δεν τεκμηρίωσες τα λεγόμενά σου. Επίσης, ο επίμαχος όρος εκ του Γάλλου Σταντάλ, προφανώς είναι βλακωδέστατος, διότι αρνείται την έννοιαν της αυτοβελτιώσεως, εντάσσοντάς την ως ένα τμήμα στον κατ’ αυτόν ανύπαρκτον «εγωτισμόν», ενώ ακόμα καί την προσωπικήν προσπάθειαν των ανθρώπων περί «θεώσεως» μέσω της εφαρμογής κάποιων ηθικών κανόνων της όποιας θρησκείας ή της όποιας πολιτικής ιδεολογίας την εντάσσει στον φανταστικόν κατ’ αυτόν «εγωτισμόν». Πάντως, ευχαριστώ περί της ενημερώσεώς σου περί του συγκεκριμένου όρου, διότι τον αγνοούσα, καθώς ουδείς μπορεί να γνωρίζει τα πάντα. Πάντως, ενδιαφέρον είναι ότι ο επίμαχος διανοούμενος περί της επινοήσεως του επιμάχου όρου, κατέφυγε στην Ελληνική γλώσσα. Επίσης, καλόν είναι να ξέρεις ότι αποφεύγω γλωσσικώς τους ιδιωματισμούς, τις όποιες διαλέκτους κ.λ.π. καί τηρώ την μέσην οδόν επί της γλωσσικής εκφράσεώς μου. Άρα, ούτε αλαζονικόν ούτε ειρωνικόν ούτε υβριστικόν ύφος διαθέτω κατά τις εκφράσεις μου καί μπορείς να το δεις επί των κειμένων μου. Άρα, καλόν είναι να προσέχεις περισσότερον τί καί πώς γράφεις όταν μου απαντάς.-

        Αρέσει σε 1 άτομο

        1. «Με λένε Ρίζο και όπως θέλω τα γυρίζω’ αυτό έχω να σου πω αγαπητέ επί της λογικής σου στη συζήτηση. Πρώτα βγάζεις τον άλλο αδαή και ότι συγχέει όρους (πριν καν τσεκάρεις αν υπάρχει κάτι ανάλογο), μετά χαρακτηρίζεις ως «άχρηστη’ την ‘ηθικολογία του» (βλέπε βάζεις όρους εσυ στη συζήτηση για το τι είναι χρήσιμο και κατηγορείς τον άλλο για ηθικολογία ενώ αυτό που κάνεις σε μια σειρά μυνημάτων εξαρχής είναι να πλασσάρεις μια ηθική περί της ελληνικής διατομής λόγου/σκέψης/άποψης/γνώσης. Επίσης το αν ομιλείς όχι με ιδιωματισμούς κλπ ποσώς με αφορά. Είναι ζήτημα δικό σου και δεν καταλαβαίνω πως έμπλεξες την «έκφραση» με τον «κώδικα» ως έννοιες. Τσέκαρε παραπάνω στα μυνήματα σου το πόσο αλαζόνας φαίνεσαι και μετά έλα να μου ξαναπείς για το μειλίχιο ύφος σου. Την καλημέρα μου και άμε στην ευχή της Παναγίας.

          Μου αρέσει!

      5. Φίλτατε Αννίβα, σου απαντώ ευθύς αμέσως τα κάτωθι.
        (1) Γενική αρχή επί των συζητήσεων είναι ότι όποιος υποστηρίζει ορισμένην θέσιν οφείλει να την τεκμηριώνει. Δεν υποχρεούται προς τούτον ο αμφισβητίας ή καί ο αρνητής επί της επιμάχου θέσεως.
        (2) Εφ’ όσον ένας όρος δεν είναι επιστημονικός, απτόμενος ορισμένης ηθικής αντιλήψεως είναι «άχρηστος ηθικολογία», διότι δεν υπάρχει κοινώς αποδεκτή ηθική εκ μέρους όλων των ανθρώπων, αλλά διαφέρει λόγω των επί μέρους εθνικών, θρησκευτικών, φυλετικών, οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών, ηλικιακών, επαγγελματικών καί ποικίλων άλλων δεδομένων τους.
        (3) Σαφεστάτως καί σε αφορά η αποφυγή των ιδιωματισμών κ.λ.π. εκ μέρους μου, καθώς βάσει της ισχυούσης νομοθεσίας θεσπίζεται ακριβώς αυτό. Μάλιστα, σου παραθέτω ευθύς αμέσως καί την σχετική διατύπωσιν όλως ενημερωτικώς, ώστε να δω τί ακριβώς θα μου απαντήσεις.
        Άρθρον 2
        1. Γλώσσα διδασκαλίας, αντικείμενον διδασκαλίας καί γλώσσα των διδακτικών βιβλίων εις όλας τάς βαθμίδας της Γενικής Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976-1977 η Νεοελληνική.
        2. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα εις πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του Ελληνικού Λαού καί των δοκίμων συγγραφέων του Έθνους Δημοτική, συντεταγμένη, άνευ ιδιωματισμών καί ακροτήτων.

        Πηγή: Άρθρον 2 του νόμου 309/1976 Φύλλον Εφημερίδος Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) Α΄100 της 30ής Απριλίου 1.976μ.α.χ.χ.
        καί διαδικτυακώς http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wEE8HdDZpIXTHdtvSoClrL8qZcZTSsH80R5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K–td6SIueaOB3dwn5DlLtM05wKk00lXiaYh-_UdMb_Akrg5rqok
        Άρα, όπως κατανοείς, εγώ προσωπικώς τηρώ τον ψηφισθέντα νόμον καί ουδέν πλέον αυτού. Αν τώρα εσύ εξ αυτού δυσαρεστείσαι, προφανώς ουδόλως με απασχολεί. Φρόντισε λοιπόν επί του προκειμένου να προσαρμόζεσαι στα σχετικά δεδομένα. Επίσης, υπάρχει καί κάτι ακόμα εξ ίσου σημαντικόν επί του θέματος. Η διαδικτυακή πηγή σου, ειδικώς η ιστοσελίδα την οποίαν παραθέτεις περί επινοήσεως της επιμάχου λέξεως εξ ενός Γάλλου, δεν παραθέτει σχετικήν βιβλιογραφίαν προς τεκμηρίωσιν της θέσεώς της καί άρα οφείλουμε να επιφυλασσόμαστε αν δεν την απορρίπτουμε.
        Αναμένω πλέον τις σαφέστατες απαντήσεις σου επί των θέσεών μου. Τα συμπεράσματα δικά σου.-

        Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Φίλτατε Αννίβα, επειδή εκτιμώ την προσπάθειάν σου προς τεκμηρίωσιν της θέσεώς σου, θα σου πω τί ακριβώς εννοώ περί απουσίας βιβλιογραφίας, ώστε να παύσεις να ταλαιπωρείσαι αδίκως.
    Η Ελληνική γλώσσα ήδη από χιλιετιών, διαθέτει πλείστα κείμενα, μεταξύ των οποίων καί λεξικά. Εάν λοιπόν κατορθώσεις να μου προσκομίσεις απτές πηγές περί της υπάρξεως της επιμάχου λέξεως εξ αυτών ακριβώς των πηγών, τότε θα δεχθώ την ύπαρξίν της. Δηλαδή, εάν καί εφ’ όσον αποδείξεις ότι καταγράφεται σε κάποιο εκ των κάτωθι λεξικών:
    (1) Στεφάνου Βυζαντίου Λεξικόν Ελληνικόν,
    (2) Γαζή Ανθίμου Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης,
    (3) Δημητράκου Δημητρίου Νέον Ορθογραφικόν καί Ερμηνευτικόν Λεξικόν,
    (4) Κοφινιώτου Ευαγγέλου Λεξικόν Ομηρικόν,
    (5) Κωνσταντινίδου Α. Λεξικόν μυθολογίας καί ιστορίας,
    (6) Λιβέρη Αγγέλου Τα επίθετα του Ομήρου καί η ερμηνεία καί σημασία αυτών,
    (7) Λορετζάτου Παναγή Ομηρικόν Λεξικόν,
    (8) Παπέ Γουλλιέλμου-Στεφάνου Ερρίκου-Πασσόβ Φραγκίσκου Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης,
    (9) «Πρωΐας» Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης,
    (10) Σκαρλάτου Βυζαντίου Λεξικόν Ελληνικής γλώσσης-Λεξικόν Νέον-Αρχαίον-Γεωγραφικόν
    (11) Hofman J. Ετυμολογικόν λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής
    (12) Ανδριώτου Νικολάου Νικολάου Ετυμολογικόν λεξικόν της κοινής Ελληνικής
    (13) Λεξικόν Σουΐδας (8 τόμοι)
    (14) Αρποκρατίωνος Λέξεις των δέκα ρητόρων
    (15) Ησύχιος Συναγωγή πασών λεξεων κατά στοιχείον (5 τόμοι)
    (16) Πολυδεύκης Μέγα ονομαστικόν (2 τόμοι)
    (17) Στέφανος Βυζάντιος Εθνικά (2 τόμοι)
    (18) Φώτιος Λέξεων συναγωγή (3 τόμοι)
    (19) Λεξικόν Lidell-Scott-Κωνσταντινίδη
    Καθώς καί όλα τα λεξικά των προγενεστέρων εποχών.
    Επίσης, πρέπει να μου απαντήσεις καί κάτι ακόμα. Εφόσον ο εγωισμός καί ο προσφάτως επινοηθείς «εγωτισμός» έχουν ακριβώς την ιδίαν σημασίαν, δηλαδή τις έννοιες (1) της φιλαυτίας ενός εκάστου ανθρώπου, (2) της ατομοκρατίας επί φιλοσοφικού επιπέδου, (3) της αλαζονίας, τίνι λόγω πρέπει να δεχθούμε την νεωτέραν επινόησιν του λήμματος «εγωτισμός»; Εξ άλλου δεν ευσταθεί ούτε καν γλωσσικώς, καθώς η λέξη «εγωισμός» ετυμολογείται από την αντωνυμία «εγώ» καί την κατάληξιν «-σμός». Δηλαδή «εγώ»+»-σμός»=>»εγωϊσμός». Άρα, το πρόσθετον «τ» ώστε να προκύψει το λήμμα «εγωτισμός», πόθεν ακριβώς προκύπτει φίλτατε Αννίβα; Κατανοείς λοιπόν, ότι επί του προκειμένου έχω μείζονες γλωσσικές ενστάσεις βάσει των οποίων απορρίπτω γλωσσικώς την επίμαχον επινόησιν, έως ότου μου τις απαντήσεις πειστικοτάτως.-

    Αρέσει σε 1 άτομο

Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s