olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

Ο «ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΜΑΤΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»

Posted by olympiada στο Απρίλιος 5, 2018

37287DFB-F4B8-4A47-B35E-2812B995E279Μια ιδιόμορφη «Αναφορά στον Γκρέκο» για την Δικαιοσύνη

Το υπέροχο άρθρο του Καθηγητή και νυν ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλου στο περιοδικό «Επίκαιρα» τ. 241 της 29/5/2014

​Στο τέλος της φετεινής Μεγάλης Εβδομάδας, λίγο πριν την έναρξη της Ακολουθίας της Ανάστασης, ένοιωσα πως οι πακτωμένες μνήμες για τους συμβολισμούς της περιόδου του Θείου Πάθους είχαν, απότομα, σιγήσει. Στη θέση τους ένα άλλο, πρωτόγνωρο, οικοδόμημα συναισθημάτων ερχόταν να βάλει, μάλλον για τα καλά, τα θεμέλιά του. Κι ήμουν βέβαιος πως δεν ήταν οι ξαφνικές, «θυμωμένες», ανοιξιάτικες μπόρες -οι οποίες εκθρόνισαν, σχεδόν βίαια, τους ήπιους εσπερινούς του Απριλίου- που ευθύνονταν γι’ αυτή την αλλαγή. Κάτι άλλο, πιο βαθύ μα και πιο δυσοίωνο, την προκάλεσε. Κάτι που έμοιαζε με βαριά άγκυρα, έτοιμη να ποντίσει την ψυχή σ’ άγνωστο βυθό τυλιγμένη στο βένθος της μοιραίας ανατροπής, με τη μορφή της ανελέητης αβεβαιότητας.
I. Από τα παιδικά μου χρόνια, οι συμβολισμοί της Εβδομάδας των Παθών ήταν κτισμένοι με τα ίδια πάντα βότσαλα αναμνήσεων και στην ίδια πάντα αμμουδιά συναισθημάτων: Την αμμουδιά της αναπτερωμένης ελπίδας, όπου το κύμα της ψυχής απιθώνει το κερί με το ανέσπερο φως της Ανάστασης, καθώς το συνοδεύουν πλέοντας γύρω του τα τρυφερά ακόμη άνθη του Επιταφίου. «Κύματι θαλάσσης τὸν κρύψαντα», κατά τον Ειρμό της πρώτης Ωδής στον Αναστάσιμο Όρθρο.
Αυτά τα βότσαλα…
– Κατά την Εσπέρα της Κυριακής των Βαΐων, μέσα στην πνευματική πανδαισία της Ακολουθίας του Νυμφίου, πριν απ’ όλα το βότσαλο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, με δύο αιχμηρές απολήξεις: Την παραβολή της «ξηρανθείσης συκής», βασισμένη στην οργισμένη κρίση του Ναζωραίου, που παραπέμπει και σε απόφαση δικαστή: «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα». Και την απαράμιλλη στοχαστική απόφανση: «Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν ». Και μαζί με το Ευαγγέλιο, τα δύο λαμπερά πετράδια της εκκλησιαστικής υμνολογίας: Το Τροπάριο του Νυμφίου, που σε ήχο πλάγιο τέταρτο «ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Και το Εξαποστειλάριο του «κεκοσμημένου νυμφώνος,» που σε ήχο τρίτο εκλιπαρεί, «λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς».
– Τέσσερις νύχτες μετά, την Εσπέρα της Μεγάλης Πέμπτης, το βότσαλο του σπαρακτικού Αντιφώνου που, μεταξύ πέμπτου και έκτου Ευαγγελίου, αναγγέλλει πένθιμα «τρις» στην, ως συνήθως, ανύποπτη Οικουμένη: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας».
– Και την επόμενη Εσπέρα, εκείνη της Μεγάλης Παρασκευής, το βότσαλο του εγερσίνεκρου στίχου από την Τρίτη Στάση, όπου η Παναγία, απλή τραγική μάνα για μια και μόνη στιγμή, μοιρολογεί σε ήχο τρίτο το νεκρό παιδί της: «Ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδυ σου το κάλλος;»
II. Να όμως που φέτος, απροσδόκητα, κι ακριβώς την ώρα της σωτήριας πρόσκλησης –και πρόκλησης- «δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός», λες και οι παλιές, στοιχειωμένες σε συνείδηση και υποσυνείδητο, αναμνήσεις από τη διδαχή του Θείου Πάθους διαλύθηκαν. Το ταμίευμα της ως τότε αναλλοίωτης, οιονεί αειθαλούς, παιδικής μνήμης άδειασε.
Στη θέση του είχε εγκατασταθεί, ανεπαίσθητα, η επαληθευόμενη, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο που διαβάζεται έβδομο την Εσπέρα της Μεγάλης Πέμπτης, ρήση του Προφήτου: «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Τίποτε άλλο. Κι αυτή η, μοναδική πια, μνήμη δεν προοιωνιζόταν κάποιο ίχνος ελπίδας. Θύμιζε μάλιστα παράξενα τον «ἐσμυρνισμενον οἶνον», που κατά Μάρκον, στο έκτο Ευαγγέλιο της Μεγάλης Πέμπτης πάντα, οι στρατιώτες-δεσμοφύλακες του Ιησού «ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν. ὁ δὲ οὐκ ἔλαβεν.». Θύμιζε επίσης το στίχο του Οδυσσέα Ελύτη, από τη «Μαρίνα των βράχων» στους «Προσανατολισμούς» του: «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη».
Αντί για το φως της Ανάστασης του Κυρίου, που εκτεινόταν στο χώρο σαν ρυάκι όπου έρρεαν οι εξαγνιστικές φλόγες των κεριών, τα οποία άναβαν το ένα μετά το άλλο δένοντας την αλυσίδα της αγάπης, η σκέψη, όμοια έφηβο άτι που μόλις έχει κόψει το στενάχωρο χαλινάρι, ταξίδεψε μονομιάς μακριά, στο Τολέδο. Και στάθηκε μπροστά στο Σκευοφυλάκιο του Καθεδρικού Ναού όπου ο Γκρέκο, ο κατά κόσμον Δομίνικος Θεοτοκόπουλος εκ Χάνδακος Κρήτης ορμώμενος, χάραξε την τέχνη του και την ψυχή του στην ελαιογραφία του (1577-1579) «Εσπόλιο: Ο Διαμερισμός των Ιματίων του Χριστού». Τι πίνακας κι αυτός, που από κοινού με την «Ταφή του Κόμητος Οργκάθ» (1586-1588) στήνει στέρεη εικαστική γέφυρα ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Δύση, όπου το χρώμα κυριαρχεί, καταλυτικά και αδιάλειπτα, έναντι της γραμμής! Θαρρείς και ο Γκρέκο αποτύπωσε σε τούτο τον πίνακα, ανεξίτηλα αλλά και κάπως υπεροπτικά, την «εκδίκησή» του απέναντι στον Μιχαήλ Άγγελο για την αναγκαστική φυγή του από τη Ρώμη και το εμβληματικό Παλάτσο του Καρδιναλίου Φαρνέζε. Και τι δεν άκουσε ο «δείξας» -προσφιλής υπογραφή του νεαρού Θεοτοκόπουλου, όταν ακόμη ζωγράφιζε ως χαρισματικός «μαΐστρος» στον Χάνδακα- για το «Εσπόλιο», από τους εκκλησιαστικούς κύκλους του Τολέδο! Τόσο για τις τρεις Μαρίες, στο κάτω αριστερό μέρος του πίνακα, που δεν τις αναφέρουν μεν τα Ευαγγέλια, πλην όμως ο Γκρέκο τις εμπνεύσθηκε –με την ελευθερία της τέχνης και, ίσως, για να τονίσει την ανθρώπινη πτυχή του Ναζωραίου εκείνη τη στιγμή- από τους «Στοχασμούς πάνω στο Θείο Πάθος» του Αγίου Μποναβεντούρα… Τις Μαρίες, με τον λαμπερό κίτρινο του μανδύα να παραπέμπει στο χρυσαφένιο φως της Ανάστασης… Όσο και για το ότι «τοποθέτησε» πάνω από τον Ιησού τους δεσμοφύλακές του, που αμέσως μετά τον κάρφωσαν στο Σταυρό. Ήθελαν, φαίνεται, να «ξεχνούν» οι επικριτές του και τη δεσπόζουσα θέση του Υιού του Θεού στον πίνακα, αλλ’ ακόμη και την στοιχειώδη έννοια της προοπτικής στη ζωγραφική…
Σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων, το «Εσπόλιο» θα μείνει «ιερό σφάγιο» στο βωμό της αιωνιότητας της τέχνης, μεταξύ άλλων: Για το εκτυφλωτικό πορφυρό χρώμα του μανδύα του Ναζωραίου. Ένα χρώμα που ανακαλεί στη μνήμη το αίμα, αλλά και τη δαμασκηνή πορφύρα του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, αφού μ’ αυτήν οι σταυρωτές του θέλησαν να «λοιδορήσουν» τον Θεάνθρωπο. Κατά το προμνημονευόμενο Αντίφωνο της Εσπέρας της Μεγάλης Πέμπτης: «Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τόν οὐρανόν ἐν νεφέλαις». Αλλά και για το τριμμένο σχοινί, με το οποίο ο δεσμοφύλακας κρατάει τον Ιησού από τον καρπό του. Ένα εύθραυστο σχοινί που συμβολίζει από τη μια πλευρά την ευκολία, με την οποία ο Υιός του Θεού θα μπορούσε ν’ αποφύγει το μαρτύριο. Και από την άλλη –και συνακόλουθα- την αξία της απόφασής Του να περπατήσει τον ανθρώπινο δρόμο του θανάτου για ν’ αναδείξει με μεγαλύτερη έμφαση την Ανάσταση, ως τελική θριαμβική έκβαση του Θείου Δράματος.
Όμως το «Εσπόλιο», μεσ’ από την κατά Ματθαίον αγωνιώδη κραυγή του Προφήτου «διεμερίσαντο τά ἰμάτιά μου ἐαυτοῖς», προσδιορίζει, ιδίως στις μέρες μας, το χρόνο πέρ’ από την ιστορική καταγραφή του Ευαγγελίου και, φυσικά, πέρ’ από τον συμβολισμό της τέχνης του Γκρέκο. Ή, καλλίτερα, μαζί τους και με πνευματικό ορόσημο αυτό τούτο το Πάθος του Θεανθρώπου, που δείχνει τον προσανατολισμό για να συνειδητοποιηθεί η πραγματική μάστιγα της σύγχρονης Ανθρωπότητας. Μια μάστιγα εντελώς διαφορετική από εκείνη που έζησαν οι προηγούμενες γενιές, τραγικά θύματα της αρρώστιας και του πολέμου.
Πρόκειται για τη μάστιγα των ακραίων οικονομικών ανισοτήτων, η οποία προσβάλλει βάναυσα την πιο σύμφυτη με τον Άνθρωπο και την αξία του ρήτρα: Ήτοι τη ρήτρα της Δικαιοσύνης, με την διανεμητική της διάσταση, δηλαδή τη διάσταση που απηχεί τη διαχρονική θεσμική επιταγή: «Ἑκάστῳ τό ἴδιον αὐτῷ ἀποδιδόναι». Αφού αν το ανελέητο σύνδρομο των ανισοτήτων επικρατήσει –αν δηλαδή ο «Διαμερισμός των Ιματίων» δεν οδηγήσει τελικά στην Ανάσταση- το τίμημα για την Ανθρωπότητα θα είναι, καταληκτικώς, πολύ πιο βαρύ και από τον πόνο της αρρώστιας και από το αίμα του πολέμου. Γιατί το τίμημα αυτό αφορά, κατά τη ρήση του Προφήτου Ιερεμίου μεσ’ από το κατά Ματθαίον πέμπτο Ευαγγέλιο της Μεγάλης Πέμπτης, «τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου». Κι εδώ ο «τετιμημένος» δεν είναι ο Θεός, ο οποίος άλλωστε εκ φύσεως δεν έχει ανάγκη από μια τέτοια ιδιότητα, αλλά ο Άνθρωπος. Που χωρίς τιμή, δηλαδή χωρίς Αξία, η οποία βασίζεται στη λυδία λίθο της Δικαιοσύνης, δεν έχει προοπτική κατά τον προορισμό του. Μ’ άλλες λέξεις δεν έχει λόγο ύπαρξης, δεδομένου ότι η εξαθλίωση του ανθρώπινου όντος ισοδυναμεί με κάτι πολύ χειρότερο από τον βιολογικό θάνατο: Τον πνευματικό θάνατο.
Αυτή η, απευκταία με κάθε μέσο και κάθε τρόπο, αρνητική έκβαση μπορεί να σηματοδοτήσει ως και το τέλος του κόσμου μας. Όχι βεβαίως το βιολογικό. Αλλά το τέλος ενός πολιτισμού, που δημιουργήθηκε, εδώ και πάνω από πέντε αιώνες, στη Δύση με στήριγμα πρωτίστως τα δύο «οχυρά» αφενός της πίστης στη δύναμη δημιουργίας του Ανθρώπου και, αφετέρου, της Δημοκρατίας. Ειδικότερα δε της Δημοκρατίας που δομήθηκε για να επιτρέψει στον Άνθρωπο ν’ αναπτύξει την ελευθερία του υπό συνθήκες κοινωνικής δικαιοσύνης, ξεκινώντας από την ίδια αφετηρία με τους συνανθρώπους του και σεβόμενος πλήρως τα δικά τους δικαιώματα. Πόσο περιεκτική, κάτω από τις συνθήκες αυτές, εμφανίζεται η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία «η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη»…
Κάπως έτσι, το θρησκευτικό –και όχι μόνον- ίζημα της φετεινής Μεγάλης Εβδομάδας, που άλλαξε ριζικά τις παιδικές μνήμες με βάση την περισυλλογή πάνω στο «διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς», φαίνεται να δείχνει το ξέφωτο, στο οποίο οδηγεί αχνά η κατά τον Προφήτη Ησαΐα ρήση: «Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς Γῆς». Ας μην υπάρχουν αυταπάτες. Το μάθημα της Δικαιοσύνης δεν αφορά τη γνώση αλλά την επίγνωση. Δηλαδή τα έγκατα της συνείδησης, εκεί όπου πορεύεται υπαρξιακώς η ρίζα της ανθρώπινης υπόστασης. Η ρίζα που τρέφεται, καθώς λέει ο Έλιοτ στο πρώτο από τα «Δέκα χορικά απ’ το Βράχο», όχι από την πληροφορία, ούτε καν από τη γνώση, αλλά από τη Σοφία. Μόνο που, δυστυχώς, το τι σημαίνει «Σοφία» -χαμένη κατά τον Έλιοτ- μάλλον δεν έχει βρει, ακόμη και σήμερα, αξιόπιστη απάντηση. Όπως δεν υπήρξε απάντηση, προφανώς «μετά λόγου γνώσεως», του Ιησού στον Πιλάτο, όταν εκείνος τον ρώτησε, σύμφωνα με το τέταρτο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της Μεγάλης Πέμπτης: «Τί ἐστίν ἀλήθεια;»

2 Σχόλια to “Ο «ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΜΑΤΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»”

  1. Θεόφιλος said

    Ὡδή στούς Ἕλληνες – Τούς Μαρτυρήσαντες εἰς Σκυθόπολιν -τό Μέγα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΣΦΑΓΕΙΟΝ.

    Μπῆκα στοῦ Ὄφεως τήν Φωλιά,
    Μεσ’ στῆς Ἐρήμου τήν Φωτιά,
    Στοῦ ‘Υβριστή Θεοῦ καί Ἠγέτη
    τήν καρδιά, ποῦ ὁ Δόλος ἀτιμάζει!

    Καί οἱ Τάφοι ἐκεῖ στά Σκοτεινά-
    ποῦ Ἥλιος ποτέ δέν ἀνατέλλει!-
    Ἀμπαρωμένοι σφαλιστά
    στίς Πύρινες Γλῶσσες τοῦ Φονιά,
    Λίθοι μουγκοί
    Κυκλώπεια Σκαλιά,
    Κάτω ὀδηγοῦν,
    Στῆς γῆς τά ἅγια Ἄδυτα!
    Σιωπή Δακρύων οἱ Τάφοι Κολοσσοί,
    Φαντάσματα Ἀμυδρά μέσα, Ὠκεανοί!

    Μέ τό Σπαθί ζωσμένο ἀπό τήν μιά, Δριμύ!
    Τήν Δάδα τοῦ Ἀπόλλωνα ἀπό τήν ἄλλη, Ἑπταπτυχή!
    Τόν Ἥλιο Σφράγισμα μέσ’ στήν Ψυχή,
    καί, Τύμπανο Κορύβαντος Πολεμιστή – φύλακα πάνω στήν καρδιά,
    Ψάχνω μέσ’ στά μπαοῦλα τοῦ Φονιᾶ,
    νά βρῶ τοῦ Γένους τήν Φωτιά –
    Δάδα Προμήθεια-
    Κειμήλια Ἑλλήνων Ἱερά,
    Κλειδιά Χαμένα!

    Πίνω τῆς Λήθης τ’ Ἀλμυρά Νερά-
    Δάκρυα Αἰῶνων Σκοτεινῶν,
    στό Αἶμα τῶν Ἑλλήνων Σφραγισμένους-
    Καἰ Βρίσκω ἐκεῖ θαμμένα τά Κλειδιά,
    μέσ’ στά Βιβλία τά Παλαιᾶ-
    Τόμους Χρυσούς!
    Στήν Μούχλα σκεπασμένους!

    Βιβλία σωροί,
    Σωροί πολλοί στίς Στάχτες Σωριασμένοι-
    Βορά σκωλήκων, Στίχοι Ιεροί,
    στά Μοναστήρια Ἀμπαρωμένοι-
    Τῶν Μοναχῶν Θεάρεστη Ποινή-
    μέσ’ στά Πυρά Χαμένες
    Ἀόρατες Βαθιές Πληγές,
    Ἀθάνατες Φωνές,
    Στοίβες ἀνάριθμων βιβλίων πιά Καμμένες,
    ἀπό τίς Δειλές Καρδιές,
    Ἀνθρωποκτόνα Πρόβατα-
    Ἀλλότριες ψυχές-
    εἰς τοῦ Δαβίδ τόν Οἶκο Γεννημένες,
    στοῦ Ἰορδάνη τά Νερά και στῆς Ἐρήμου τήν Φωτιᾶ,
    στόν Φθόνο καί στό Μῖσος Βαφτισμένες!

    Μέ ραγισμένη τήν καρδιά,
    μάτια μέ δάκρυα, ματωμένα,
    Τά παίρνω, ἕνα, ἕνα, Τρυφερά,
    ἀπ’ τήν φθορά ποῦ ἐκάθονταν
    Αἰῶνες Ξεχασμένα,
    Βιβλία Πληγές,
    Βιβλία τοῦ Γένους Ρημαγμένα,
    Ἀξέχαστες Ἑλληνικές Ψυχές,
    Βιβλία Ἀγαπημένα!
    Στά δάχτυλά μοῦ Ἑπτάχρυσες Χορδές!
    Στά μάτια μοῦ Ὁμηρικές Αὐγές!

    Κάθε γραμμή που ἐδιάβαζα,
    ἄνοιγε κι’ ἕνας Τάφος,
    καί μέσα τοῦ ἔβλεπα Ἐμέ!

    Σῶμα χωρίς τήν Κεφαλῆ,
    Ἀρχαῖο Ναό χωρίς Σκεπή!

    Σῶμα Ἀκρωτηριασμένο,
    τ’ Ἀπόλλωνα Κίονα Κομματιασμένο,
    Ἄγαλμα Θεϊκό, Σπασμένο,
    Δωδώνης Σύμβολο Θρυμματισμένο!

    Σῶμα Γδαρμένο Ἐλεεινά,
    Βασάνων Μνῆμα Βιασμένο,

    Ξεγύμνωτος Βωμός – Παρθένα Ἱερά!

    Ὄλα, μά ὄλα,
    Ἐρήμου Βλαστημιά!

    Παιδιά, Παιδιά, πολλά Παιδιά,
    Γυαλιά Σπασμένα,
    Ἀγνοί Καρποί – Λαμπάδες τῶν Ἱερῶν!
    Ἄνθη, στήν Ἔρημο τοῦ Μωϋσῆ Καμμένα,
    Τοῦ Σύμπαντος Ἀγέλαστα Παιδιά-
    Ἑλλήνων Παῖδες Ὄμορφοι,
    Ἀστέρια Παγωμένα!

    Πλήθη Γονιῶν – Ἀνδρῶν καί Γυναικῶν ,
    Ἥλιοι κι’ αὐτοί Θρυμματισμένοι,
    στό μέτωπό τοῦς
    Βλῆμα ὁ Ἄθεος Σταυρός,
    Τάματα ὅλοι τοῦς εἰς τῆς Ἐρήμου τήν Ὀργή,
    Εἰς τήν Ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Καταδικασμένοι.

    Στούς Κόκκινους τοῦ Ποταμούς,
    τό Αἶμα τοῦς Χύνεται Σπονδή,
    Κανίβαλος Θεός τοῦς, Χρηστεύων νά τό Πιεῖ,
    Ἀγνός Βρωτός, Βέβηλων Ὄρνεων Σφαγή,
    Ἔρημα τά Πανάρχαια Ἑλλήνων τά Τεμένη!

    Ἔτρεμες σάν λαφίνα
    στά βάθη μοῦ, Ψυχή,
    Μικρή Αὐγή, στό ἔλεος τοῦ θηρευτῆ σοῦ -θῦμα
    Παρθένα Ἀρτέμιδα – Ἀθῶα Ὁρμή!

    Καί οἱ κραυγές σοῦ – Γίγαντες Λυγμοί – Τιτάνιες Βροντές,
    τοῦ Παλλομένου Αἰθέρος τάραξαν τήν Σιγήν-
    τοῦ Σύμπαντος τήν Παμμήτειρα – Ἀθάνατη Εὐρυνόμη!
    Ξεσκίσθηκαν τά Λοίσθια-
    τῆς Λήθης τά δεσμά-
    Ἱμάτια Πορφυρά!
    Ἀνοίγοντας Ὀλύμπια Πληγή
    κατάκαρδα, στοῦ Σύμπαντος τήν Αὔρα – Θεῖα Μνήμη-
    Ψυχή μοῦ, ἔρ’μη Μνημοσύνη!-
    Καί Δόνησαν τήν Ἄρρητη Ἀρχή,
    Νά ’ρθει Ἀσπίδα σοῦ – Φῶς Ἰλαρόν-
    ἡ Νέμεση Θεά – Σφοδρά Δικαιοσύνη!

    Κατέβαινα, κατέβαινα,
    βαθύτερα στά ἔγκατα τῆς Γῆς,
    μορφή χλωμή,
    Ἔρημη Ὕπαρξη καί Βιασμένη,
    σάν λυγαριά σπασμένη.

    Καί κάτω ἐκεῖ,
    στά Ἄδυτα τῆς Γῆς
    ὅπου τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά- Καβείρια Βροχή
    Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
    Ὅνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα γνέθει…
    Τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
    τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
    τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό
    Σφοδρός Ἰός
    ὦναξ Νεκρή
    Κάτω νά πέσει!
    Ἡ ἁμαρτία τοῦ Φονιά-Σιῶν-
    Ἐλεεινή τροφή – σκυλόψωμο,
    στόν Τάρταρο τήν Ἅρπυια
    να Θρέψει!
    Ἕλληνας Γηγενής Ἐλεύθερος-
    τό Φῶς στή Γῆ πάλι Νά Ἐπιστρέψει!

    Ἐκεῖ!

    πού οἱ Τάφοι τέλειωναν,
    ἄκουσα μιά Φωνή,
    βαρεῖα Φωνή, καί Θλιβερή,
    τῆς Γαῖας Θεάς Ἡφαίστεια Βοή:
    «Ψυχή ποῦ έζησες αἰώνιες ζωές!
    στούς δρόμους τῶν Δακρύων,
    τῶν Διώξεων,
    τῶν Βασανιστηρίων!

    Παιδί μοῦ! Σπλάχνο μοῦ!
    Στόν δρόμο τῶν δακρύων,
    Πάλι γιατί Βάδισες;
    Τούς Τάφους Διώξεων καί Βασανιστηρίων
    γιατί Ἄνοιξες;
    Ὤ! Τί ζητᾶς ἐδῶ Ἀέναη ψυχή,
    μέσα στά Σπλάχνα μοῦ τά Αἱματοκυλισμένα;
    Ὤ! Τρισκαταραμένη Ἐγῶ – Μήτηρ Θεά,
    γιά πάντα νά Θρηνῶ
    τά Ἡλιόθρεφτα Παιδιά μοῦ τά Χαμένα!
    Στούς Κόρφους μοῦ Πληγές αἰώνια νά Κρατῶ,
    Ψυχές Ἀμέτρητες, Ψυχές Ἀδικημένες,
    Μήν ἔχοντας τῆς Λήθης τό Νερό,
    καημός μοῦ Ἀμάραντος, νά τίς παρηγορῶ!

    Ὤ! Τί ζητᾶς ἐδῶ Ἀέναη Ψυχή,
    Κόρη τῆς Δήμητρας, Παρθένε,
    ὅπου θρηνοῦν ὠσάν καί σέ,
    Ἀδελφικές ψυχές, Ἀμέτρητες, Ἀδικημένες;

    Γυρεύεις Τί! Ἀέναη Ψυχή;
    Σάν Περσεφόνη ἔρχεσαι, χλωμή μορφή,
    Τῆς Δήμητρας Θεᾶς, Κόρη Σεμνή,
    Γυρεύεις Τί;»

    Τῆς μίλησα μέ ἀναφιλητά:
    «Πνοή Σοῦ εἶμαι,
    Γαία Θεά -Παμμήτειρα Δημιουργέ Γλυκιά,
    Ἐγῶ, Τέκνον Ἑλλήνων Εἰμί το Ἀρχαῖον!
    Στό Φῶς ζητῶ πάλι νά δῶ,
    Μήτηρ Γονή, Ἱέρεια, και Ἀδελφή,
    Μνηστήρα, Δάσκαλο καί Ἱερέα,
    Τό Γένος τῶν Ἑλλήνων Σοῦ Ζητῶ,
    Τῆς Λήθης σοῦ ἔφερα νερό!
    Μητρίδα Γαῖα!»

    «Ἀνέβα Ἀέναη Ψυχή,
    Τόν Γολγοθᾶ ποῦ σ’ ἔφερε ἐδῶ κάτω,
    Ἀνέβα πάλι, μήν ἀργεῖς!
    Νά! Πάρε Ἀσπίδα τήν Φωτιά – Ἡφαίστειο τῆς Θεϊκῆς μοῦ Ὁργῆς,
    που Καίει στά Σωθικά μοῦ,
    Πάρε γιά Δόρυ τόν Σεισμό – Ἀκόντιο Δριμύ,
    στήν Ἀχανή Ματιά μοῦ,
    Πάρε γιά Δύναμη τούς Χτύπους τῆς Καρδιᾶς μοῦ,
    ὅπου Δονεῖ Ἀέναη ἡ δική μοῦ Ἀρχή,
    Πάρε τά Δάκρυα μοῦ, που Θάλασσες γίνονται Ζωῆς!
    Ἀθάνατο Νερό νά πιεῖς!

    Ἑλλήνων Θρέμμα, Γενναία Ἀτρόμητη Μορφή!
    Σάν Λέαινα πήγαινε στήν Μάχη νά ριχτεῖς!
    Στοῦ Ἕλληνα τόν Γολγοθᾶ,
    τόν Ὀφιώδη Υβριστή,
    γιά Πόλεμο ἔτοιμο θα βρεῖς!
    Μόνη ἐσύ, τοῦ Σύμπαντος Ὁρμή!
    Πολλοί αὐτοί σ’ ἕνα Κορμί!
    Κοίτα μ’ ὀρθάνοιχτη Ψυχή-
    Φάρος στά μάτια σοῦ ἡ Μνημοσύνη!
    Ἐκεῖ, στό Σκότος τοῦ Φονιά,
    τό Γένος τῶν Ἑλλήνων, πού ζητᾶς, θά βρεῖς!»

    Φωτιά Σφοδρή ἄναψε μέσα στήν Καρδιά,
    Τήν Γαῖα φίλησα γλυκά,
    κι’ ἀνέβηκα τόν Γολγοθᾶ,
    Ἄφοβη Λέαινα,
    μέσα στοῦ Ὄφεως τήν Φωλιά.

    Καί ξάφνου, ἐκεῖ, στό Σκότος τό Βαθύ,
    Στῶν Τάφων μέσα τήν Σιγή
    Σάλεμα ἄκουσα ἐλαφρύ!
    Σάν ἥλιος Ἔλαμψε ἡ Θεῖα Μνημοσύνη-
    μιά ὁπτασία Αἴνιγμα,
    κατάκαρδα γροθιά,
    ἐτάραξε τά στήθη μοῦ βαθιά!

    Καθῶς μπροστά μοῦ ἐκεῖ,
    Μέσα στοῦ Λάκκου τό βαθύ
    Γρανίτη μαῦρο και ὑγρό,
    Χῶμα χωρίς χορτάρι,
    Γέροι πανάρχαιοι ἐστέκοντο,
    Δώδεκα, τό πολύ,
    Ἀδύναμη Πνοή Ἡρωϊκή,
    ὁ εἷς δίπλα στόν ἄλλον,
    μά πουθενά μήτηρ γυνή!
    Τῆς Σίβυλλας Κραυγή κάθε Ψυχή!

    Αἰώνιοι στά Γηρατειά,
    Στήθη ταλαίπωρα καί μαραμένα,
    Χωρίς Φωνή!
    Κοιτώντας με
    Μέ Μάτια πονεμένα!
    Μάτια, βαθειά στίς κόγχες τραβηγμένα,
    Κάτω ἀπό γυάλινα νερά – Δάκρυα Αἰῶνων
    κρυσταλένια!
    Ἥλιοι Θολοί στῆς Νύχτας τ’ Ἄπειρο,
    Ὅνειρα Παγωμένα!

    Καί ’μπρός στά Στήθη τοῦς Γυμνά,
    ἀπό τό Γῆρας ξεραμένα,
    κοντά εἰς τήν καρδιά
    καθείς κρατοῦσε Νεογνό,
    σέ ἄσπρη πάνα τυλιγμένο,
    Ἄστρο Ἀγνό,
    Ὅνειρο Φαεινό, καί Ἀραχνιασμένο!

    Καί τά μωρά Ἠσυχάζανε,
    σάν Ἥλιοι σέ Δεσμά,
    και μήτε σάλευαν αὐτά,
    μήτε οἱ Γέροντες ποῦ τά κρατοῦσαν,
    Καί ὅλοι τοῦς μέ Κοίταζαν,
    σάν κάτι νά Ζητοῦσαν!
    Οἱ Γέρικοι Ὁφθαλμοί,
    Σάν Σίβυλλες Πληγές,
    λές καί Πενθηφοροῦσαν!

    Καί εἶδα στά Μάτια τοῦς τά Τεθλιμμένα
    ἐσέ Πατρίδα μοῦ Γλυκιά,
    Ἐσένα Ἔρημη Ἑλλήνων Γενεά-
    Μήτηρ Γονή, Ἱέρεια, καί Ἀδελφή,
    Μνηστήρα, Δάσκαλο, καί Ἱερέα-
    τό Γένος τῶν Ἑλλήνων ποῦ ζητοῦσα εἴχα βρεῖ,
    καί ἐννόησα τήν Μαρτυρία τοῦς,
    τήν Σιωπηλή …
    Πῶς, Λίγοι ἦταν πιά Αὐτοί,
    Πρόγονοι Ξεχασμένοι!
    Σβησμένη ἡ Ἱστορία τοῦς,
    καί Περιγελασμένη!
    Τό Φῶς ποῦ τούς Ἐγέννησε,
    Σπίθα σχεδόν Σβησμένη!
    Ἑλλάδα μοῦ, Πατρίδα μοῦ
    σέ Θάνατο Ταγμένη!
    Φωνή Βουβή
    Προγόνων θῆκες!
    Πατρίδα Προδομένη!
    Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!
    Καί τότε
    Να ἀμυνθῶ Ὀρκίσθηκα
    Στήν Ἅγια Μνημοσύνη!
    Καί στά Αἰώνια Γηρατειά τοῦς!
    Τούς Νόμους τούς Πανάρχαιους,
    τήν Αἴγλη, τήν Φωτιά τοῦς!
    Καί στά μικρά ποῦ λούφαζαν
    στά στήθη τά γυμνά τοῦς,
    στά Βρέφη τά Αγέννητα!
    Τήν Μέλλουσα Γενιά τοῦς!

    Ὀρκίσθηκα!
    Μά! τόν Θεό τόν Ύψιστο,
    τόν ΔΙΑ τόν Λαμπρό!
    Νά Αμυνθῶ Αὐτῶν,
    «…Θεῶν τε πατρώων, ἔδη
    θήκας τε προγόνων ̇
    νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών !»

    Μπῆκε Γλιστρώντας ξαφνικά
    στά μέσα τότε τῆς Σπηλιᾶς,
    ὡσάν Σκιά κι’ Ἀνθρώπινη Μορφή
    Ντυμένος εἰς τά Μαῦρα,
    Φθόνος, Βρυχώμενος,
    ὁ Ὄφις Ὑβριστής – ὁ Βέβηλος Φονιᾶς!
    ….
    Παίρνω Ἀσπίδα τήν Φωτιά – Ἡφαίστειο τῆς Γῆς!
    Παίρνω τό Δόρυ τό μακρύ – Σεισμό τῆς Γαῖας Δριμύ!
    Παίρνω τούς Χτύπους τῆς Καρδιᾶς Τῆς-
    τήν Παντοδύναμη Κραυγή!
    καί ἀφ’ ἔλουσα τήν κεφαλή
    στά Δάκρυά τῆς-
    Θάλασσα Ἁλμυρή-
    Ἀθάνατη Ζωή!
    …,
    Σάν Λέαινα ὅρμισα στήν Μάχη τήν Σκληρή,
    Τό Γένος τῶν Ἑλλήνων ν’ Ἀμυνθῶ!
    Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ,
    Ἐσέ νά ξαναδῶ,
    Γένος Πανέμορφο, Θεῶν Καμάρι!
    Ἥλιο Λαμπρό καί Πάλι!
    Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ!
    Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!

    Ἀνάποδα ἐγύρισε ὁ Ντουνιάς!

    Στοῦ Ἥλιου τ’ Όραμα Κρυφό-
    τ’ Αστέρια Σπεύσανε Κάτω νά ’ρθοῦνε,
    στήν Μάχη Σύμπαντος Πολεμιστές να μποῦνε,
    Μάρτυρες ὅλοι τοῦς,
    Δίκης Συντονιστές,
    Πολεμιστές κί Ὁπλαρχηγοί!
    Ἡ Καταιγίδα Κεραυνός, Πίσω στήν Γῆ!

    Καί ἡ Γαῖα – Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
    Διάπλατα Ἄνοιξε τά Σωθικά τῆς,
    καί τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά –
    Καβείρια Βροχή
    Ἀπό τά Ἄδυτα τῆς Γῆς
    Ἔμπηξε μέσα στήν Σπηλιά,
    σάν Μούγκρισμα… Βρασμός, Φωτιά!

    Καί ἤτανε ἡ Μάχη Τρομερή,
    Οἱ Κάβειροι στό πλάϊ μοῦ,
    κι ὁ Ἥλιος, κι ἡ Βροντή!
    Ούράνιοι Ὀδηγοί!

    Μέ τό Σπαθί Δριμύ,
    Πληγές τοῦ ἄνοιγα τοῦ Ὑβριστή,
    Πολλές, κι ἐπανωτές,

    καί Μάτωνε μαζί μ’ αὐτόν
    καί τό δικό μοῦ τό Κορμί!
    Τό αἶμα μοῦ ἔρρεε πάνω στήν Γῆ,
    καί μάτωναν τά σωθικά τῆς,
    κι Ἔσειε Αὐτή μέ Τρομερή Ὀργή,
    Φωτιά ἀνάβοντας μέσα μοῦ στήν Ψυχή,
    κι’ ἐγῶ Δυνάμωνα τήν Τρομερή Κραυγή,
    καί ὁρμοῦσα πάλι, Λέαινα Φοβερή,
    κι’ ἄνοιγα κι’ ἄλλη,
    κι ἀκόμα ἄλλη,
    πολλές πληγές,
    στόν Βέβηλο ‘Υβριστή !

    Κι’ ἀπ’ τό Δικό μοῦ τό Σπαθί
    Θυσία γινόμουν Ἱερή!
    Τό αἶμα μου λιγόστευε μέσ’ στό κορμί,
    βωμός ἱερός, ἀπ’ τίς λαβές τεμαχισμένος,
    κι ὁ Χρόνος Ἔκρυψε τά Μάτια τοῦ νά μήν ἰδεῖ,
    καθῶς πλησίαζε ὁ Θάνατος Λυπημένος
    νά πάρει Ἄθελος τήν Τελευταῖα μοῦ Πνοή.

    Μέ τρέμουλα Ἀργή Φωνή,
    Θανάσιμα πληγωμένη,
    μέ Λαβωμένη τήν Καρδιά
    στό Αἶμα μοῦ λουσμένη,
    καί τήν Ψυχή δεμένη σφαλιστά,
    Πλοῖο στό Στόμα μοῦ Ἀραγμένη,
    στά δόντια μοῦ Αἰχμάλωτη,
    τῆς μάχης μοῦ Ὅμηρος, Παγιδευμένη,
    Ἱκέτης Δακρυσμένη
    τούς εἶπα δίχως δισταγμό
    μέ Πεῖσμα Ἀγέρωχο κι Ἐπιμονή!
    «Ὤ! Χρόνε Γηραιέ,
    Ὤ! Θάνατε Ἀδελφέ,
    ἡ μάχη αὐτή δέν τέλειωσε,
    Σιγάσετε ἐσεῖς γιά μιά Στιγμή!
    Τήν μάχη αὐτή νά τελειώσω
    Τόν βέβηλο Ὑβριστή
    νά θανατώσω!»
    Καί ἔσπευσε ἡ Κλωθῶ,
    Μοίρα Ἀήττητη, αὐτούς νά Συμβουλέψει-
    Τῆς Ἄρρητης Ἀρχῆς Τόν Νόμο τῆς τόν Ἄγραφο
    νά Ἐπαληθεύσει,
    τό Νῆμα ποῦ’ χε γνέσει Αὐτή-
    τό Νῆμα τῆς ζωῆς μοῦ ἀκόμα νά Μήν Κόψει,
    Ἡ Μάχη αὐτή νά τελειώσει!

    Κι ὁ Χρόνος – τοῦ Οὐρανοῦ ἡ Ἀρχαῖα Μορφή-
    Σταμάτησε γιά Μιά Στιγμή!
    Ὁ Δίκαιος Θάνατος ὁ Λυπηρός
    κι αὐτός Σταμάτησε μαζί τοῦ!

    Ἔτσι ὅρισε ἡ Μοῖρα ἡ Κλωθῶ,
    κι δυό Νά Μυηθοῦν!
    Τῆς Μοίρας Λάχεσις τό Πεπρωμένο-
    Ἔργο Ἱερό Αὐτοί νά Δοῦν!

    Παίρνω τό Δόρυ τό μακρύ – Σεισμό τῆς Γής Δριμύ!
    Παίρνω τούς Χτύπους τῆς Καρδιάς της-
    τήν Παντοδύναμη Κραυγή!
    Παίρνω τοῦ Ἡφαίστου τήν Φωτιά,
    Αἰώνιον Θεῖον Πύρ!
    Καί μ’ ὅλη μοῦ τήν Δύναμη-
    Καβείρια Ὁπτασία Τρομερή-
    στρέφω τό Βλέμμα μοῦ Καυτό,
    ἐκεῖθεν πρός τόν Ὑβριστή!

    Ἐκάς Βέβηλε! Ἐκάς!
    Ἐφώναξα με Ὁρμή!
    Καί τόν Σημάδεψα Βλῆμα Μοιραῖο,
    πάνω στήν Κεφαλή,
    μέ τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό,
    Κεραυνοβόλο, Φωτεινό,
    Σφοδρός Ἰός Ὦναξ Νεκρή,
    Κάτω νά Πέσει,
    Τῆς Ἐρινύας θήραμα,
    στοῦ Ταρτάρου τά Ἔγκατα
    ἡ Ἄτροπος Νά Στρέψει
    τήν Ἁμαρτία τοῦ Φονιᾶ-Σιῶν-
    σκυλόψωμο – ἐλεεινή τροφή
    τήν Ἄρπυια νά θρέψει!

    Καί Στρίγγλισε ὁ Βέβηλος Φονιάς
    μέ τοῦ θανάτου τήν Στερνή Φωνή,
    Ἔρμαιο πιά της Θεῖας Δίκης,:
    «Καί ἄλλοι ἔρχονται πολλοί ὡσάν ἐμένα,
    πιό Ἰσχυροί! Κοίτα, εἶναι ἐδῶ!
    Δέν θά ξεφύγεις ἀπ’ αὐτούς,
    ὅπως καί ξέφυγες ἀπό ἐμένα!»
    καί ἔπειτα Βούλιαξε…
    Χάθηκε Μέσα στόν Τάρταρο,
    Ὁλόμαυρη Πηχτή Ροή
    Σκιά – σαπίλα, στά Ἄδυτα τῆς Γῆς
    ὅπου τοῦ Ἡφαίστου ἡ Φωτιά – Καβείρια Βροχή-
    Τιτάνα Φοβερή – Μάτι αἰώνια ἀνοιχτό,
    Ὄνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα γνέθει…
    Τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
    Τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
    τοῦ Απόλλωνος Βέλος Χωλό!

    Κάτω στό Ἔδαφος ἐγῶ!
    Σίβυλλα Πληγωμένη,
    Πλημμύρα μέσ’ στό Αἶμα!
    Ἀδύναμη νά σηκωθῶ,
    κοίταξα γύρω μοῦ νά δῶ!
    Μά ὁ Ἐχθρός που μοῦ ’λεγε ὁ Ὑβριστής
    -Ἡ Δόλια τοῦ Γενιά- δέν ἧταν πουθενά!
    Ἡ Πάλη τέλειωσε Παντοτινά!

    Κοίταξα πρός τούς Γέροντες – Ἀρχαῖοι Πρόγονοί μοῦ!
    Καί τά Λευκά τοῦς Νεογνά- τό Μέλλον μοῦ Λαμπρό!
    Ἑλλάδα μοῦ Πατρίδα μοῦ,
    Πόσο σ’ Ἀγαπῶ!
    Γιά Σᾶς Πολέμησα!
    Γιά Σᾶς Πονῶ!

    Καί τούς μιλῶ ! Τοῦ Ἥλιου τ’ Ὅραμα Κρυφό!
    Πυθία πιά Ἐλεύθερη!
    Ἐπόπτης ἡ Ψυχή μοῦ!
    Τοῦ Φοίβου τοῦ Ἀπόλλωνα,
    Τοῦ Πύθιου τόν Ὕστατο Χρησμό:
    «Ἔτσι εἶχε Ὀρκισθεῖ, ’πως πάντοτε Ὀρκίζεται,
    Τοῦ Ἡφαίστου Ἡ Φωτιά – Καβείρια Βροχή-
    Τιτάνα Φοβερή – Μάτι Αἰώνια Ἀνοιχτό,
    που Ὄνειρο Τρομερό πάνω Στήν Ὦρα Γνέθει…
    τῆς Καταιγίδας Κεραυνό,
    τοῦ Ἥλιου Ὅραμα κρυφό,
    τοῦ Ἀπόλλωνος Βέλος Χωλό,
    Κεραυνοβόλο, Αἰχμηρό!

    Ὄρκος τῆς Εὐρυνόμης Ἱερός!
    τό Σύμπαν Μάρτυρας Καυτός!

    Τό Σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ
    -ἡ Ὕβρης- Στεῖρα Πηγή ἔχει γίνει!
    Αἰώνια Ξεραμένη!
    Γιά Πάντα Ἔσβησε τοῦ Μωϋσῆ ἡ Φωτιά,
    Ἡ Ἔρημος αὐτοῦ Χαμένη!
    Ἡ Μαύρη τοῦς Ψυχή-
    Σιῶν -ἡ Ὕβρεως Γενεά
    Στήν Μοίρα Ἄτροπο Ταγμένη
    Τά Μαῦρα Λοίσθια ἔχει Πιεῖ!
    Αἰώνια Καταδικασμένη!

    Ἀπόθανεν γιά πάντα ὁ Φονιᾶς!
    Ἐλεύθερη ἡ Γῆ, κι Οὐρανός!
    Τῆς Νέας Ἀνθρώπινης Γενιᾶς
    ὁ Δρόμος Καθαρός καί Εὐλογημένος!
    Ὄρκος τῆς Εὐρυνόμης Ἱερός!
    Το Σύμπαν Μάρτυρας Καυτός!

    Μέσα σέ Σᾶς θά Ξαναγεννηθῶ,
    καί Ἐσεῖς μέσα σέ ἐμένα!
    Ἕλληνες Γηγενεῖς
    Ἐλεύθεροι Παντοτινά!
    Τό Γένος σᾶς Θεϊκό
    Ἐδῶ καί πάλι θά Ἐπιστρέψει!
    Το Φῶς σᾶς -Ἴαση –
    τήν Γῆ νά ξαναθρέψει!

    Ὤ! Γέροντα – Ἕλληνα Γόνε!-
    Ἐσύ καί πάλι ἡ Ψυχή Μοῦ!
    Ὤ! Βρέφος Πάλλευκο Ἀγνό-
    -Ἐσύ τό Νέο τό Κορμί μοῦ!»

    Μέ Ὀμίχλη ἔλουσαν τά Μάτια μοῦ, τά Δάκρυα τῆς Γῆς-
    τ’ Ἀθάνατο Νερό – πού Θάλασσες γίνονται Ζωῆς!
    Ἡ Νέμεση Θεά – Σφοδρά Δικαιοσύνη!
    Ἀσπίδα μοῦ – Φῶς Ἱλαρόν καί Λυτρωτής!

    Καί ἔπειτα ἔπεσε μακρά Σιγή!
    Σάν Ὄνειρο Γλυκό, ὡσάν Στοργή!
    ….
    Σύννεφο τύλιξε Φαεινό
    ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὅλην την Γῆ
    Τῆς Λήθης πέπλο Τρυφερό!
    Τοῦ Φωτοδότη ΔΙΑ
    Ἔργο Ἱερό!

    ….
    Καί ἡ Γαῖα Χαμογελοῦσε
    Ἐγκυμονοῦσα μέ Ζωή!
    καί γιόμιζε τόν Ξάστερο Οὐρανό,
    μέ τίς κρυστάλλινες Φωνές τῆς.
    Φωσφόριζαν τοῦ Αἰγαῖου τά νερά
    καί ἡ ἀπέραντη ἀμμουδιά,
    Ἄστρα Βροχή-
    Τοῦ Δία οἱ Ἔρωτες
    Χρυσή Σπονδή-
    κατά Μυριάδες Πέφτανε στήν γαλανή ποδιά τῆς
    Ὑπέρλαμπρες ψυχές,
    Μειδίαμα τοῦ Ἀπόλλωνα Φωτιές,

    Ἡ Πάλαι Ἑλλήνων Γενεά-
    τά Ἡλιόθρεφτα Παιδιά της
    τά Χαμένα-
    πίσω ξανά στήν ἀγκαλιά τῆς τοποθετημένα,
    Κύμβαλα τῆς Δωδώνης Ἱερά!

    Π.Π.«Ανθολογία: ΕΛΛΑΣ»

    Μου αρέσει!

  2. Aκέλας said

    …Τι θέλετε να πείτε δλδ;…τζάμπα θα έχυναν τόσο ιδρώτα οι βασανιστές;…Φτωχοί άνθρωποι ήταν,να μην έβγαζαν το κάτι τις τους;..Και σήμερα τα ίδια δεν γίνονται;

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: