olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ – ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ

Posted by IGOR στο Φεβρουαρίου 7, 2018


Από τη συλλογή «Διηγήματα»

— Μπρε το διάτανο τ’ έπιασε κι έκαμε!…

Ούτε η σύλληψις του Καγκάλου, τον οποίον ισχυρόν απόσπασμα χωροφυλάκων έφερε σιδηροδέσμιον, ούτε η πανήγυρις την οποίαν ήγον σήμερον, Δευτέραν της Λαμπρής, συνεκίνει τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα από πενταετίας κατορθώματα του διασήμου ληστού της Δωρίδος, το άγριον κι επιβάλλον ήθος του, άντικρυς αντίθετον προς το νανώδες ανάστημά του, η παρά την Γερομαστήν προ τινος καιρού ευτυχής αντίστασίς του, μόνου εναντίον λόχου όλου στρατιωτών και πολιτών, δεν εγαλβάνιζον όπως άλλοτε τους πολεμοχαρείς χωρικούς. Ολόκληρος της φαντασίας των η ορμή ανεκόπτετο ήδη προ του ενωμοτάρχου, του οδηγούντος το στρατιωτικὀν απόσπασμα και προ του όπλου, με το οποίον ήσαν εφωδιασμένοι οι άνδρες του και αυτός. Κι ενώ επί του αλωνίου του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίται γύφτοι προσεπάθουν με τους βαρείς ήχους του τυμπάνου και τας γαργαλιστικάς φωνάς ζεύγους αυλών να διεγείρουν τας ψυχάς, κι οι λυγερές χειροκρατούμεναι εκάλουν μ’ ελκυστικόν χαμόγελο τους νέους ν’ ανοίξουν τον χορόν, ούτοι ολίγον παρέκει, συνωθούμενοι πέριξ του ενωμοτάρχου, προσέβλεπαν περίεργοι το όπλον, το οποίον ούτος εκολακεύετο να επιδεικνύη εις αυτούς, και από καιρού εις καιρόν επιφώνημα εξέφευγε των χειλέων του:

— Μπρε το διάτανο τ’ έπιασε κι έκαμε!…

Από ενός και πλέον έτους αόριστοι φήμαι εφέροντο κι εν Βουνιχώρα περί του νέου όπλου. Τινές καταβάντες δι’ υποθέσεις των μέχρι Γαλαξειδίου είτε μέχρι Σαλώνων, μετέδωκαν εις τους συμπατριώτας των το σχήμα, τας κινήσεις και τας ενεργείας του, όπως τα ήκουον εξωγκωμένα πάντοτε καθώς ήκουον παραμορφωμένον και τ’ όνομα του Γάλλου εφευρέτου. Έμαθον ότι ο στρατός όλος, παραιτήσας πλέον τας βαρείας καραμπίνας του Μινιέ, εφωδιάσθη δι’ αυτού, κατασταθείς μάλλον αξιομάχητος. Από τους ιδίους ληστάς, οσάκις εξένιζον αυτούς εις το χωρίον των είτε εις τα ποιμνιοστάσιά των, ήκουον οι χωρικοί την θραύσιν την οποίαν επέφερε τούτο εις τας τάξεις των˙ πώς εκαλύπτοντο αίφνης από χάλαζαν σφαιρών πριν ακόμη προφθάσουν ούτοι να γεμίσουν τα ιδικά των. Έβλεπον τας χαινούσας πληγάς τας οποίας εις αυτούς επροξένουν τα βλήματά του και κατενόουν την μεγάλην άξίαν του όπλου από την αγανάκτησιν και τας ύβρεις, όσας εξετόξευον κατά του πτωχού εφευρέτου. Και πολλάκις εν τη εξάψει της λατρείας των προς την λεβεντιάν, έψαλλον μετά μεγίστου πόνου το τραγούδι του Κουρκούμπα, το οποίον φέρει αυτόν και τον σύντροφόν του εις το λημέρι κατά το βράδυ βράδυ, όχι πλέον σκεπτομένους αγώνας και θριάμβους, αλλά κλαίοντας τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους:

τ’ είν’ το κακό που πάθανε τώρα ’ς τα εβδομήντα

που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα…

Όμως τ’ ωμολόγουν ήδη οι χωρικοί, το εξέφραζον διά των εκπλήκτων βλεμμάτων των, ότι ουδέποτε ήλπιζον αυτό τόσον τέλειον όπως το έβλεπον, όπως ήκουον παρ’ αυτού του ενωμοτάρχου:

— Να, έβαλες το φυσίγγιο κι ετέλειωσε το παστόψαρο… ένας χρόνος εις δύο κινήσεις… ένα πατατράκ κι εχάθηκε το λεφούσι!

Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος, υψηλός κι ευλύγιστος λεβέντης, τον οποίον η έξοχος ανδρεία, η ακούραστος ενεργητικότης κι αι διαβολικαί επίνοιαι, όσας ανέπτυσσε προς καταδίωξιν των ληστών, διέδοσαν εις όλην την Ρούμελην και περιέβαλλον με ποιητικήν τινα αίγλην το πεζότατον όνομά του, επεδείκνυε προθύμως τον χειρισμόν του όπλου, έδιδε την επιστημονικήν του ονομασίαν εις ένα έκαστον των καταρτισμάτων, ωμίλει περί κοχλιού και υποφυλακτήρος, περί στοχάστρου και σκοπευτικής γραμμής, περί τροχιών και βλημάτων. Οι χωρικοί ολίγοι το κατ’ αρχάς, ακούοντες τας στομφώδεις φωνάς του, ήρχοντο ήδη πυκνότεροι από του χοροστασίου. Οι γέροντες οι οποίοι εδώ κι εκεί επί των υψωμάτων ηπλωμένοι, εκλελυμένον και άτονον έχοντες το σώμα από του θάλποντος ηλιακού φωτός, παρηκολούθουν με βλέμμα ρεμβώδες την προ αυτών αναβράζουσαν και λαλούσαν νεότητα˙ οι μεσόκοποι, όσοι σταυροπόδι καθήμενοι κύκλω, αντήλλασσον διαδοχικώς κρίσεις περί του χορού κι ελπίδας περί των ισχνών γεννημάτων των˙ τα παλληκάρια τα οποία όρθια πέριξ, έβλεπον εν ηδονική μέθη την πολύχρωμον εκείνην άλυσιν των χορευουσών με τας απλοϊκάς εσθήτας, την αφελή κόμμωσιν, τ’ ανδρώδη αναστήματα και τας ζωηράς μελαχροινάς μορφάς, όλοι έσπευδον κι επερικύκλονον αυτόν εν σιγή. Και ο ενωμοτάρχης μέσω αυτών, σπασμωδικώς κινών την χείρα επί του όπλου, από της άκρας του κοντακίου εις την άκραν της κάννας, από του κινητού ουραίου εις τον ξυστόν, εις το κλισιοσκόπιον, εις τα ψέλλια, εξερεύγων ελευθεροστόμως και ακρατήτως τας φράσεις του, με μίαν παρρησίαν κάπως χαιρέκακον, μ’ έκφρασιν θριάμβου επί της ηλιοκαούς μορφής του, με τον νευρικόν τρόμον εφ’ όλου του σώματός του, ωμοίαζε προς κήρυκα αγωνιζόμενον να καθιδρύση νέους θεούς εις την συνείδησιν των αξέστων ακροατών του. Ούτοι δε σιγά σιγά, βεβαρυμένην έχοντες την κεφαλήν από τας νέας λέξεις τας οποίας ήκουον, τας νέας ονομασίας τας οποίας διά πρώταν φοράν εμάνθανον, ησθάνοντο μίαν κούρασιν εν τη συνειδήσει διά τα νέα διδάγματα, κενότητα τινά καταπιεστικήν εν τη καρδία διά τας παλαιάς ιδέας και πεποιθήσεις από τας οποίας αποτόμως απεσπώντο τώρα, ώστε παρηκολούθουν τους λόγους και τας κινήσεις του σχεδόν ασυνειδήτως, με ημιχάσκον στόμα δίκην κωφαλάλων. Οι νεώτεροι διηγκωνίζοντο διαμφισβητούντες την θέσιν πλησίον του ενωμοτάρχου, μ’ εκείνην την ροπήν την οποίαν αισθάνεται εκ φύσεως η νεότης προς παν το νεοφανές. Έκλινον την κεφαλήν άλλος εδώ, άλλος εκεί˙ άλλος έκυπτε κάτω, άλλος υψούτο επί των ονύχων των ποδών ίνα το ίδουν απ’ όλα τα μέρη το όπλον και απετόλμων κάποτε να τείνουν την χείρα ίνα το ψαύσουν, απαλ’ απαλά μόλις, μετά δειλής προφυλάξεως, ως να ήτο αφρός κι εφοβούντο μη διαλυθή άμα τη επαφή. Αν δ’ η αναπνοή των άφινε νέφος αχνού επί της κάννης ή ο άνεμος έφερε κάρφος τι επ’ αυτού, όλοι έσπευδον, άλλος διά της άκρας της φουστανέλλας και άλλος διά της χειρίδος του υποκαμίσου, να το απαλείψουν, κολακευόμενοι. Και ητένιζον τον ενωμοτάρχην με την έκφρασιν του προσώπου εναλλάσσουσαν πάντοτε, εις εκάστην νέαν εξήγησίν του, και ηκολούθουν τας κινήσεις της χειρός του θαμβωμένοι, ως να κατηχούντο εις τα μυστήρια της Σολομωνικής. Και οπόταν ούτος έστρεφε προς αυτούς, θέλων να κάμη ευληπτοτέρας τας λέξεις του, τον περιέβαλλον με βλέμμα πλήρες θρησκευτικού σεβασμού, ως να ήτο ο ίδιος εφευρέτης κι εθαύμαζον την γονιμότητα του πνεύματός του, μετά τίνος ζηλότυπου μερίμνης διότι ήτο κύριος τοιούτου πράγματος!… Και μικρόν κατά μικρόν αι φυσιογνωμίαι των χωρικών όλων εχωρίσθησαν εις τόσους καθρέπτας των ψυχικών εντυπώσεων εκάστου. Αι παρειαί των γερόντων εκρέμαντο πλαδαραί και άχρωμοι ως εν τελεία αποθαρρύνσει˙ οι μεσόκοποι με την κεφαλήν ημικύπτουσαν και τους οφθαλμούς ατόνως εις εν σημεἰον προσηλωμένους, εφαίνοντο εγκαρτερούντες εις το παρόν, και οι νέοι με τας γραμμάς εκείνας, τας καθέτους επί του στόματος και το βλέμμα εν κλαυθμώ, ωσεί μη τολμώντες να ελπίσουν ότι θ’ απέκτων ποτέ και αυτοί τοιούτον όπλον, αν και ο νους των ειργάζετο αποφασιστικώς προς εξεύρεσιν των μέσων… Κι εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης, βλέπων την εντύπωσιν την οποίαν έκαμνεν εις τους ακροατάς του, επεσώρευε μετά μεγαλειτέρας εμφάσεως εξευτελιστικάς ύβρεις κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα εις το όπλον του:

— Παλληκάρια λέει; από δω κι εδώ θα ιδούν τη μοίρα τους!… Μωρέ με τέτοιο όπλο δεν φοβούμαι ούτε το Θεό!…

— Πούθεν είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; Διέκοψεν αίφνης φωνή υπερτρέμουσα τον ενωμοτάρχην.

Συγχρόνως οι χωρικοί ήνοιξαν δίοδον και προσήλθεν υψηλόσωμος γέρων, υπερεκατοντούτης, μ’ εξημμένην κάπως την αρρενωπήν μορφήν, αναμετρών από κεφαλής μέχρι ποδών αυτόν. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος εζαλίσθη διά την ερώτησιν αυτήν του γέροντος, εις το απότομον και τον τόνον της οποίας εύρισκε κάποιον δισταγμόν διά την καταγωγήν του, διά τους λόγους του, διά την πατρίδα του, δι’ όλα…

— Απ’ τον κάμπο της Γαστούνης˙ εψιθύρισε τέλος.

— Ντόπιος ή ερχάμενος;

— Ντόπιος…

— Μπρε!…

Και ο γέρων εξέφραζε διά του επιφωνήματός του αυτού όλας τας απορίας όσαι εγεννήθησαν εις την ψυχήν του αφ’ ης ώρας ήκουσε τον ενωμοτάρχην ομιλούντα.

*

Ο γέρων Χειμάρρας ήτο εκ των ανδρών εκείνων οι όποιοι διήλθον τα έτη της νεότητάς των εις εποχήν καθ’ ήν η πραγματικότης έφθανε μέχρι του ανεφίκτου ιδανικού˙ καθ’ ην έζη τις δι’ ένα έπαινον και απέθνησκε δι’ ένα τραγούδι… Ήτο δεκαέξ μόλις ετών ότε ηκολούθησεν ως ψυχογιός τον Αλέξη Καλόγηρον, τον αρματωλόν του Χρισσού. Μετά την δολοφονίαν τούτου, του Ηλία Βιδαβιώτη και του Βερελή Θανάση εν τω σεραγίω των Σαλώνων υπό του Μουσταφά αγά, ο Χειμάρρας κατετάχθη εις τον ταϊφάν του εντοπίου αρματωλού Πανουργιά όπου ησκήθη εις τα όπλα μέχρι της επαναστάσεως. Κατ’ αυτήν δε διέπρεψεν εις παλλάς μάχας, εις την Ρούμελην και τον Μωρηάν, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.

Μετά την παύσιν του πολέμου ο Χειμάρρας απεσύρθη εις το ορεινόν χωρίον του, την κοιτίδα αυτήν του αρματωλισμού, όπου ο Βρυκόλακας, Έξαρχος Παρνασσίδος, συνεκρότει άλλοτε τας συνόδους του και ο Ανδρίτσος εξεχείμαζεν αμέριμνος μετά του Βλαχοθανάση. Εκεί αποκλεισμένος, μετά ομηλίκων επουλούντων ακόμη τας πληγάς του Αγώνος και προθύμων ν’ αρχίσωσι νέους, μετά νεαρών παλληκαρίων, ανατραφέντων μέσω του κρότου των μαχών και ψαλλόντων τους ηρωικούς άθλους των, διήγε τας ημέρας του με το παρελθόν προ των οφθαλμών του πάντοτε.

Αι ιδέαι της νεωτέρας ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νανώδεις πόθοι, οι γαλουχούντες και διέποντες ήδη τας νεωτέρας κοινωνίας, δεν έφθανον μέχρι του ορεινού χωρίου, όπου αι αρματωλικαί παραδόσεις κι αι πολεμικαί όψεις των γερόντων ήγειρον απροσπέλαστον τείχος. Διό ο γέρων Χειμάρρας ως ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, εζήλευε τον ενωμοτάρχην, τον οποίον η περί τα τοιαύτα ζωηρά φαντασία των χωρικών παρίστανε ως μυθικόν ήρωα. Και μόλις έμαθεν ότι ούτος, άγων εις Σάλωνα τον Κάγκαλον, κατέλυσε να διανυκτερεύση εις Βουνιχώραν, έσπευσε εκ των πρώτων να ίδη και θαυμάση αυτόν.

Αλλ’ ευθύς άμα επλησίασεν, όλος εκείνος ο θαυμασμός του κατέπεσεν. Α! οι άνδρες της εποχής του ποτέ δεν κατεφρόνουν τους εχθρούς των. Οι πολεμικοί άνδρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους των, αλλ’ απεναντίας υψώνουν αυτούς διά να υψωθούν ούτοι ακόμη περισσότερον εάν τους νικήσουν. Τούτο ήξευρεν ο γέρων ότι έκαμεν άλλοτε ο Κατσαντώνης περί του Βελή Γκέκα, και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός, ο υψηλός παλληκαράς, από μιάς ήδη ώρας δεν έκαμνεν άλλο παρά να κατακρίνη, να χλευάζη μάλλον τους ληστάς, τους οποίους ο Χειμάρρας εγνώριζε πολύ καλά κι εύρισκε κατά πολλά άξιους διαδόχους των προ της επαναστάσεως κλεφτών, τους οποίους υμνεί ακόμη ο λαός και απαθανατίζει η παράδοσις. Είνε αληθές ότι ήσαν τίνες μεταξύ αυτών κακοί, σκληρόψυχοι όπως έλεγεν ο ενωμοτάρχης, αλλ’ οι περισσότεροι ήσαν παλληκάρια και απ’ αυτήν την ακράτητον προς τον παλληκαρισμόν τάσιν έγειναν τοιούτοι… Ας κατεδίωκεν, ας εφόνευεν, ας εξώντωνεν αυτούς ο ενωμοτάρχης˙ όχι όμως και να τους υβρίζη!…

Έπειτ’ αυτή η έπαρσις με την οποίαν ωμίλει περί του όπλου του, έκαμνε τον γέροντα να χάνη πάσαν ίδέαν περί της ανδρείας του Παπαθεοδωρακοπούλου. Βέβαια˙ διά να έχη τόσον εγωισμόν διά τα πλεονεκτήματα του όπλου θα ειπή ότι με αυτό έτρεφεν όλας τας ελπίδας του, εις αυτό εστήριζεν όλην την ανδρείαν και την φήμην του… Κι ενώ τον ήκουεν ούτω ομιλούντα ο γέρων ήρχισε να αισθάνεται αηδίαν και να τον παρομοιάζη προς κανένα τενεκέν της νεωτέρας κοινωνίας—πάντοτε της νεωτέρας, διότι εις την ιδικήν του δεν υπήρχον τενεκέδες—ο οποίος λαμβάνει γυναίκα με τ’ όνομα και την περιουσίαν της οποίας να παρουσιάζεται αυτός εις τον κόσμον!… Κι έλεγεν ο ενωμοτάρχης ότι με τοιούτον όπλον δεν εφοβείτο ούτε τον Θεόν. Βέβαια, πάντοτε με το όπλον!…

Κι εν τη ακρατήτω ορμή του θυμού του ο Χειμάρρας απέτεινε την απότομον εκείνην ερώτησιν περί της πατρίδος του εις τον ενωμοτάρχην… Αλλά τόρα δεν αντέλεγε˙ κάμνει και η κουρούνα θαύματα—γίνονται κι οι καμπίσοι παλληκάρια!… Και έκυψε την κεφαλήν ο γέρων προ του νεοφανούς κι εβυθίσθη εις σκέψεις. Ποτέ εις την ζωήν του δεν απήντησε καμπίσον και τοιούτον λεβέντην! Επί της επαναστάσεως ουδείς απ’ εκείνα τα μέρη διέπρεψεν εις ανδρείαν και πολεμικήν ορμήν. Αν είνε διά κουτοπονηρίας και αλληλομαχίας ήσαν πρώτοι, από του άρχοντός των μέχρι του τελευταίου χωρικού… Ένα μόνον εγνώρισεν εις το Μεσολόγγι, τον Βέρραν, ριψοκίνδυνον άνδρα, πλήρη πατριωτικής φλογός, παράτολμον μέχρι τρέλλας, σκληροκρέατον ώστε διαρκούσης της μάχης να φράσση τας οπάς των σφαιρών όσας ελάμβανεν επί του σώματός του διά χονδρών κλάδων σχοίνου, και τον οποίον ήκουσεν ότι εφονεύθη επί Ιμπραϊμ έξω του χωρίου του, του Βαρθολομιού, μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων… Αλλά κι εκείνος ήτο ταπεινός, ήσυχος αθρωπάκος, δίχως λεβεντιάν εις τας κινήσεις του, δίχως αέρα… Κανένα όμως άλλον… Και ανεκύκλου ο γέρων κατά φαντασίαν το ρητόν το οποίον λέγει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά λεβέντες» και το εύρισκε κι εδώ ακόμη αληθέστατον. Έπειτα και τι όνομα!… Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, όλως άμουσον και πεζόν ώστε δεν ηπόρει και πολύ διότι ήτο τοσούτον αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Ήρχιζε να παραδέχεται παράκρουσιν πλέον της φύσεως… Ήτο άδικον όμως να φυτρώση εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα εις το κορμί!…

Αλλ’ ενώ ο γέρων επλανάτο εις τας σκέψεις του αυτάς, ο ενωμοτάρχης συνελθών εκ της ταραχής του ήρχισε πάλιν τον πανηγυρικόν του όπλου του. Τόρα διηγείτο παρελθούσαν αυτού συμπλοκήν μετά της συμμορίας του Χειμώνα, εις το δάσος της Λεπενούς, κατά την οποίαν συνέλαβε τρεις κι εφόνευσε τον αρχηγόν:

— Σαν τον είδα χάμου, πήγα κοντά και τον πάτησα ‘ς το σβέρκο˙ ήθελα να τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τώρα οι παληοκλειδωνιές.

Κι έβαλε διάτορον γέλωτα, εκδικούμενος δήθεν τ’ όνομα, το οποίον είχον δώσει ειρωνικώς οι λησταί εις τα όπλα του Σασεπώ, διά τον τραχύν και διακοπτόμενον αυτών κρότον.

— Ρε, τι τα θέλω γω αυτούνα; είπεν ο Χειμάρρας, αποτόμως συνελθών εκ του γέλωτος του ενωμοτάρχου˙ μπορεί να το φέρνη έτσι για το βόλι απάνου σου;

— Όχι, πλαϊνά κάνε, σαν τα καρυοφύλλια τα δικά σας˙ απήντησεν ούτος, μιμούμενος την Ρουμελιωτικήν προφοράν, ίνα δήθεν επιτείνη την ειρωνίαν των λόγων του

— Μπρε, τα δικά μας μπρε, έδιωξαν τους τούρκους! εφώναξεν εν αγανακτήσει ο γέρων.

— Τι να σου κάμω!… απήντησεν ο ενωμοτάρχης κινών την κεφαλήν˙ ήθελα πενήντα τούρκοι να είχαν από τούτα δω και να ‘βλεπες την παληοκαπότα!….

Κι επαλάμισε τον υποκόπανον του όπλου μετά τίνος πεποιθήσεως, την οποίαν δεν είχε βεβαίως ούτε ο Καραϊσκάκης, ότε επί της Γαλλικής φρεγάτας απέρριπτε τας προτάσεις του Κιουταχή, φωνών το ιστορικόν εκείνο: «πασάς — η πάλλα μου!» Ο Χειμάρρας ήδη έγεινεν εκτός εαυτού˙ ο νεόπλουτος κατήντησεν ανυπόφορος! Δεν εχλεύαζε πλέον τους σημερινούς ληστάς αλλά και τους άνδρας του Αγώνος˙ έπειτ’ από το λεφούσι ήρχετο η παληοκαπότα!… Κι έλεγε παληοκαπόταν ο ενωμοτάρχης την χρυσοφορεμένην και αρματοστόλιστον εκείνην γενεάν, η οποία εξέπληξεν όλον τον κόσμον, την οποίαν εζήλευσαν τόσοι βασιλείς!… Διά μίαν στιγμήν ο νους του γέροντος εζαλίσθη και δεν ήξευρε καλά καλά πού εύρίσκετο. Είνε αληθές ότι και η νεολαία του χωρίου του, παρά τον άμετρον σεβασμόν τον οποίον έτρεφε προς αυτόν, πολλάκις του έλεγε τι τοιούτο διά να τον πειράζη. Τα συνειθίζουν αυτά οι νέοι˙ να φαίνωνται ότι καταφρονούν την εποχήν των γερόντων και ότι ούτοι ζώσιν εις καλλιτέραν δήθεν. Αλλά τοιαύτην ύβριν από κανένα στόμα δεν την ήκουσε… Πενήντα τούρκοι θα κατέστρεφον λοιπόν όλους αυτούς, αν είχον τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνον το όπλον είνε το παν; η ανδρεία δεν λαμβάνεται ύπ’ όψιν! η έφεσις προς την δόξαν, προς την έλευθερίαν, τίποτε!…

— Μπρε!…

Κι επανέλεγεν ο γέρων το σύνηθες επιφώνημά του ξηροβήχων, πνιγόμενος εκ της συγκινήσεως.

Αλλ’ αίφνης άνευ ουδεμιάς αφορμής, άνευ ειρμού τίνος, χωρίς και ο ίδιος να το εννοήση διατί, μ’ εκείνο το ακούσιον κραύγασμα, το οποίον αναδίδει μόνη της η καρδία πονέσασα αίφνης, ο γέρων εφώνησε μετά παιδικής αυταρέσκειας:

—Μπρε, το θαρρείς καλλίτερο αυτούνο απ’ τον Αϊ-Γιώργη μου;

— Ποιον Αϊ- Γιώργη; εψιθύρισεν ο ενωμοτάρχης απορών.

— Το καρυοφύλλι του˙ απήντησαν πολλοί των χωρικών.

— Ναι, το καρυοφύλλι μου˙ είπεν εγωιστικώς ο γέρων.

Ο ενωμοτάρχης εγέλασε θορυβωδώς διά το νέον άκουσμα και οι χωρικοί τον εμιμήθησαν ασυνειδήτως. Οι χωρικοί παρηκολούθουν απ’ αρχής την φιλονεικίαν αυτήν του γέροντος και του ενωμοτάρχου. Όσον και αν ήσαν προκατειλημμένοι εκ της φήμης του Παπαθεοδωρακοπούλου, όσον και αν επέρριπτεν επ’ αυτών θάμβος το όπλον, μικρόν κατά μικρόν ήρχισαν να εννοούν και αυτοί την μηδαμινότητά του. Είδον αυτόν να φέρεται τόσον τραχέως προς τον γέροντα, προς το γήρας αυτό, το οποίον ούτοι εν τη ορεινή πατρίδι των σέβονται ως θεότητα σχεδόν και το οποίον πρωτοστατεί και προέχει εν τη μικρά κοινωνία των˙ τον ήκουσαν να υβρίζη τους ληστάς, το σώμα εκείνο διά το οποίον έτρεφον όλως υψηλάς ιδέας, και εις το οποίον πολλάκις ελάμβανον μέρος, κρυφίως ενισχύοντες αυτό κατά των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ώστε εσκανδαλίζοντο. Η περί τα πάτρια ζηλότυπος αφοσίωσίς των, η φυσική ροπή όπως τηρήσουν αυτά αλώβητα τους έκαμνεν ήδη να εκλαμβάνουν τον ενωμοτάρχην ως πνεύμα κακοποιόν, ελθόν εκεί να τους αφαιρέση τ’ άγια συναισθήματα και τους αφήση την χολήν του. Διό ήρχισαν να βλέπουν αυτόν κάπως δυσπίστως και να κινούνται εις διαμαρτύρησιν.

Αλλ’ ο νεωτερισμός διά την ανθρωπότητα είνε φως θαμβούν κι ελκύον˙ είνε ο λύχνος ο σύρων όπισθέν του επί τεσσαρακονταετίαν τους Ισραηλίτας εν τη ερήμω˙ το φωτεινόν άστρον το παρασύραν τους μάγους μέχρι της φάτνης του Σωτήρος. Και οι Βουνιχωρίται χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι, δεν ηδυνήθησαν ν’ αντιστώσιν εις τον πειρασμόν κι επί τέλους εγέλασαν ασυνειδήτως και αυτοί προ της συγκρίσεως την οποίαν ήθελε να κάμη ο γέρων. Ούτος όμως παρωξύνθη ακόμη περισσότερον διά τούτο. Ναι ήθελε τώρα ν’ αποδείξη εις αυτόν τον ξιππασμένον και εις τους ανισχύρους χωρικούς των οποίων τόσον εύκολα εκλονίσθη η πίστις, ν’ αποδείξη ότι ήτο βάσιμος ο ισχυρισμός του.

— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; εφώναξε μετά πάθους.

— Άι κοιμήσου, γέρω μου, να ζήσης˙ απήντησε μετά τόνου οικτίρμονος ο ενωμοτάρχης˙ σαν και λες να βάλης να τρέξη το ξιφτέρι με τον μπούφο˙— ολούρμε;

— Στάσου και να ιδής!…

Και χωρίς ν’ ακούση άλλον λόγον ο γέρων, μετά ορμής εμπαθούς, η οποία εφανερώνετο απ’ όλας τας σπασμωδικάς κινήσεις του, ανέβη την μικράν ανωφέρειαν κι εχάθη όπισθεν μιάς φράκτης του χωρίου.

*

Ο Χειμάρρας έσπευδε μετά τάχους εις τον οικίσκον του. Η ψυχή του διηγέρθη όλη από τους λόγους του ενωμοτάρχου και δεν θα ησύχαζεν αν μη διέψευδεν αυτόν. Αν δεν του απεδείκνυε τίνα ήσαν τα όπλα, τα οποία, αυτός ενέπαιζεν εναγώς, και ήθελε να φέρη ως καλλίτερον εν όλως άδοξον, το οποίον ακόμη δεν εκαπνίσθη με της μάχης τον καπνόν, δεν εβάφη εις αίμα εχθρικόν, δεν εξήμεσε βόλι εναντίον του άρπαγος της Πατρίδος. Διότι αυτά και μόνα εθεώρει άξια συστατικά ενός όπλου ο γέρων.

Όπως έτρεφε μεγάλας ιδέας περί των ανδρών της εποχής του τας αυτάς έτρεφε και περί παντός ό,τι εχρησίμευσεν εις αυτούς κατά τον αγώνα, τον πολύμοχθον ο Χειμάρρας. Η φαντασία του, η φλογερά και άδολος, περιέβαλλεν αυτά με μίαν ιδανικήν αίγλην, μ’ ένα υπερηφάνου αφελείας χρωματισμόν, όπως οι άγνωστοι εκείνοι ποιηταί της εποχής του τ’ απεκρυστάλλωσαν εις τα δημοτικά τραγούδια. Και διά τούτο αν ήκουε ποτέ καμμίαν των όπλων εκείνων τελειοποίηση διευκολύνουσαν την δράσιν αυτών και την δύναμιν, ενέπαιζεν αυτήν και την απέρριπτε μετά πείσματος. Αι πλατείαι και κυρταί πάλλαι, τα μακρά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά, τα οποία εφόνευσαν τον εχθρόν, αυτά ήσαν τα άξια όπλα, τ’ ασφαλή της νίκης εχέγγυα. Το αίμα με το οποίον εβάφησαν, ο καπνός με τον οποίον περιεβλήθησαν κατά τας μάχας και από του οποίου έλαμπον αίφνης ως αστραπαί απειλητικαί μέσω καταμαύρου νέφους, ο αλαλαγμός εκείνος και θόρυβος, οι κλαυθμοί, οι γόοι, αι απειλητικαί φωναί κι αι εξηγριωμέναι ύβρεις, μέσω των οποίων έδρων, επίστευεν ο Χειμάρρας ότι προσήψαν εις αυτά κάποιαν άλλην δύναμιν, θαυματουργόν και ιεράν, όπως εις τα εικονίσματα η επί τεσσαράκοντα ημέρας διαμονή εν τη εκκλησία και τα θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας καθιστώσιν αυτά ισχυρούς του οίκου προστάτας. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα, που έφερον οι Βαυαροί κι αι μετέπειτα καραμπίναι του Μινιέ, τόσον πενιχρά και βαρέα και άκομψα, δεν ήσαν παρά ξύλον μόνον και σίδηρος και δεν επροξένουν καμμίαν εις την ψυχήν του συγκίνησιν. Αι λόγχαι αυτών και τα πλατύτατα εκείνα ξίφη δεν εχρησίμευον παρά ως αρνόσουβλες μόνον εις κανέν πανηγύρι!… Την αυτήν ιδέαν εξέφρασεν ο γέρων και περί του όπλου του Σασεπώ, ότε το πρώτον ήκουσε περί αυτού. Και τώρα, ότε το έβλεπεν εμπρός του, ότε αντελαμβάνετο της ταχυεργού δυνάμεώς του, δεν ηρνείτο μεν αυτήν, αλλ’ είχε πεποίθησιν ότι ο Αϊ Γιώργης του ήτο ανώτερος και αυτού. Ο γέρων επήδησεν ήδη εις τον οικίσκον του και ήρπασε το καρυοφύλλι από τον τοίχον μετά βίας, ωσεί επρόκειτο να υπερασπισθή κατά τινος εχθρού. Ανεμέτρησεν αυτό από κάτω έως επάνω και με τρεμούσας χείρας ανέσυρε την ράβδον κι έρριψεν αυτήν εντός της κάννης μετά πάθους. Και εις τον δούπον που έκαμεν αύτη βεβαιωθείς ότι ήτο γεμάτον και εις τον λεπτόν μεταλλικόν ήχον της κάννης, ενωτισθείς γνωστήν φωνήν, απήχησιν τσαπραζίων και αναβρασμόν μάχης, ο γέρων ανέδωκε ρόχθον βροντώδη, ωσεί πολεμικού ίππου χρεμετισμόν.

— Τσογλάνι!… ήρθρωσε μετά θυμού˙ τσογλάνι!…

Και ρίψας την ράβδον επί του εδάφους, ήρπασε το όπλον και κατήρχετο το μονοπάτι προς τους χωρικούς σπεύδων.

Ο γέρων Χειμάρρας εφαίνετο ήδη αναβιώσας όλως. Δεν ελύγιζε πλέον την ράχιν ούδ’ έκυπτε την κεφαλήν όπως πριν εν γεροντική καρώσει, αλλ’ ανωρθούτο υπερήφανος κι ευθυτενής, μ’ ένα μεγαλοπρεπές κι επιβάλλον βάδισμα, με μίαν έπαρσιν θριάμβου επί της φυσιογνωμίας του, της συνοφρυωμένης, ως λέων ερχόμενος οργίλως να εκδικηθή τους σφαγέντας συντρόφους. Είχε την ιδέαν ο γέρων ότι ευθύς μόλις εμφανιζόμενον το όπλον του θα επέβαλλεν εφ’ όλων των χωρικών και χωροφυλάκων την αδρανή εκείνην σιγήν, την οποίαν επιβάλλουν πάντοτε εις τους ανθρώπους τα μεγαλοπρεπή κι έκτακτα αντικείμενα, και θ’ απέσπα τον θαυμασμόν του ενωμοτάρχου. Είχε την ακράδαντον πεποίθησιν ότι αμέσως ούτος θ’ απεκάλυπτε την κεφαλήν προ του ιερού εκείνου μάρτυρος ανεσπέρου δόξης, προ του αγίου εκείνου λειψάνου τόσων θριάμβων.

— Εδώ σας θέλω! έκραξε προσατενίζων όλους αυτούς με οφθαλμούς λάμποντας υπό χαράς και υπερηφανίας.

Και ήθελε να τους είπη να κλείσουν τους οφθαλμούς μήπως τυφλωθούν εκ της αίγλης της δόξης του˙ να κλίνουν γόνυ διά να μη αμαρτήσωσιν.

Αλλά ματαίως ανέμενε φωνήν εκπλήξεως. Ο ενωμοτάρχης παρετήρει αυτόν ατάραχος και απαθής, μ’ ένα ελαφρόν χαμόγελο εις τα χείλη, ως να συνεκράτει τον γέλωτα, χαριζόμενος εις την γεροντικήν του αδυναμίαν, οικτείρων την παιδαριώδη του πεποίθησιν. Οι χωροφύλακες έχασκον βλακωδώς˙ πέντε εξ εκ των χωρικών, οι γεροντότεροι, ητένιζον το καρυοφύλλι με λυπημένον βλέμμα, έσχατοι μαχηταί ζώντες έτι επί του πεδίου της μάχης, ατενίζοντες την σημαίαν των η οποία γνωρίζουν ότι μετά τον θάνατόν των θα περιέλθη εις χείρας του εχθρού˙ ενώ οι λοιποί εντελώς απηρνούντο πλέον αυτό, το μελαψόν κι εξηρθρωμένον και γεγηρακός, ουδέ ήθελον καν να το ατενίσουν… Ο γέρων εστάθη διά μίαν στιγμήν προ της τοιαύτης ψυχρότητος άλαλος. Συγκεχυμέναι ιδέαι συνέρρευσαν εις το πνεύμα του, βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν του και ησθάνθη αίφνης εαυτόν παρασυρόμενον εις το ορμητικόν ρεύμα της θελήσεως των πολλών.

— Μπρε!… εφώνησεν.

Αλλ’ η εντύπωσις αύτη ήτο στιγμιαία.

Επί της ψυχής εκείνης της θερμαινομένης υπό μεγάλων παραδόσεων δεν ηδύνατο να εγκαθιδρυθή διά πολύν καιρόν η αποθάρρυνσις, όπως επί πιπυρακτωμένου σιδήρου δεν δύναται να καθήση σταγών ύδατος. Ευθύς αμέσως ο γέρων ανέλαβεν όλην αυτού την ενεργητικότητα, όλην την ακλόνητον πεποίθησιν περί του Αϊ Γιώργη του, όσην έτρεφε και περί του ομωνύμου Στρατηλάτου. Εβιάζετο, έσπευδε να προβώσιν εις την δοκιμήν, να διαλαληθή παντού ο θρίαμβος του όπλου του, ο οποίος θα ήτο και θρίαμβος της γενεάς του αυτής.

— Έλα, μπρε˙ έκραξε προς τον ενωμοτάρχην ανυπομόνως˙ κόκεψε και ρίξε!…

— Μα, παππού˙ μη χαλάς άδικα τη ριξά σου˙συνεβούλευσεν ούτος.

Ο γέρων έγεινεν όλος φωτιά. Οι μυκτήρες της χονδρής ρινός του σφοδρώς ανεκινήθησαν αι δασείαι οφρύς του συνεσφίχθησαν παρά το μεσόφρυον κι αι άγριαι τρίχες της λευκής κόμης του ανωρθώθησαν απειλητικαί. Η εξεγερθείσα υπεροψία του δεν εύρισκεν άλλο παρά εμπαιγμόν και χλεύην εις τους λόγους εκείνους του ενωμοτάρχου˙ επί της μορφής αυτού δεν ανεγίνωσκε παρά οίκτον άμετρον δι’ αυτόν. Αυτόν, που δεν παρεδέχετο κανείς να οικτείρη, κανείς να λυπηθή!… Κι ευθύς όλαι αι βίαιαι έξεις και ορμαί των καπεταναίων της εποχής του, τας οποίας εκ της πολυχρονίου μετ’ αυτών διατριβής προσέλαβεν˙ όλον εκείνο το αίμα το κοχλάσαν εις τόσας μάχας, το θερμανθέν εις τόσους θυμούς, ανέβρασεν ακράτητον εις τας φλέβας του. Δεν αρκεί ότι ηνείχετο τον ενωματάρχην από αρκετής ήδη ώρας να καταρρίπτη τα είδωλα τα οποία αυτός εδοξολόγει˙ να ποδοπατή παν ό,τι αυτός εθεοποίει. Δεν αρκεί ότι επέτρεψεν εις αυτόν να υβρίση τους άνδρας εκείνους τους οποίους δεν ήτο άξιος να φέρη καν εις το στόμα του. Δεν αρκεί ότι τον αφήκεν ελεύθερον ν’ αφαιρέση τας ιεράς πεποιθήσεις απ’ αυτούς τους χαζούς συμπατριώτας του και να ενσπείρη ζιζάνια εις την αθώαν και άπλαστον ψυχήν των˙ αλλ’ ήθελε να εμπαίξη και αυτόν τον ίδιον!… Αλλ’ ο γέρων δεν επέτρεψε τούτο εις άλλους άνδρας—και τι άνδρας! —και θα επιτρέψη τώρα εις ένα ’μπαίγνιο!…

— Μπρε θα ρίξης ή να σ’ την ανάψω! έκραξε παράφορος.

Και συγχρόνως έστρεψε το όπλον εναντίον του στήθους του ενωμοτάρχου. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος απέμεινεν έκπληκτος. Μόλις τώρα ενόει οποίον κλονισμόν επέφεραν οι λόγοι του εις την ψυχήν του γέροντος και πού ηδύνατο να φθάση αυτή του η παραφορά. Εγνώρισε μόνος του τώρα ότι δεν επεδέχετο πλέον αστεϊσμούς η συζήτησις κι εσκέφθη διά μαλακού τρόπου ν’ αποφύγη την σύγκρισιν.

— Μα, γέρω μου… ηθέλησε ν’ αρθρώση.

— Τι γέρω μου, μπρε!… θα ρίξης σου λέω!…

Ο Χειμάρρας ενόει να λάβη ικανοποίησιν η κολοβωθείσα υπόληψις του όπλου του. Ήθελε να γίνη η σύγκρισις, να μάθη ο λοχίας να μη καταφρονή τα όπλα με τα οποία ελευθερώθη η πατρίς του. Ή—αν ήτο γραμμένον και τούτο—να διαψευσθούν πλέον όλαι του αι ελπίδες!… Και ο ενωμοτάρχης εκών άκων υπέκυψεν. Έθεσε το φυσίγγιον εις το όπλον του και είπεν εις τον γέροντα ότι ήτο έτοιμος διά τον αγώνα και άφινεν αυτόν να ρίψη πρώτος.

— Όχι, εσύ θα ρίξης˙ επέταξεν ο γέρων.

— Καλά˙ σε πόσα μέτρα;

— Όσα θες… Στον καιρό του Παπα-Κώστα, από δω ως την Τούρλα έκοψα ταγκ!… το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.

Και μετά παιδικής μεγαλαυχίας ο Χειμάρρας έδειξε προ αυτού υψηλόν κωνοειδή λόφον, πετρώδη και φαιόν, φέροντα δύο τρεις ελάτους εις την κορυφήν και ανεμνήσθη της κατά το 1842 επαναστάσεως του Παπα-Κώστα Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματωλού ιερέως του Αγώνος. Μετέσχε και ο γέρων Χειμάρρας της εξεγέρσεως εκείνης, όχι διότι είχε καμμίαν δυσαρέσκειαν κατά της βασιλείας του Όθωνος, ούτε χάριν συμφερόντων, αλλ’ απλώς υπό φιλοπολέμου ορμής παρασυρθείς, αποστέργων τον απράγμονα βίον του χωρίου, έπειτ’ από τας τόσας περιπετείας και τας συγκινήσεις του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριον σώμα υπό τον Βελέντζαν διευθύνετο προς την Λαμίαν, ούτοι περί τους διακόσιους εκκινήσαντες εκ Σαλώνων εβάδιζον κατά του Γαλαξειδίου, ότε εστάθμευσαν επ’ ολίγον κάτω της Βουνιχώρας και διέπραξεν ο Χειμάρρας διά του καρυοφυλλίου του την αξιομνημόνευτον εκείνην πράξιν, η οποία εξέπληξε τότε τους επαναστάτας όλους και αυτόν τον Παπα-Κώστα.. Αλλ’ η Τούρλα δεν απείχεν απ’ εκεί όπου ίσταντο παρά πεντακόσια το πολύ μέτρα και ουδεμίαν είχε σημασίαν διά τον ενωμοτάρχην, του οποίου το όπλον ενήργει αποτελεσματικώς μέχρι των χιλίων διακοσίων.

— Τόσο κοντά! επεφώνησεν ούτος γελάσας.

Κατέλαβεν ήδη και αυτόν τάσις τις προς άμιλλαν˙ ανέβρασαν κι εντός αυτού τα λωφάζοντα εις την ψυχήν παντός οπλοφορούντος ανδρός ένστικτα εκείνα της υπεροχής εις όλα και της παραβόλου φιλοτιμίας. Όσον και αν ήθελε να μην απελπίση τον γέροντα δεν ηδύνατο πλέον. Πάσα παραχώρησις ήτο άκαιρος. Αφού υπεχρεώθη να κατέλθη εις τον αγώνα ώφειλε και να νικήση. Δεν ήτο καθόλου επιτετραμμένον εις αυτόν ν’ αφήση εν παλαιόν καρυοφύλλι γέροντος πολίτου να φανή υπέροχον του ιδικού του, ενός στρατιώτου του βασιλέως, θα κατέπιπτεν ευθύς τότε το γόητρον του όπλου το οποίον ήτο και γόητρον όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα κατεγέλων αυτόν διά τας πριν επαγγελίας του κι ευχαρίστως θ’ ανήγειρον την κεφαλήν, που τους είχε καταρρίψη ήδη η γοητεία του νεοφανούς.

— Να, είπεν˙ εγώ εκεί θα ρίξω, στον κάτω έλατο!.…

Κι έδειξε διά της χειρός απώτατα μικρόν έλατον, εις τους πρόποδας του ετέρου της Βουνιχώρας βουνού, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον προσέβλεψαν έκπληκτοι, με κάποιαν δυσπιστίαν διά το απώτατον του σκοπού, ευλογούντες ενδομύχως τον γέροντα Χειμάρραν, διότι χάρις εις αυτόν θα έβλεπον εμπράκτως του νέου όπλου την ενέργειαν. Ενώ ο γέρων, με μειδίαμα εις τα χείλη δύσπιστον και οφθαλμούς ημικλείστους, έβλεπε τον ενωμοτάρχην ως διδάσκαλος, σιωπηλώς παρακολουθών τα δύσκολα ψελλίσματα του μαθητού του.

Ο ενωμοτάρχης όμως εχειρίζετο μετά μεγάλης ευκολίας το όπλον, δεικνύων πόσον ήτο γνώριμος μ’ αυτό. Διά μίαν στιγμήν εγονάτισε καθ’ όλας, τας απαιτήσεις της τακτικής, ύψωσε καταλλήλως το κλισιοσκόπιον, εστήριξε τον αγκώνα επί του ομοταγούς γόνατος και σκοπεύσας επυροβόλησεν άνευ χρονοτριβής.

— Α! ηκούσθη εκ του στόματος όλων των χωρικών. Εν α! βραχνόν, βαρύ και υπόκωφον, εκφράζον απαλλαγήν από βάρους πιέζοντος την καρδίαν κι εν ταυτώ θαυμασμόν κι έκπληξιν και αποθάρρυνσιν και χαράν ως δυσέφικτος προσδοκία πραγματοποιουμένη. Δεν εφλυάρει μόνον ο ενωμοτάρχης, αλλά και έπραττε˙ δεν είχε μόνον καλόν όπλον, αλλά και χείρα άτρομον και αλάνθαστον οφθαλμόν. Κι ενώ ήδη οι χωρικοί περιεκύκλουν αυτόν, διαφοροτρόπως εκφράζοντες τον θαυμασμόν των, χαίροντες ως να μετείχον κι εκείνοι της νίκης του, ασπαζόμενοι ολοψύχως τους νεωτερισμούς του, οι πέντε εξ γέροντες, οι πιστοί του παρελθόντος οπαδοί, έστρεφον εναγώνιον βλέμμα προς τον Χειμάρραν, ως να του έλεγον ότι πάσα απόπειρα ήτο ματαία πλέον, ότι έπρεπε να προσπαθήση, ευσχήμως υποχωρών, να σώση τουλάχιστον του καρυοφυλλίου το παλαιόν γόητρον.

— Η αράδα μου τώρα…

Ο γέρων δεν είχε κατά νουν να υποχωρήση. Είνε αληθές ότι εθαύμασε και την ευθυβολίαν του όπλου και του ενωμοτάρχου την οξυδέρκειαν˙ είνε αληθές ότι αυτός δεν εδοκίμασε ποτέ από τοιαύτης αποστάσεως το καρυοφύλλι του˙ αλλ’ η ιδέα ότι ήτο ιδικόν του όπλον, όπλον της εποχής του, εδέσποζε του πνεύματός του απαρασάλευτος. Όπως εδέσποζε απαρασάλευτος εις το πνεύμα του και η ιδέα ότι και τώρα ακόμη ήτο υπέρτερος των παλληκαρίων του χωρίου του κατά την ωκυποδίαν και το πήδημα και το λιθάρι. Είνε ο Χειμάρρας αυτός και είνε ιδικόν του το όπλον!… Ο γέρων κατέλαβε τον τόπον που είχε πριν ο ενωμοτάρχης, ηνώρθωσε τους ψαρούς μύστακάς του υπερηφάνως, όπως όταν ήθελε να διηγηθή καμμίαν ένδοξον σελίδα της ιστορίας του κι έφερε προς τον ώμον τας πλατείας χειρίδας του υποκαμίσου του, έκαμε τον σταυρόν του όπως συνείθιζον οι περισσότεροι άνδρες της εποχής του προ μεγάλου τινός γεγονότος, αναθέτοντες εις τας χείρας του Θεού την έκβασίν του. Ηθέλησε να γονατίση αλλ’ ευθύς μετενόησεν. Όχι˙ εις την εποχήν του δεν εγονάτιζον τας περισσοτέρας φοράς, μέσα εις την φοβερωτέραν ώραν της συμπλοκής, ενώ αι σφαίραι εσύριζον απειλητικαί τριγύρω των˙ ούτω όρθιοι, ακλόνητοι αντιμετώπιζαν τον θάνατον οι πολεμισταί εκείνοι. Ούτω και τώρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθή ν’ αντιμετωπίση τον θάνατον, τον ηθικόν θάνατον που ηπείλει να δώση διά του όπλου του ο ενωμοτάρχης εις αυτόν και την μεγάλην εποχήν του. Εις τους νέους τα γονατίσματα, εις τους νέους πρέπουν!… Και προτείνας τον αριστερόν πόδα και πλαγιάσας ολίγον ίνα στηριχθή όλος επί του δεξιού εστάθη ακίνητος, άκαμπτος ως ανδριάς, ύψωσε το όπλον, έκλινε την κεφαλήν προς την ακτηρίδα, εσκόπευσε κι επυροβόλησεν.

Πλην όσοι των χωρικών ήκουσαν άλλοτε το καρυοφύλλι του Χειμάρρα και αυτός ο γέρων, από την εκπυρσοκρότησιν εκείνην ευθύς ηννόησαν ότι το όπλον δεν εξεπλήρωσε τον σκοπόν του. Ο ήχος του δεν ήτο πλέον εκείνος ο βαρύβρομος και ηχήεις, τον οποίον διέκριναν οι Τουρκαλβανοί μέσω των άλλων εκπυρσοκροτήσεων, φρικιώντες δι’ αυτόν και μόνον, ως να ήκουον λέοντος βρυχηθμόν μέσω της ακίνδυνου ορυγής τσακαλιών. Ούτε εκείνος διά του οποίου όλοι οι εν Βουνιχώρα νυμφευόμενοι ανήγγελλαν εις τους συμπεθέρους την ώραν της συναθροίσεως. Ήτο κλαυθμηρός, σεσυρμένος και άτονος, ως να εξέπεμπε της κάννης του ουχί βολήν αλλ’ έκφρασιν δισταγμού διά τον αγώνα εις τον οποίον εκαλείτο, ανεπαρκείς αισθανόμενον τας δυνάμεις του πλέον.

Και τω όντι, οι δραμόντες να παρατηρήσουν χωρικοί έλεγον ότι ούτε ο έλατος εγγίχθη που ούτε κανέν πλησίον άλλο μέρος. Μειδίαμα ήρχισε ν’ αναφαίνεται εις τα χείλη των παρισταμένων όλων, λόγοι ερεθιστικοί να εκφράζωνται βαθμηδόν και κατ’ ολίγον εντονώτεροι γινόμενοι, και τα βλέμματα όλα, με την διαβολικήν έκφρασιν εκείνην της χαιρεκακίας, προσηλώθησαν πονηρώς επί του πτωχού γέροντος: Του γέροντος ο οποίος έμενεν εκεί ακόμη όρθιος με το καρυοφύλλι εις χείρας, την κεφαλήν κάτω νεύουσαν, τεταπεινωμένος, συντετριμμένος και άλαλος,

— Να, εδώ ένε! εφώναξε τις αίφνης, σπεύδων εις λόχμην καπνιζούσης χαμορίγανης.

Και τω όντι ήτο εκεί η σφαίρα του καρυοφυλλίου, θερμή ακόμη, πεπλατυσμένη και παρέκει το χάρτινον πώμασμα ανέπεμπεν ολίγον κυανόφαιον καπνόν. Μόλις εις το μέσον της τροχιάς έφθασεν η σφαίρα κι έπεσε˙ δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση την πορείαν της!…

— Βλέπεις τα, παππού! είπεν εμπαικτικώς ο ενωμοτάρχης…

Και χωρίς να στρέψη προς τον γέροντα, μεθυσθείς εκ της επιτυχίας και θέλων να καταπλήξη τους χωρικούς διά της ευστοχίας του, ήρχισε να πυροβολή κατά των πέριξ ελατών. Κι ενώ αι σφαίραι συρίζουσαι επέτων προς τον σκοπόν και οι κλώνοι θορυβούντες κατήρχοντο αναπαλλόμενοι του βουνού, ατυχή θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχου, ούτος εκάγχαζε κι εβόα εν κομπορρήμονι αδιαφορία:

— Μέτρα, παππού…μέτρα!…

*

Αλλ’ ο Χειμάρρας δεν ήκουεν ούδ’ έβλεπε πλέον. Η απροσεξία των χωρικών οι οποίοι επροθυμούντο θορυβούντες να κολακεύσουν την ματαιοδοξίαν του ενωμοτάρχου, έδωκεν εις τον γέροντα καιρόν να φύγη απαρατήρητος εις τον οικίσκον του. Μόλις δ’ έφθασεν εκεί έρριψεν αμελώς εις μίαν γωνίαν το όπλον του και αφέθη ωχρός κι εξηντλημένος επί μιας παρατυχούσης καλάθου.

Όλα τα έχασε διά μιάς ο γέρων˙ την έπαρσιν της φυσιογνωμίας, την επιβλητικότητα του παραστήματος, την λάμψιν του βλέμματος, την λεβεντιάν του σώματος και την υπερηφάνειαν της ψυχής—όλα τα έχασε. Δεν ήτο ήδη παρά ένα ταπεινόν και αποκαρωμένον γερόντιον, κύπτον υπό το βάρος των ετών˙ μία μάζα κρέατος και κοκκάλων, παράλυτος εκ της δυστυχίας της ζωής. Ο αγών αυτός των όπλων ήτο διά τον Χειμάρραν αγών του παρελθόντος και του παρόντος, της παρελθούσης γενεάς, της μεγάλης και θαυμαστής και της νέας γενεάς, της όλως ασήμου και ταπεινής και παιδαριώδους, η οποία μόνον υπό την σκιάν της παλαιάς ηδύνατο ν’ ανδρωθή και να προκόψη. Και όμως αυτή ενίκησεν εκείνην. Το ευτελές όπλον ένος ασήμου ενωμοτάρχου ενίκησε το εξακουστόν όπλον του γέροντος Χειμάρρα, όπως εις το παραμύθι συμβαίνει ο λεπρός βουκόλος να νικά τον ανδρειωμένον της Γκιόνας.

— Άι χούχα!…

Δεν επεφώνει πλέον το μπρε! ο γέρων το μεγαλοπρεπές εκείνο και μεστόν ψυχικού σθένους, το οποίον συχνά εκφωνούμενον από του στόματός του επέβαλλε σιγήν εφ’ όλων των Βουνιχωριτών και παρέλυε των νέων τας ακατασχέτους ορμάς. Αλλά το άι χούχα, το κοινόν και τετριμμένον, διά του οποίου όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισίαν της ψυχής και του σώματος την κάρωσιν.

— Άι χούχα!… εξέφερε συχνά του στήθους.

Κι έρριπτε βλέμμα εσχάτης απογοητεύσεως εις το καρυοφύλλι του. Το καρυοφύλλι του εις το οποίον δεν είχε πίστιν πλέον, δεν είχε πεποίθησιν, όπως η χήρα εκείνη του ανεκδότου, η οποία ενώ ενόμιζεν εαυτήν κάτοχον Τιμίου ξύλου, βεβαιούται αίφνης παρά του ιδίου πλοιάρχου ότι τούτο ήτο τεμάχιον από του ιστού του πλοίου του. Πού πλέον εκείνο το περίβλεπτον καρυοφύλλι, το οποίον εχθροί και φίλοι εζήλευον, το οποίον ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι εθαύμαζον κι επήνουν; όπως επήνουν και αυτού την ανδρείαν. Το καρυοφύλλι διά το οποίον το Αρχοντόπουλο, προσέφερεν εις αυτόν χιλιάδες ντούπιες κατά την πολιορκίαν των Αθηνών.

Πλην όχι χιλιάδες αλλά μυριάδες να του έδιδαν δεν το επώλει ο γέρων εις το χρυσάφι μέσα να τον έντυναν αυτός δεν έδιδε ούδ’ ένα παφήλι του. Έτρεφε λατρείαν εις αυτό˙ ήτο η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής. Μέχρις εσχάτων ακόμη επεριποιείτο αυτό μετά λεπτής αβρότητος˙ μέχρις εσχάτων ακόμη, όλας του έτους τας γλίσχρας οικονομίας του εις αυτό τας εξόδευε˙ ταμβάκον δεν ηγόραζε πολλάκις, το ανακουφιστικόν των γερόντων ρόφημα, προς χάριν του. Κι εκάλει τους καλλιτέρους ασημουργούς κι εποίκιλλον την μακράν κάννην του με διαφόρους παραστάσεις μαχών, με εικόνας θαλασσίων τεράτων, με συμπλέγματα νεράιδων και βουκόλων, με φαντασιώδη ζώα και φυτά, με μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα δύστιχα. Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ’ αυτού ένα δικέφαλον αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας. Όλα τα έδιδεν ως και τα στολίδια του εθυσίαζε διά να στολίση αυτό. Ούτω ο Χειμάρρας υπέθετεν ότι άμειβε κατά τι την αξίαν του. Κατά τι μόνον, διότι η αξία του ιδικού του καρυοφυλλίου ήτο πολύ μεγάλη!…

Τόρα όμως έβλεπεν ότι ηπατάτο. Δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα σκουροντούφεκο και αυτό, όπως τόσα άλλα. Εν αφιλότιμον όπλον το οποίον αφού δεν ενικήθη από τα Γκέκικα καρυοφύλλια άφησε να νικηθή τώρα από εν ευτελές όπλον ενός σταυρωτή!.. Κι αίφνης η φαντασία του γέροντος υπερθερμανθείσα ήρχισε να εκλαμβάνη αυτό ωσεί έμψυχον˙ εύρισκεν επάνω του μοχθηράν υπουλότητα, επίπλαστον αγιωσύνην διά της οποίας τον ηπάτα επί τόσα έτη, ανάνδρως! Ωμίλησεν εις αυτό αποτόμως˙ το ύβρισε τραχέως κι αίφνης ορμήσας ήρπασεν από της τραπέζης σκωριασμένην προβατοψαλίδα και του επετέθη. Ναι, ήθελε ν’ αφαιρέση από του καρυοφυλλίου τα κοσμήματα, διότι δεν του έπρεπον πλέον. Ν’ αποσπάση εκείνο το διαφανές εκ χρυσού και αργύρου και λίθων δίκτυον με το οποίον το περιέβαλλεν, ως θρησκομανής θαυματουργόν εικόνα και να τ’ αφήση γυμνόν, κατησχυμένον, με το ευτελές ξύλον και τον σίδηρον μόνον όπως οι καπεταναίοι της εποχής του εγύμνωνον των όπλων τους δειλούς στρατιώτας. Έρριψεν αυτό κατά γης ο Χειμάρρας, εγονάτισεν επάνωθέν του και με χείλη αναπαλλόμενα, όψιν αγρίαν, χείρας τρεμούσας έκοπτεν εν εν τα κοσμήματα μετά μίσους, ως να είχεν άσπονδον εχθρόν υπό τους πόδας του και τον εμακελόκοπτε!

— Να!.. να!.. να!.. ήρθρωνε παράφορος.

Αλλ’ αίφνης εστάθη. Ο θρηνώδης εκείνος ήχος, που ανέδιδε κοπτόμενον διά της ψαλίδος το μέταλλον, τον έφερεν εις εαυτόν. Αφήκε κατά γης την ψαλίδα, κι εγερθείς εκάθησε παρά την τράπεζαν, κλίνας την κεφαλήν επί των δύο χειρών του. Κι ενώ έβλεπε το όπλον, το όπλον που τόσον ηγάπησε, κατακείμενον ήδη χαμαί, με τα παφήλια μακράν χάσκοντα, τα κοσμήματα σκορπισμένα πέριξ, το καρυόφυλλον πεπιεσμένον ασπλάγχνως, τον δικέφαλον αετόν εις μίαν γωνίαν αδρανή ωσεί κεραυνόπληκτον, δάκρυα ανέβλυσαν των οφθαλών του κι εκυλίσθησαν καυστικά επί των ψυχρών παρειών του. Όλα εκείνα τα συντρίμματα παρίσταντο εις τους οφθαλμούς του ωσεί παραπονούμενα˙ το όπλον εν κλαυθμηρά θέσει τον ηρώτα τι εζήτει απ’ αυτού πλέον; Μήπως επί της εποχής του δεν τον υπήκουσε πάντοτε, δεν τον υπηρέτησε πιστώς; Τόσας φοράς εις την Αράχωβαν, εις το Μεσολόγγι, εις τας Αθήνας, εις όλας τας φοβερωτάτας μάχας, μήπως δεν υπερασπίσθη αυτόν ζηλοτύπως, μ’ επιμονήν και καρτερίαν μητρός, προφυλασσούσης το ίδιον τέκνον;

Α, ναι ήτο πολύ αχάριστος ο Χειμάρρας! Επί τόσα έτη το καρυοφύλλι και αυτός πάντοτε μαζί εις τον Μωρηά και την Ρούμελην, ημέραν και νύκτα, με τα ψύχη του χειμώνος και τους καύσωνας του καλοκαιριού, πλευρόν με πλευρόν αδελφώθησαν και ο γέρων εύρισκεν εις αυτό το άψυχον, χρόνους όλους της παρελθούσης ζωής του, κινδύνους και αγώνας τους οποίους εμερίσθησαν, φίλον πιστόν και αφωσιωμένον, εις τ’ όνομα του οποίου έκαμνε τον μεγαλήτερόν του όρκον. Την ανδρείαν του εξυπηρέτησεν αυτό τόσον ακαταπονήτως, με αυτοθυσίαν, ημπορεί κανείς να είπη, πολλάκις φλογίζον, κατακοκκινίζον τα στέρνα του μέχρι διαρρήξεως˙ διά της πυρίτιδος διεσάλπισε την δόξαν του ισχυρότερον μυρίων ομού σαλπισμάτων, επικυρούν αυτήν και διά θανατηφόρου μολύβδου˙ διά της αξίας του περιέβαλλε μ’ αίγλην ποιητικωτέραν τ’ όνομά του. Τι άλλο ήθελεν ακόμη; Τόρα η εποχή του παρήλθεν˙ ήτο άχρηστον πλέον!…

— Μπρε, πως άλλαξ’ η πλάσι! εψιθύρισεν ο γέρων.

Το βλαχόπουλο του μύθου που απεκοιμήθη εις έρημον τόπον και ότε μετά διακόσια έτη εξύπνησε κι είδε μεγαλοπρεπή και πολυάνθρωπον πόλιν προ αυτού δεν εξεπλάγη τόσον, όσον ο Χειμάρρας ήδη προ της λογικής των σκέψεών του. Η φαντασία του έφερεν αυτόν μακράν, εις παρελθόντας καιρούς, εις όπλα έκαστον των οποίων είχε και μίαν ιστορίαν, τα οποία υμνεί η παράδοσις και τα οποία αφήκαν φρικαλέαν ανάμνησιν εις τους εχθρούς. Και αυτά λοιπόν εγέρασαν παρήλθεν η εποχή των, ήσαν άχρηστα πλέον; Λοιπόν ούτω και το νταλιάνι του Μπουκουβάλα, που ελύσσα ως έμψυχον εις το Κεράσοβον; Το αρμούτι του Βρυκόλακα, η λαζαρίνα του Δίπλα, η Κατερίνα του Κουδούνα, ο Λεβέντης του Μητρομάρα, το Μάντσαρι του Αντρούτσου, ο Σισανές του Μελαχρογιάννη, ο Αϊ-Λιας του Βλαχαρμάτα, το βαρύ και δυσχείριστον απελατίκι του Καραϊσκάκη και τόσα άλλα όπλα, ανθρωποφάγα όπλα εις τα οποία οι ανδρειωμένοι εκείνοι αρματωλοί μετέδωκαν της ψυχής των το μένος και τα εθεοποίησαν, έπρεπεν όλα, όλα ν’ αποσυρθούν εντροπαλά, ανίκανα να παραβληθούν προς το νέον όπλον του Παπαθεοδωρακοπούλου!… Ούτω έλεγεν ο ενωμοτάρχης! Το έλεγε και το απεδείκνυεν ατυχώς!…

Και μία λύπη κατέλαβεν ήδη τον γέροντα˙ λύπη απ’ εκείνας που αφαιρούν του ανθρώπου τα συναισθήματα έως να λησμονή και τον ίδιον εαυτόν του. Τα δάκρυά του έπαυσαν αίφνης. Ηγέρθη, έλαβε το καρυοφύλλι και το εκρέμασεν ούτως εξηρθρωμένον από του τοίχου˙ συνέλεξε τα διεσκορπισμένα κοσμήματα μετ’ ακριβολογίας απομωραμένου, έθεσεν αυτά επί της τραπέζης κι επανήλθεν εις την θέσιν του. Απ’ εκεί δ’ έβλεπε και επανέβλεπε το όπλον, πλανώμενος εις μύριους συλλογισμούς.

Μόλις τώρα εις του καρυοφυλλίου εκείνου την παρακμήν, εσυλλογίζετο διά πρώτην φοράν ο Χειμάρρας και τα ιδικά του γηρατειά. Εις την σφαίραν εκείνην του όπλου, την μόλις συρθείσαν μόνον ολίγα μέτρα και κυλισθείσαν επί του χώματος αδρανή, ως άψυχον κουφάρι, έβλεπε θλιβερώς την ιδικήν του εξασθένησιν, πιστήν εικόνα των σωματικών του δυνάμεων. Η ψυχή του ναι, ήτο βράχος ακλόνητος ακόμη. Ησθάνετο ακόμη την δύναμιν και τον πόθον να τρέξη πάλιν εις τον βρασμόν της μάχης, ν’ αναμιχθή εις την θύελλαν αυτής, να χορτάση ο οφθαλμός από εχθρικόν φόνον, να βραχή το σώμα με αίματα και με δάκρυα!… Αλλά το σώμα ήτο βαρύ ως το χώμα και δεν υπήκουε πλέον. Επέταξαν τα έτη ότε ησθάνετο πτερά εις τους πόδας και τον παρέβαλλον με τον αετόν οι σύντροφοί του. Τόρα:

Οι βρύσες εκινήσανε,

οι μύλοι εσταματήσανε,

και τα βουνά χιονίσανε,

τα δυο γενήκαν τρία

καθώς λέγει ο λόγος!… Και μικρόν κατά μικρόν ησθάνετο περισσότερον ήδη επί του σώματος την αποκαρωτικήν εκείνην του γήρατος πίεσιν κι εσκέπτετο ότι δεν είχε καθόλου άδικον το καρυοφύλλι του. Παρήλθεν η εποχή των˙ καλόν ήτο να παρέλθουν και αυτοί…

— Παππού, ε, παππού˙ ηκούσθη αίφνης φωνή παιδίου, εισορμήσαντος εν θορύβω εις τον οικίσκον και ριφθέντος επί των γονάτων του˙ δεν το θέλω πια το καρυοφύλλι σου˙ να μου πάρης ένα σαν του στρατιώτη…

Ο Χειμάρρας έστρεψε και ητένισεν αυτό καταπνίγων τους λυγμούς του. Όχι μόνον οι συμπατριώται του απηρνούντο τας παλαιάς δοξασίας, αφίνοντο απόλεμοι να παρασυρθούν εις το ρεύμα του νεωτερισμού, αλλά και αυτός ο μικρός εγγονός του, το έργον αυτό των ίδιων του χειρών. Από μικρόν, μικρότατον ο γέρων εσυνείθισεν αυτό εις μεγαλοπρεπείς και πατριωτικάς διηγήσεις. Του έλεγε τας περιπετείας και τα μεγαλουργήματα του Γένους˙ του ωμίλει μετά προφητικής πεποιθήσεως περί του τελευταίου βασιλέως, ο οποίος κοιμάται εις το σπήλαιόν του με το σπαθί ακόμη εις το χέρι και θα εξυπνήση με το πλήρωμα του χρόνου να καθήση πάλιν επί του μυριοδοξασμένου θρόνου του. Ηρίθμει εις αυτό τας καταστροφάς των Τούρκων, περιέγραφε τους αγώνας και τους θριάμβους των Ελλήνων επί της Επαναστάσεως και κατέληγεν υπεραίρων την αξίαν του καρυοφυλλίου του. Και όταν έβλεπε τον μικρόν να ζωηρεύεται και να φλυαρή εν πολεμοχαρεί παραφορά, ο γέρων κολακευόμενος εις την πραγματοποίησιν γλυκού ονείρου, υπέσχετο να δώση εις αυτόν το καρυοφύλλι του, όταν το έθνος σύσσωμον εξεγερθή διά να επανακτήση την Πόλιν και μ’ αυτό να πολεμήση διά την Πίστιν και την Πατρίδα!… Τόρα όμως και αυτός ο μικρός δεν το ήθελεν. Αχ, τι του έκαμεν ο αναθεματισμένος σταυρωτής!…

— Ε, θα μου πάρης, παππού; εξηκολούθει ο μικρός.

— Όχι! εβόησεν αίφνης, ορθωθείς εν απειλητική στάσει ο Χειμάρρας, ωσεί του έλεγον ν’ απαρνηθή την θρησκείαν του.

Αλλ’ ευθύς κατέπεσεν άθυμος εις την θέσιν του. Οι κλαυθμηρισμοί τους οποίους έβαλλε το παιδίον διά την άρνησίν του εκείνην, εφαίνοντο εις τον γέροντα κλαυθμηρισμοί ολοκλήρου γενεάς, της οποίας απηρνούντο την πρόοδον, τους αγνώστους κόσμους εις τους οποίους μοιραίως βαδίζει, θέλοντες να στρέψουν αυτήν οπίσω, εις το παρελθόν. Και κατενόει ήδη ότι ήτο άδικον τούτο˙εντελώς άδικον και μάταιον! Μόνος χυτός έπρεπε να επιστρέψη οπίσω, εις την εποχήν του από της οποίας απεμακρύνθη τόσον. Τ’ είχε να κάμη εις τον νέον αυτόν κόσμον, τον ξένον εις τους οφθαλμούς και τας αισθήσεις του όλας; Πώς να ζήση με τον Παπαθεοδωρακόπουλον αυτός ο οποίος έζησε πριν με τον Δράκον;…

— Ε, θα μου πάρης παππού; επέμενεν εν παρακλητικώ και θρηνώδει τόνω το παιδίον.

— Ναι… θα σου πάρω!… εψιθύρισεν αφηρημένος.

Κι ενώ έσφιγγε τον μικρόν εις τας αγκάλας του, εμακάριζε τους αποθανόντας συντρόφους κι ηύχετο να τους επανεύρη ταχέως. Το έβλεπε τεθλιμμένος ο Χειμάρρας, ότι δεν ήτο θέσις δι’ αυτόν πλέον εδώ. Νέα εποχή ήρχισε, νέα ονόματα, νέα όπλα… Νέοι θεοί κατέβησαν εις την γην της Ελλάδος!…

1889

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/karkabitsas_dihg.htm#%CE%98%CE%95%CE%9F%CE%99

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: