olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

Εορτάζοντες την 9ην του μηνός Νοεμβρίου

Posted by IGOR στο Νοέμβριος 9, 2017


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΣ & ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Η ΟΣΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ

Η ΟΣΙΑ ΘΕΟΚΤΙΣΤΗ, η Λεσβία

ΟΙ ΟΣΙΕΣ ΕΥΣΤΟΛΙΑ & ΣΩΠΑΤΡΑ

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ, ο Μεταφραστής

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ και ΜΑΥΡΑ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΑΡΣΗΣ & ΑΡΤΕΜΟΝΑΣ

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ο Βραχύσωμος ή Κολοβός

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΛΛΑΔΙΟΣ

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΕΥΘΥΜΙΟΣ & ΝΕΟΦΥΤΟΣ κτήτορες της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αιγύπτου

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ «ο εν τω Σπηλαίω» (Ρώσος)

Αναλυτικά

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΣ & ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Σχίστηκαν οι σάρκες τους και πέθαναν βαπτισμένοι στα αίματά τους, κατά το διωγμό του Διοκλητιανού. Και οι δύο υπηρετούσαν σε διάφορα φιλανθρωπικά έργα της Εκκλησίας. Συγχρόνως, άνηκαν στην ομάδα που ανίχνευε κατά τη διάρκεια της νύκτας και ανεύρισκε σώματα μαρτύρων, που ρίχνονταν στις χαράδρες. Τα μάζευαν και τα παρέδιδαν να ταφούν με την αρμόζουσα τιμή. Κάποτε, όμως, τους ανακάλυψαν και τους συνέλαβαν. Κατόπιν τους εξεβίασαν να αρνηθούν την πίστη τους. Αλλά εκείνοι έμειναν σταθεροί στην ομολογία της αγίας πίστης στον Χριστό, χωρίς να φοβηθούν τις απειλές και τα επικείμενα μαρτύρια. Τους έδεσαν, λοιπόν, πίσω από άγρια άλογα, τα οποία τους έσυραν με δυνατό καλπασμό, μέσα από αγκάθια και πέτρες. Όταν τα άλογα σταμάτησαν κουρασμένα, μετά από αρκετές ώρες δρόμου, τα σώματα των μαρτύρων βρέθηκαν διαμελισμένα, πνιγμένα στο αίμα. Και όπως αναφέρει η Αποκάλυψη, «είδον την γυναίκα μεθύουσαν εκ του αίματος των αγίων και εκ του αίματος των μαρτύρων Ίησοϋ»1. Είδα δηλαδή τη γυναίκα, που είναι η διεφθαρμένη ειδωλολατρική κοινωνία, να μεθάει από το αίμα των χριστιανών, που καταδίωκε, και από το αίμα των μαρτύρων του Ιησού. Αλλά ο Θεός «έκρινε την πόρνην… και έξεδίκασε το αίμα των δούλων αυτού εκ χειρός αυτής»1. Έπειτα, όμως, ο Θεός, έκρινε και καταδίκασε την πόρνη, τη νοητή Βαβυλώνα, και εκδικήθηκε το αίμα των δούλων του, που χύθηκε από τα χέρια της.
1. Αποκάλυψη Ιωάννου, Ιζ’- 6, Ιθ’- 2

Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν όνησιν, Ιχνηλατούντες, πορφυρίζοντα, ώφθητε κρίνα, Ονησιφόρε κλεινέ και Πορφύριε όθεν ως άρμα του Λόγου χρυσήλατον, προς την ουράνιον νύσσαν ηλάσατε. Θείοι Μάρτυρες, Χριστώ τω Θεώ πρεσβεύσατε, δωρήσασθε ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.
Μαρτύρων δυάς, αθλήσαντες στερρότατα, εχθρού την οφρύν, εις γην κατηδάφισαν, ελλαμφθέντες χάριτι, της ακτίστου Τριάδος οι ένδοξοι, και νυν μετ’ Αγγέλων αυτή, πρεσβεύουσιν απαύστως υπέρ πάντων ημών.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ
Έζησε στα χρόνια των βασιλέων Μαρκιανού (450-457) και Λέοντα Θρακός ή Μακέλλη (457-474). Καταγόταν από την Πέργη της Παμφυλίας και ανατράφηκε από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Σε κατάλληλη ηλικία παντρεύτηκε με κάποιο Δομέτιο (κατ’ άλλους Δομετιανό), με τον όποιο απόκτησε μία κόρη και κατά τα χρόνια του Λέοντα του Θρακός ήλθαν οικογενειακά στην Κωνστανινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με μια ευσεβή γυναίκα, την Ευγενία, και σύχναζε στους ιερούς ναούς, ποθώντας να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λατρεία του θείου. Έτσι εγκατέλειψε τον σύζυγό της και την κόρη της, αφού την εμπιστεύθηκε σε κάποια Σωσάννα, και η ίδια κατέφυγε στη Μονή του Βασιανού, μεταμφιεσμένη με το όνομα Βαβύλας. Αλλά καταζητούμενη από τον άνδρα της και αφού αποκαλύφθηκε το φύλο της, στάλθηκε από τον Βασιανό σε γυναικεία Μονή των Ιεροσολύμων. Κατόπιν αναχώρησε και από ‘κει και αφού επισκέφθηκε πολλά μέρη, γριά πλέον, επέστρεψε στην Κων/πολη. Τοποθετήθηκε από τον Βασιανό σε ιδιαίτερο μέρος (της Ματρώνης ονομαζόμενο αργότερα), όπου έκτισε Μονή, στην οποία μαζεύτηκαν αρκετές μοναχές. Στη Μονή αυτή έζησε με μεγάλη αρετή και πνευματική τελειότητα. Απεβίωσε ειρηνικά σε ηλικία 100 χρονών.

Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χριστόν αγαπήσασα, των αγαθών την πηγήν, Αγγέλων εζήλωσας, μετά σαρκός την ζωήν, Ματρώνα θεόπνευστε, συ γαρ συνεύνου φίλτρον, παραδίδουσα εμφρόνως, ήσχυνας τον Βελίαρ, τω πανσόφω σου τρόπω, διό της ακατάλυτου δόξης ηξίωσαι.

Κοντάκιον. Ήχος β’. Τα άνω ζητών.
Το σώμα το σον, νηστείαις Κατατήξασα, εν μέσω ανδρών, Ματρώνα κατοικήσασα, προσευχαίς σχολάζουσα, τον Δεσπότην ενθέως εθεράπευσας, δι’ εν πάντα κατέλιπες, οσίως τον βίον διανύσασα.

Η ΟΣΙΑ ΘΕΟΚΤΙΣΤΗ, η Λεσβία
Μοναχή ενάρετη από τη Μήθυμνα της Λέσβου, έζησε στα χρόνια του βασιλιά του Λέοντα του Σοφού (816). Παιδί ακόμα έμεινε ορφανή και ανατράφηκε σε Παρθενώνα της πόλης. Κάποια μέρα πήγε να επισκεφθεί την αδελφή της, που ήταν σε μια κοντινή κωμόπολη. Τότε συλλήφθηκε μαζί με τους κατοίκους της κωμόπολης αυτής από τους πειρατές της Κρήτης και μεταφέρθηκε με τους άλλους αιχμαλώτους στην Πάρο για πώληση. Εκεί κατόρθωσε να δραπετεύσει και να κρυφτεί στα βουνά, όπου και παρέμεινε μόνη 35 χρόνια, τρεφόμενη με χόρτα. Ανακαλύφθηκε τυχαία από έναν κυνηγό, ο όποιος, μετά από παράκλησή της, έφερε σ’ αυτή τα θεία μυστήρια. Όταν κοινώνησε των Άχραντων Μυστηρίων, πέθανε και τάφηκε εκεί από τον ίδιο κυνηγό. Για την όσια αυτή, υπάρχει και μια διήγηση του μονάχου Συμεών του Πάριου, που μοιάζει πολύ με αυτή της Οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας και είναι εντελώς φανταστική.

Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Ή Λέσβος βλάστημα, θείον σε κέκτηται, τοις δε αγώσι σου, Πάρος ήγίασται, και τω σκήνει τω σεπτώ, πεπλούτισται Ικαρία. Όθεν ώς παρθένον σε, και Οσίαν γεραίρομεν, και έπιβοώμεθα, την θερμήν προστασίαν σου, ην δίδου τοις βοώσί σοι Μήτερ’ χαίροις Οσία Θεοκτίστη.

ΟΙ ΟΣΙΕΣ ΕΥΣΤΟΛΙΑ & ΣΩΠΑΤΡΑ
Η Ευστολία υπήρξε στα χρόνια του βασιλιά Μαυρικίου (584) και ήταν κόρη γονέων ευσεβών, που κατοικούσαν στη Ρώμη. Από μικρή η Ευστολία πήγε σε μοναστήρι και καταγινόταν με προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες. Κάποτε πήγε στην Κωνσταντινούπολη και γνωρίστηκε με την κόρη του βασιλιά Μαυρικίου Σωπάτρα. Η Σωπάτρα παρακάλεσε την Ευστολία να την έχει πνευματική της μητέρα και φύλακα της ψυχής της. Άφησε λοιπόν η Σωπάτρα τις τιμές και τις δόξες της βασιλείας του πατέρα της και μπήκε σε αγώνες πνευματικούς. Κατόπιν ζήτησε από τον πατέρα της τόπο κατάλληλο και έκτισε Ναό ευκτήριο μαζί με την όσια Ευστολία. Οπότε, πολλές γυναίκες ευλαβείς και παρθένες, που πήγαν εκεί, ασκήτευαν στον πνευματικό μοναχικό βίο. Η όσια Ευστολία, μετά από αρκετά χρόνια άσκησης, απεβίωσε ειρηνικά και άφησε διάδοχό της την όσια Σωπάτρα. Έπειτα, αφού και αυτή έφτασε σε μεγάλα ύψη αρετής, παρέδωσε ειρηνικά στο Θεό τη μακάρια ψυχή της.

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ, ο Μεταφραστής
Πατρίδα του η Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του Βασιλιά Λέοντα του Σοφού (886-912). Νεότερη όμως εκδοχή (1931), λέει ότι ο Συμεών έζησε στα χρόνια του Δούκα Παραπινάκη (1071-1078), που μάλλον είναι και η επικρατέστερη. Προηγούμενα ονομαζόταν Νικήτας Παφλαγών και λόγω της μεγάλης του αρετής και σοφίας πήρε το αξίωμα του Μαγίστρου και Λογοθέτου. Το κυριότερο έργο του ήταν η εκκαθάριση των αρχαίων αγιολογικών υπομνημάτων και η παράσταση τους σε ομαλότερο ύφος. Απ’ αυτό λένε ότι πήρε την ονομασία Μεταφραστής, που μάλλον δεν φαίνεται και τόσο πιθανό. Ίσως να ήταν μεταφραστής ξενόγλωσσων εγγράφων στην ελληνική γλώσσα και το αντίθετο. Μερικοί νομίζουν ότι στο τέλος της ζωής του έγινε μοναχός, αλλά ο φίλος του Ψελλός, που έγραψε εγκώμιο και Ακολουθία σ’ αυτόν, δεν υπαινίσσεται κάτι τέτοιο. Έζησε οσιακά και έγραψε πολλά για την Εκκλησία. Απεβίωσε ειρηνικά και η μνήμη του αναφέρεται μόνο στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ
Καταγόταν από τη Συρία και έκανε το επάγγελμα του λιθοξόου. Όταν γνώρισε τον Χριστό, εγκατέλειψε το επάγγελμα αυτό, διότι σχετιζόταν και με την ειδωλολατρία και αναχώρησε στην έρημο. Εκεί βρήκε τον ευσεβή αναχωρητή Τιμόθεο και μαζί μ’ αυτόν έζησε τρία χρόνια. Κατόπιν, με τις ευχές του γέροντα αυτού, κατέβηκε στο χωριό του και σε στιγμή Ιερής αγανάκτησης συνέτριψε τους βωμούς των ειδώλων. Τότε οι ειδωλολάτρες τον έδειραν σκληρά και ο Άγιος πήγε στην Απάμεια της Συρίας, όπου παρακάλεσε τον επίσκοπο Όσιο (το όνομα του αυτό) και πήρε την άδεια να κτίσει Ναό στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Όταν λοιπόν άρχισε την οικοδομή, το έμαθαν οι συγχωριανοί του ειδωλολάτρες, οι όποιοι ήλθαν νύχτα και με ξύλα τον θανάτωσαν με τον πιο άσπλαχνο τρόπο.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ και ΜΑΥΡΑ
Μαρτύρησαν δια ξίφους.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΑΡΣΗΣ & ΑΡΤΕΜΟΝΑΣ
Μαρτύρησαν δια ξίφους. Ο Ναρσής ήταν Πέρσης και ίσως να είναι ο ίδιος με αυτόν της 9ής Δεκεμβρίου.

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ο Βραχύσωμος ή Κολοβός

Καταγόταν από τη Θήβα της Αιγύπτου και ονομάστηκε Κολοβός επειδή ήταν κοντός σωματικά.

Υπήρξε από τους μεγάλους ασκητές της ερήμου και διακρίθηκε κυρίως για την εγκράτεια της γλώσσας του και για την ταπεινοφροσύνη του.

Στους Συναξαριστές βρίσκουμε αρκετές σοφές συμβουλές του.

Ο όσιος Ιωάννης απεβίωσε ειρηνικά.

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΛΛΑΔΙΟΣ
Απεβίωσε ειρηνικά.

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΕΥΘΥΜΙΟΣ & ΝΕΟΦΥΤΟΣ κτήτορες της Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους.
Ό όσιος Ευθύμιος ήταν θείος του οσίου Νεοφύτου. Ο Ευθύμιος λοιπόν, που καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, ήταν γνώριμος και φίλος του Άγιου Αθανασίου ηγούμενου της Μεγίστης Λαύρας. Στην αρχή οικοδόμησε Μονύδριο στο όνομα του Αγίου Νικολάου, αλλά πειρατές το κατέστρεψαν και ο ίδιος μετά βίας σώθηκε. Τότε ήλθε στην τοποθεσία που σήμερα βρίσκεται η Μονή Δοχειαρίου και οικοδομεί πάλι Ναό στο όνομα του Άγιου Νικολάου. Κοντά στο ναό έκτισε και κελιά. Μετά από λίγο ήλθε και ο ανεψιός του, που τον έκειρε μοναχό και του εμπιστεύθηκε την ηγουμενεία της Μονής. Ο ίδιος, αφού πέρασε και το υπόλοιπο της ζωής του με ησυχία, απεβίωσε σε ηλικία 100 χρονών. Ο δε ανεψιός του Νεόφυτος, ήταν γιος δούκα στα χρόνια των βασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή (963-976). Επειδή είχε το χάρισμα της σοφίας, τον αγαπούσαν όλοι και ο βασιλιάς τον έκανε πρώτο γραμματέα του. Επειδή όμως ο θείος του ήταν στο Άγιο Όρος και ηγούμενος στη Μονή Δοχειαρίου, αγάπησε να έλθει σ’ αυτόν και να γίνει μοναχός. Αφού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, ήλθε στη Μονή και αφιέρωσε όλα του τα χρήματα σ’ αυτή. Πράγματι, έκτισε μεγαλύτερη εκκλησία, φρούριο στο Μοναστήρι για την ασφάλεια των μοναχών από τους πειρατές και έγινε αργότερα Πρώτος του Αγίου Όρους. Μετά απ’ αυτά παραιτήθηκε της ηγουμενίας και ήσυχα απεβίωσε.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αιγύπτου

Γεννήθηκε στη 1 Οκτωβρίου του 1846 στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος. Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μέχρι το 1876 χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο. Το 1876 εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860-1877), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως. Το 1881 ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ’ (1870-1899), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο. Στις 15 Ιανουαρίου 1889, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει το γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889). Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891-1893), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893-1894) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894-1904). Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε. Στα κηρύγματά του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να «ρουφήξει» το νέκταρ των Ιερών λόγων του. Το 1904 ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908, μετά την παραίτησή του από τη Ριζάρειο Σχολή. Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις. Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920. Τόση ήταν η αγιότητα του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, και πριν αλλά και μετά το θάνατό του. Ενταφιάστηκε στην Ι. Μονή Αγ. Τριάδος στην Αίγινα. Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 και στις 20 Απριλίου του 1961 με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Απολυτίκιο. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον έσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις εύλαβώς κραυγάζουσι’ δόξα τω σε δοξάοαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ένεργούντι δια σου, πάσιν Ιάματα.

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ «ο εν τω Σπηλαίω» (Ρώσος)

2 Σχόλια to “Εορτάζοντες την 9ην του μηνός Νοεμβρίου”

  1. Αγνωστικιστης said

    Δεν μπορεις να πεισεις εναν πιστο για τιποτα, γιατι η πιστη του δεν βασιζεται σε τεκμηρια, βασιζεται σε μια βαθια ριζωμενη αναγκη να πιστευει.
    Carl Sagan

    Μου αρέσει!

  2. Panos Diakos said

    Ο Αγιος Νεκτάριος, των ανθρώπων του Σαρωνικού
    «Η Ση βασιλεία εστί η αγάπη…»
    Αυτό τόγραψε ο άγιος Νεκτάριος και είναι ο μόνος πλούτος που κουβαλάει καθώς τέλος τού καλοκαιριού του 1904 φτάνει στην Αίγινα.
    Ο Σαρωνικός παίζει και χαϊδεύει το ψαρά­δικο νησί με τα ερείπια τού αρχαίου ναού.
    Ο κό­σμος στην αγορά τού νησιού πηγαινοέρχεται˙ περιμένει τις τράτες και τα ψαράδικα γιατί αν εξαιρέσεις λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα, οι υπόλοιποι στενάζουν από φτώχεια και δέρνονται από το χτικιό.
    Τα παλληκάρια νοικιάζονται παραγιοί στους έμπορους.
    Άλλοι τραβούν για τη ξενιτιά.
    Οι πιότεροι μπαρκάρουν με τα σφουγ­γαράδικα.
    Στο λιμάνι ο κόσμος της φτώχειας και τού παραδερμού περιμένει τις τράτες με λίγες χάλκινες δεκάρες να βροντούν στην τσέπη για να αγοράσουν μια χούφτα μαρίδες.
    Άνθρωποι τού Σαρωνικού που τους βασανί­ζει η θάλασσα κι η φτώχεια.
    Ένα νησί με 365 εκκλησιές που εκεί τρέχουν για παρηγοριά και παρακάλιο αυτοί που μείναν πίσω, να παρακα­λέσουν για τους σφουγγαράδες, τους ξενιτεμέ­νους ναυτικούς που δοκιμάζονται σκληρά σε μάκρυνες θάλασσες. Τους σφουγγαράδες που φεύγουν το Φλεβάρη, γυρίζουν τού Αϊ Δημη­τριού, σημαιοστολισμένοι αν δεν έχει συμβεί κά­ποιο ατύχημα. Το επάγγελμα τού δύτη είναι, βλέπεις, πολύ επικίνδυνο.
    Συχνά παθαίνει ο βουτηχτής παράλυση ή άλλες αρρώστιες και η πρό­νοια είναι ελάχιστη έως και μηδαμινή. Παγαίνουν για νάβρουν το σφουγγάρι Βεγγάζη, Τύνιδα, Σικελία, Μικρασία, Δωδεκάνησα. Και τα τραγούδια του είναι ποτισμένα μ’ αρμύρα και καημό:
    «μηχανή ‘ν’ η μάνα μου κι η ρόδα η αδερφή μου σ’ αυτά τα παλιομάρκουτσα
    κρέμεται η ζωή μου! Έλα να πάμε, μάτια μου, κι ας φέρουν τα κομμάτια μου…
    Ένας λαός που και σαν αγρότης πεινά, λι­γοστό και το ψωμί στα σπιτικά. Το Σεπτέμβρη που σταματούν οι αγροτικές δουλειές και κόβε­ται το κολατσό, το δειλινό τραγουδά με θλίψη:
    «Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου
    τσ’ εμάς αφίνεις κρύους, πεινασμένους, διψασμένους,
    τσ’οχι μαραμένους. Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!»
    Σ’ αυτό το νησί τού Σαρωνικού, τέλος καλοκαιριού φτάνει ο Δεσπότης.
    Φτωχός ο λαός που θα ποιμάνει, μα ξέρει δα από φτώχεια ο Δεσπό­της. «Χριστούλη μου, με ρώτησες γιατί κλαίω.
    Λιώσανε τα ρούχα μου, λιώσανε τα παπούτσια μου, βγήκαν τα δά­κτυλά μου έξω και υποφέρω˙ και χιονίζει.
    Τι να κάμω τώρα; Πως να τα καταφέρω δίχως ρούχα; Μπαλώνω, μπαλώνω και σχίζονται. Συγχώρεσε με που Σ’ ενοχλώ…».
    Ένα τέ­τοιο γράμμα έχει στείλει παιδί πράμμα στο Χριστό.
    Ξέρει από φτώχεια ο Δεσπότης κι από πικρα­μένη πεινασμένη παιδική ψυχή ξέρει. Τούστειλε λέει, με τα παιδιά της μια νοικοκυρά ένα καρβέλι «Εσείς να το φάτε, παιδιά μου, έχετε πιότερη ανάγκη από μένα».

    Τι λαχταράει μια παιδική ψυχή, τόξερε ο Δε­σπότης. Μια καραμέλα, ένα λουκούμι. Και είχε πάντα κάτι να δώσει στο παιδομάνι, που σαν τον έβλεπε δήθεν παίζοντας, ζύγωναν. Κι εκείνος έμπαζε τα παιδιά στον Παράδεισο: τα ευλο­γούσε, τα φώναζε με τα μικρά τους ονόματα — γιατί τάξερε τα παιδιά – και απλόχερα μοίραζε καραμέλες. Ευτυχισμένος καθώς έβλεπε τη γιορτή που στήναν τα παιδιά με τα ζαχαρωτά.
    Και τότες γίνονταν σχολικές εκδρομές. Οι δά­σκαλοι ανέβαζαν προς το Μοναστήρι τα παιδιά· ο Δεσπότης σά τάβλεπε νάρχονται έβγαινε στο μπαλκόνι να τα ευλογήσει. Ευχές να δίνει, ζαχα­ρωτά να δίνει, και η γλυκειά κουβέντα πιο γλυκειά άπ’ τα γλυκά και η συμβουλή, να τα πεσκέσια για τα παιδιά, τους αυριανούς πολίτες τ’ Ουρανού.
    Κι ήταν χρυσό πάπλωμα στις παιδικές τις σκανταλιές, στις ζαβολιές όπως…
    Κάτι χαρτιά έδωκε στο γιό του ένας πατέρας να τα κουβαλή­σει, λέει, στον Δέσποτα.
    Παιδί λωλό, ξεχάστηκε να παίζει τις αμάδες μ’ άλλα παιδιά κι όταν σουρούπωσε παλάβωσε.
    Και τα χαρτιά; Που τάχατες τ’ απίθωσε;
    Τα βρήκε τελικά τρεχάλα για το Μοναστήρι. Κι είχε νυχτώσει για καλά σαν έφτασε εκεί. «Παιδί μου, τέτοια ώρα πως και σ’ έστειλε ο πατέρας σου εδώ;», ρώτησε ο Δεσπότης. Το ψέμα να εκεί στο χείλη έτοιμο να το ξεστομίσει το παιδί μα δε το μπόρεσε. Σε τέτοιον άνθρωπο δε πρέπει η ψευτιά. Και είπε όλη την αλήθεια. Εχαμογέλασε ο Δέσποτας. «Μη φύγεις τώρα όμως, εσυμβούλεψε, είναι αργά. Αύριο κατηφορίζεις και έννοια σου, θα τις γλυτώσεις τις ξυλιές άπ’ τον πάτερα σου».
    Άνθρωποι τού Σαρωνικού!!
    Παιδεμένοι ξωμάχοι.
    Κι η χούφτα τού Δεσπότη κάλους έκανε να δίνει… να δίνει κι άπ’ αυτό ακόμα που δεν είχε. Μαστόροι δουλεύανε στο Μοναστήρι κι όταν ήρθε η ώρα να κολατσίσουν έβγαζε ο κα­θείς το κάτι τι που εκουβάλησε από το σπιτικό του ο Δέσποτας κοντά. Ένας έβγαλε σκέτες ελιές. «Εσύ δεν έχεις φαγητό; γιατί μόνο ελιές;», ρωτάει ο Δε­σπότης. «Πέντε παιδιά έχω στο σπίτι. Κι αν έπαιρνα εγώ το φαγητό τι θάτρωγαν εκείνα;», Ταπεινή, πικρή η απόκριση. «Από αύριο, κανείς δε θα κουβαλάει μαζί του φαγητό. Όλοι θα τρώτε στην τράπεζα!.».Έτσι λέει ο Δε­σπότης, γιατί στο πρόσωπο τού καθενού βλέπει τον Κύριο. Να τον ταΐσει πρέπει χωρίς να τον πληγώσει όμως.
    Μια μέρα, λέει, μετά τη λειτουργία κάποια κυρά πούχε τον τρόπο της, τον κάλεσε για ένα καφέ. Κι ετοίμασε κατά πως άρμοζε, δίσκο με όλα τα καλά για να τα πάει εκεί πλάϊ στο γιασεμί π’ αναπαυόταν ο Δεσπότης. Κείνη την ώρα χτυπά η ξώθυρα. Μια γύφτισσα, μια ζητιάνα. Της ρί­χνει ένα νόμισμα η κυρά. Μα της αρπάζει το χέρι ο άγιος. «Πάρε, παιδί μου, τούτο το δίσκο και πάγαινε κοντά της και κάνε της παρέα ώσπου να φάει. Ύστερα νάρθεις».
    Και να τον ντύσεις πρέπει τον ελάχιστο αδερφό. Μια πάμφτωχη ξυπόλητη ανηφορίζει για το Μοναστήρι. Βλέπει τα γυμνοπόδαρά της ο Δεσπότης. Βγάζει αυτοστιγμής τα παπούτσια του. «Φόρα τα εσύ, εγώ θα περπατήσω με τις κάλτσες».
    Μόνο ο ίδιος δεν έχει δικαιώματα. Αγάπαγε, λένε, τη σπανακόπιττα. «Αχ νάχαμε ένα κομμάτι», είπε μια φορά. «Να φτιάξουμε» είπαν οι μοναχές. «Όχι, γιατί θέλει τόσο λάδι, τόσο αλεύρι, τόσα υλικά που θα περάσουμε τρεις μέρες με άλλα φαγητά αν κάμουμε». Όχι λοιπόν στη σπανακόπιττα!!
    Οι άνθρωποι τού Σαρωνικού δεν είναι άγγε­λοι. Λένε ψέματα, βλαστημάνε … καυγαδίζουν. Ένας πηγαίνει στο χωράφι του. Ο Δέσποτας σεργιάναγε, τον βλέπει και τον ευλογεί. «Στα μάτια σου πρωί πρωί» λέει ο αγρότης. «Εγώ πάω στη δουλειά μου κι εσύ με μουτζώνεις». «Σε ευλόγησε, δεν ήταν μούτζωμα», του εξηγεί ένας που πήγαινε μαζί. «Στ’ αλήθεια; θα πάω να ζητήσω συγχώρεση». Τρέχει και γονατίζει μπρος στο Δέσποτα. «Δεν πειράζει, μη στεναχωριέσαι», τού λέει καλωσυνάτα εκείνος.
    Κι άλλη φορά σ’ έναν εργάτη ζυγώνει ο Δε­σπότης. «Μανώλη, βάζεις τη σφήνα παρακεί;». «Άντε στο δ…», αγριεύει ο εργάτης. Μα μετανοιώνει: «Συγχωρά με», ψελλίζει. «Όχι παιδί μου, εσύ να με συγ­χωρέσεις. Πολεμάς στη ζέστη και ταλαιπωριέσαι κι ήρθα εγώ να σε ζαλίσω, να σ’ενοχλήσω»
    Τόπαμε πως δεν ήταν άγγελοι οι άνθρωποι του Σαρωνικού. Μα η αγάπη ξέρει να κουμαν­τάρει τους ανθρώπους. Πολλοί μεθούσανε την Κυριακή, τα βάζανε με τις φαμίλιες τους, βλαστήμαγαν. Τους ήξερε ο Δέσποτας και πήγαινε από βραδύς. «Αύριο να ρθείς να εργαστείς στο Μοναστήρι», με τη σειρά τους επισκεπτόταν ο Δεσπό­της «Μα αύριο είναι Κυριακή», όλο απορία απαν­τούσε ο εργάτης. «Δε πειράζει, θα μας συγχωρήσει ο Κύριος μια κι έχουμε ανάγκη από κάτι μερεμέτια». Την άλλη μέρα ανέβαινε ο εργάτης. Ο Δέσποτας τον έπαιρνε στην εκκλησιά που θα λειτούργαγε. «Άναψε το κεράκι σου και μετά τη λειτουργία θ’ ανταμώσουμε». Έτσι τούλεγε, μετά το κολατσιό ερχό­τανε, μετά έτσι για τα μάτια κάτι τις να φτιάξει ο εργάτης και φαγητό το μεσημέρι και ακέραιο το μεροκάματο, «Δεν ήταν πιο καλά σήμερα παρά τις άλλες Κυριακάδες;» τούλεγε στο τέλος. Κι ο άλλος καταλάβαινε το μάθημα.
    Ένας άλλος, πάλι, είπε το ναι σε κάποιον που τον ήθελε να τού σκάψει το αμπέλι του. «Έλα αύριο και θα σου δώσω πιότερα άπ’ το Δεσπότη», τούταξε. Είπε ψέμα το λοιπόν στο Δέσποτα πως τάχατες θα κάτσει αύριο να παλαίψει στο δικό του αμπέλι. Αξημέρωτα ξεκίνησε για το αμπέλι τού άλλου, μα να μπροστά του ο Δέσποτας. Κρύος ιδρώς μουσκεύει το κούτελο τού εργάτη. Μα ο Δέσποτας χαμογελά: «Γιατί δε μούπες την αλήθεια; Εγώ τόξερα από τα χτες. Να πας παιδί μου, εκεί θα πάρεις και περισσότερο μεροκάματο. Να πας, γιατί έχεις και μικρά παιδιά».
    Μα κι οι ψαράδες έχουν να λένε…Ίδια πεθα­μένος ανεβαίνει ο ψαράς στο Μοναστήρι. «Σκυ­λόψαρα, Δεσπότη μου. Ούτε λέπι στη θάλασσα. Κι είναι με ψωμί μονάχα τέσσερις βδομάδες τα παιδιά. Να βγω να ζητιανέψω ντρέπομαι. Κι όταν έρθουν οι σκύλοι, για πέντε χρόνια ψάρι δεν υπάρχει στη θάλασσα». «Φέρε τα σύνεργά σου», λέει ο Δεσπότης. Ίδιο πουλί τρέχει κάτω ο ψαράς. Το δειλινό φέρνει κοφίνια και σπόγγους. Τα πιάνει στα χέρια του ο Δέσποτας, τα πάει εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τα δείχνει στο Χριστό, στην Κυρά Παναγιά. Δεν είναι σκέτα σύνεργα αυτά. Είναι το φαΐ της φαμελιάς! «Πάρτα και πήγαινε και ρίξε τα στη θάλασσα», λέει στον ψαρά. Σε δεκαπέντε μέρες πάνω-κάτω νάτος ολόχαρος ο ψαράς με δύο συναγρίδες εκεί στα χέρια. «Φύγανε οι σκύλοι και γιόμισε ψάρι η θάλασσα», φωνάζει από μακριά. Μα κι άλλοι ψαράδες παραπονέθηκαν στο Δέσποτα πως λέπι δε πιάνουνε μια κι ένα μεγάλο ψάρι τους χαλά τα δίχτυα. Κι είναι φτωχοί άνθρωποι κι οι φαμελιές πεινούν. Σ’ ένα πανέρι τού κουβαλούνε μια κουλούρα δίχτυ. Το ευλόγησε. Και κόντεψε το δίχτυ να σκιστεί. Τόσα τα ψάρια πούπιασαν.
    Αγάπαγε να κάθεται στο μπαλκονάκι έξω άπ’ το κελλί του. Όποιος κι αν πέρναγε τον σταύ­ρωνε, τον βλόγαγε. Στα 1912, στον πόλεμο, βγήκε πάλι στο μπαλκονάκι και σταύρωνε τους άντρες που περνούσαν άπ’ το δρόμο και τραβούσαν να ντυθούν φαντάροι. Στεκόταν ίσαμε να περάσει κι ο τελευταίος. Έτσι δεν έπαθε κανένας άπ’ το Μεσαγρό.
    Η αγάπη του για τον άνθρωπο και για το κα­θημερινό του! Μα ίδιος Ελληνορθόδοξος ρασοφόρος έγνοια μεγάλη μπας και ξεχάσει η Γυναίκα Χριστό κι Ελλάδα. Για τούτο ονειρευότανε σχολειό να κάνει εκεί στο Μοναστήρι, να μη πηγαίνουν σε φράγκικα σχολεία τα παιδιά και αργότερα ανώτερης διδασκαλίας να γίνει τούτο το σχολειό. Ο ίδιος μα κι η μοναχή Μαγδαληνή μάθαινε γράμματα στα παιδιά. Γράμματα και ψαλμουδιές. Ίδια, ολόιδια σαν το κρυφό σχολειό.
    Ρώτησαν ένα γέροντα σημερινό πως γίνεσαι άγιος. «Είναι εύκολο μωρέ!», απάντησε εκείνος «θέλει ταπείνωση και προσευχή και να κρατιέσαι από της Παναγιάς το φόρεμα».
    Να πως έγινε άγιος ο Δέσποτας.
    Έγινε άγιος Νεκτάριος και άγιασε τον τόπο τούτο.
    Κι είναι μεγάλο πράγμα δα για τη ζωή ενός τόπου ένας άγιος.

    (Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη «Ο Αγιος Νεκτάριος και οι άνθρωποι του Σαρωνικού»)
    http://www.egolpion.com

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: