olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Αναζητώντας το νόημα – Μερικές τοποθετήσεις στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη : Ανίκητοι – Ηττημένοι – Μέρος 2

Posted by olympiada στο Νοέμβριος 8, 2017

Βασίλης Δημ. Χασιώτης : Αναζητώντας το νόημα – Μερικές τοποθετήσεις στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη : Ανίκητοι – Ηττημένοι – Μέρος 2

(συνέχεια από προηγούμενο)

       Θέλω όμως να είμαι έντιμος με τον εαυτό μου, άρα και με όλους τους άλλους : με τις απόψεις του Γ. Βαρουφάκη ως οικονομολόγου, και ειδικότερα για τις αναλύσεις του που έκανε για τα Μνημόνια, συμφωνούσα στις περισσότερες διαπιστώσεις του, όχι όμως και με όλες του τις προτάσεις. Τον Γιάνη Βαρουφάκη τον πιστώνω με ένα ανιδιοτελές ενδιαφέρον προσφοράς στην υπόθεση να εξέλθει η Χώρα από τα Μνημόνια, τον πιστώνω επίσης με τις εύστοχες διαγνώσεις του για το «φάρμακο (τα Μνημόνια) που σκοτώνει τον ασθενή», όμως, χρεώνω τον ορισμό του ως υπουργού οικονομικών και υπεύθυνου των διαπραγματεύσεων στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ που τον επέλεξε γι’ αυτή την ΑΚΡΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ θέση. Με μερικές από τις πολιτικές του τοποθετήσεις που σχετίζονταν με τη Κρίση επίσης συμφωνούσα, αν και, η αντίληψη που είχα σχηματίσει ήταν -και είναι- πως ο οικονομολόγος, ο επιστήμων Βαρουφάκης, επισκίαζε τον πολιτικό Βαρουφάκη στον τρόπο σκέψης, αντίληψης και ερμηνείας των πραγμάτων, των κρίσιμων πολιτικών πραγμάτων εν προκειμένω. Ίσως να κάνω λάθος, αλλά, ως «εξωτερικός» παρατηρητής, αυτό αποκόμισα ως αντίληψη. Όμως, αν πριν την έκδοση του παρόντος βιβλίου του αυτό το συνήγαγα «μακροσκοπικά», τώρα, είναι ο ίδιος που ενισχύει την άποψή μου αυτή, όταν γράφει πως, με την είσοδό του στη πολιτική και κυρίως τη κυβέρνηση, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν να μη μετατραπεί σε πολιτικό! (σελ. 241 του βιβλίου του) [Σημείωση : υπενθυμίζω ότι όλες οι αναφορές σελίδων, παραπέμπουν στο βιβλίο «Ανίκητοι – Ηττημένοι»]. Έχω την πεποίθηση, πως έκανε ό,τι ήταν δυνατό να μην το πετύχει αυτό, και εν τέλει το πέτυχε! Όμως, είναι άλλο πράγμα να αμφισβητείς ένα απαξιωμένο πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό που το εκφράζει, κι εγώ το αμφισβητώ, και άλλο πράγμα από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να ενταχτείς σ’ αυτό, να είσαι αποφασισμένος να εισαγάγεις και ένα νέο ήθος μα και ύφος με σκοπό να το αλλάξεις. Όμως, εδώ, δεν πρόκειται περί αυτού. Όπως ο ίδιος ομολογεί στο βιβλίο του, η εμπλοκή του με την πολιτική, ήταν ad hoc, ας πούμε κάτι σαν «ειδικού σκοπού», για να βοηθήσει τον «Αλέξη» να υλοποιήσει ένα όραμα και να φέρει σε πέρας μια αποστολή τα οποία θεωρούσε ως άξια λόγου να υποστηριχθούν : δηλαδή, η Ελλάδα να απαλλαγεί από το καθεστώς της χρεοδουλοπαροικίας όπως το αποκαλεί. Αυτό όμως, ήταν ένα εξόχως ΠΟΛΙΤΙΚΟ ζήτημα, και όχι ζήτημα ανταλλαγής οικονομικών επιχειρημάτων προκειμένου να «πειστούν» κάποιοι -η Τρόικα-, πως το ελληνικό χρέος ήταν μη βιώσιμο και ότι τα Μνημόνια σκότωναν αντί να σώσουν τον ασθενή και πως εν τέλει διακύβευαν και τα ίδια τα λεφτά τους και επομένως, ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΑΠΟ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται εκείνος ή εκείνη που θα αναλάμβανε να συγκρουστεί με τη Τρόικα, δηλαδή με το Eurogroup, δηλαδή με το Βερολίνο! Από τη στιγμή που η «οικονομική λογική» του ελληνικού προβλήματος, ήταν απολύτως κατανοητή ακόμα και πριν διατυπωθεί και από τον τελευταίο Έλληνα που έχει κάποια επαφή με τη διαχείριση ενός είδους προϋπολογισμού, σπιτιού ή περιπτέρου αδιάφορο, όλος αυτός ο αγώνας του Έλληνα υπουργού οικονομικών να «πείσει» τους ομολόγους του στο Eurogroup ή το ΔΝΤ για την παραπάνω «οικονομική λογική», ασφαλώς δεν τους προσκόμιζε γλαύκες στην Αθήνα, διότι δεν τους έλεγε κάτι που αγνοούσαν, και κυρίως διότι αποδεικνύονταν ότι δεν αποκάλυπτε τις πραγματικές τους προθέσεις, που λίγη σημασία είχαν με την όποια «οικονομική λογική»! Συνεπώς ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι θα απευθύνονταν σε ώτα μη ακουόντων, κάτι που και ο ίδιος το μνημονεύει. Έτσι, π.χ., αναφερόμενος ο Βαρουφάκης σε κάποια παρουσία που έκανε στους ομολόγους του, σημειώνει : «Η αντίδρασή τους θα μου μείνει αξέχαστη. Θυμάμαι να ολοκληρώνω τις παρουσιάσεις μου, να κάθομαι στην καρέκλα μου και να βλέπω στα μάτια τους το απόλυτο κενό. Ήταν σαν να μην είχαν μπροστά τους τα διαγράμματα και τις αναλύσεις μας…» (σελ. 504). Το δυστύχημα είναι, πως ο Βαρουφάκης, ο οποίος ασφαλώς και αντιλαμβάνονταν πως ήταν αντιμέτωπος με μια στρατηγική απαξίωσης, εν τούτοις, πουθενά στο βιβλίο του δεν διαπιστώνω να περιγράφει την δική του αντι-στρατηγική εναντίον αυτής της απαξίωσης. Αντιθέτως, διαπιστώνω μια ανοχή που φτάνει στα όρια σχεδόν της παθητικής υποταγής και ένα σκηνικό περίεργο, για να μην πω γκροτέσκο. Του ήταν εντελώς αδύνατο να αφήσει τον «καθηγητή» στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου και τις επιταγές τις ευγένειας στις κοινωνικές σχέσεις στο σπίτι και να φορέσει τον σκούφο του πολιτικού, με το θάρρος και το θράσος που απαιτεί η πολιτική και όχι οι  ακαδημαϊκοί όμιλοι. Όμως, ό,τι γνώριζε ως συνέπειες των Μνημονίων η ελληνική Κυβέρνηση και ο Βαρουφάκης, το γνώριζαν κι αυτοί και ίσως πολύ καλύτερα διότι αυτοί τα επέβαλαν, και ασφαλώς δεν είχαν έλλειψη ικανών οικονομολόγων να τους εξηγήσουν γιατί τα Μνημόνια είναι αναποτελεσματικά αν βέβαια υποθέσουμε ότι δεν το αντιλαμβάνονταν. Τα Μνημόνια είχαν καθαρά τιμωρητική λογική, είχαν σκοπό να λειτουργήσουν «παραδειγματικά» προς «κάθε κατεύθυνση» (κυρίως προς τον δημοσιονομικά «απείθαρχο» και «προβληματικό» Νότο) της Ευρωζώνης, κι αυτό άξιζε κάθε τιμήματος, πέραν του ότι, για τα λεφτά τους δεν ανησυχούσαν, διότι τα Μνημόνια εγγυούνταν την επιστροφή τους μέσω της λεηλασίας του εθνικού πλούτου και του εθνικού μα και ιδιωτικού εισοδήματος της Ελλάδας. Διερωτώμαι πόσο μακράν της πραγματικότητας βρισκόμασταν όσοι υποστηρίζαμε και υποστηρίζουμε πως το Βερολίνο, δεν θα ήταν με τίποτα λιγότερο ευχαριστημένο από την άνευ όρων παράδοση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κυρίως όμως του Αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, πέραν του ότι, γιατί το Βερολίνο να ήταν πρόθυμο να φανεί πιο γενναιόδωρο σε μια τέτοια Κυβέρνηση, όταν δεν το είχε πράξει με τις προηγούμενες ιδεολογικά ομογάλακτες με την Κυβέρνηση της Γερμανίας; Εξάλλου, πάντα υπέβοσκε στο μυαλό μου η σκέψη πως το Βερολίνο αξίωνε από την Ελλάδα την άνευ όρων παράδοσή της, λες κι ότι εύρισκε στην ελληνική περίπτωση μια ευκαιρία να πάρει εκδίκηση για την δική του άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που της επιβλήθηκε από τους Συμμάχους, λες κι ότι αποζητούσε μέσω του εξευτελισμού που επέβαλε στην Ελλάδα (ουσιαστικά όμως και σε κάθε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ το οποίο της εναντιώνεται), να αποκαταστήσει αναδρομικά το όνειδος εκείνης της ήττας, την οποία, προσωπικά, πιστεύω ότι ποτέ δεν  ξεπέρασε, ούτε έφυγε ποτέ από το μυαλό του να αδράξει την ευκαιρία να πάρει τη ρεβάνς, αυτό δηλαδή που σήμερα επιχειρεί πανευρωπαϊκά, και η Ελλάδα, υπήρξε μια πολύ καλή αφορμή για να ενεργοποιηθούν οι υποβόσκουσες αιτίες. Με μια όμως σημαντική διαφορά. Επιβάλλοντας την βαρβαρική και εγκληματική αρχή της συλλογικής ευθύνης, κάτι που οι ίδιοι ασφαλώς ΔΕΝ υπέστησαν από τη δικαιοσύνη των νικητών, επιβεβαιώνοντας τον βαθμό απόκλισης ανάμεσα σε εθνικές κουλτούρες της ευρωπαϊκής ηπείρου.

       Επομένως, τίποτα δεν ήταν -και δεν είναι- «λάθος» στη περίπτωση των ελληνικών Μνημονίων, κάτι που και ο ίδιος ο Γ. Βαρουφάκης το αναγνωρίζει, όταν γράφει (σελ. 53 βιβλίου του) : «…Άραγε η ΕΕ και το ΔΝΤ δε συνειδητοποιούσαν τι έπρατταν; Ήξεραν ακριβώς τι έπρατταν». Όμως, ο Βαρουφάκης, σε άλλο σημείο του βιβλίου του, φαίνεται να αντιφάσκει, όταν, αναφερόμενος στις εκτιμήσεις της ελληνικής κρίσης εκ μέρους του ΔΝΤ από το 2010 και μετά, δέχεται ότι το ΔΝΤ όντως είχε κάνει λάθος στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους, απλώς δεν αναγνώριζαν το λάθος τους λόγω «πανικού» (σελ. 223, 225)! Ώστε, με βάση τη σελ. 53, δεν είχαν κάνει κανένα λάθος, με βάση όμως τη σελίδα 223 και 225, είχαν κάνει! Στη συνέχεια, στη σελίδα 255, υπογραμμίζει την απουσία «λάθους» στις Μνημονιακές τεχνοκρατικές «αστοχίες», σημειώνοντας, πολύ ορθά, πως αυτό που τους ενδιέφερε, ήταν να επιτύχουν την αυτοενοχοποίηση του ελληνικού λαού, ότι του άξιζε ό,τι του συνέβαινε. Ακόμα κι όταν μετά εκείνη την συνάντηση του Βαρουφάκη στη πρώτη επίσκεψη του Γερούν Ντάισελμπλουμ στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2015, στις αγωνιώδεις του προσπάθειες, όπως ο ίδιος ο Βαρουφάκης εξιστορεί, να αναδείξει με την αδιάσειστη λογική των αριθμών, ότι οι αξιώσεις της Τρόικα να «ολοκληρωθούν» οι προϋποθέσεις του Μνημονίου Σαμαρά, ήταν αδύνατο διότι απλά δεν υπήρχαν τα χρήματα, και από την άλλη ο Ντάισελμπλουμ με την κουστωδία του απλά να υποκρίνονται ότι ακούν και να επιμένουν μονότονα και χωρίς επιχειρήματα στις αξιώσεις τους, (δες αναλυτικά σελίδες 275-286), αυτό, θα έπρεπε έναν «πολιτικό» υπουργό οικονομικών, να αντιληφθεί πως έπρεπε το γρηγορότερο να αφήσει παράμερα ό,τι δεν τους ενοχλούσε, δηλαδή την «αλήθεια των αριθμών», και να επιστρατεύσει ό,τι πράγματι θα τους ενοχλούσε, πέραν των δημοσίων ρητορειών περί «ρήξης»! Τη «ρήξη» είτε την μετατρέπεις σε εμφανές και σταθερά χρησιμοποιούμενο διαπραγματευτικό «όπλο» το οποίο θα έχεις αποδείξει ότι εννοείς να το χρησιμοποιήσεις, και χρονικά δεν την μετατοπίζεις όλο και περισσότερο σε μελλοντικό χρόνο, είτε, στην αντίθετη περίπτωση, μόνο κακό κάνει. Κι εδώ, δεν αναφέρομαι σε ανώδυνες «μπαλωθιές στον αέρα»! Εννοώ, όπως ακριβώς οι Τροϊκανές «σφαίρες», (όχι αυτές της «επιστημονικής αλήθειας» και της «λογικής», αλλά του «πολιτικού ρεαλισμού», όπως αυτοί τον εννοούσαν), χωρίς πολλά-πολλά τις κατεύθυναν στην καρδιά του σώματος της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Ελληνικού Λαού, ανάλογη θάπρεπε να ήταν και η στόχευση η δική μας, χρησιμοποιώντας «σφαίρες» ακριβώς ανάλογης «γέμισης», ανάλογου «βεληνεκούς» με τις δικές τους και κυρίως ανάλογης «στόχευσης». Προσωπικά αυτό θα έπραττα, και προσωπικά, θα είχα συγκροτήσει και μια επιστημονική επιτροπή, με πολεμική διάθεση, χάραξης μιας στρατηγικής προπαγάνδας, προκειμένου να αντιμετωπίσω την άθλια προπαγάνδα που είχε εξαπολυθεί εναντίον της Χώρας και του Λαού στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, με την εντολή, να μη διανοηθούν να εφαρμόσουν προπαγανδιστικές «απαντήσεις» μικρότερης αποτελεσματικότητας από την προπαγάνδα του «εχθρού» (εσωτερικού και εξωτερικού). Επέμενε όμως ο Βαρουφάκης, και επέμενε θάλεγα σταθερά στην «επιστημονική αλήθεια» και στη «λογική» των αριθμών. Με δεδομένα όλα τα παραπάνω και όχι μόνο, αλλά ας μείνουμε σε όσα μέχρι στιγμής έχουμε πει, είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας με την οποία αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενο και τον τρόπο χρησιμοποίησης της στρατηγικής έναντι των δανειστών, πως στις πυκνές συνεδριάσεις του Eurogroup εκείνης της περιόδου, το μόνο που πρόσφερε η εμμονή στο να μιλάς με επιχειρήματα τελικώς αδιάφορα για τους Τροϊκανούς, ήταν να τους προσφέρεις πολύτιμο χρόνο σε βάρος του δικού σου, έως ότου σε πάνε στο σημείο «0», του «δημοσιονομικού πνιγμού», κάτι που ως στρατηγική των «εταίρων» δεν είχε διαλάθει καθόλου της προσοχής του Βαρουφάκη, πράγμα που το επεσήμαινε και στον πρωθυπουργό, όμως, παραδόξως, διαλάνθανε της προσοχής του πόσο πολύ η στρατηγική της «μετριοπάθειας» και της σημασίας που αποδίδονταν στη δύναμη της «αλήθειας» εκ μέρους της ελληνικής πλευράς τους διευκόλυνε! Από ένα σημείο και πέρα, όμως, ένα μέλος της Κυβέρνησης, αν θεωρεί πως οι απόψεις του σε ζωτικά θέματα στόχων και στρατηγικών επίτευξής τους, είναι ριζικά αντίθετες με εκείνες της Κυβέρνησης, οφείλει να παραιτηθεί. Διαφορετικά δεν έχει καμία λογική, το να βοηθήσεις κάτι, περίπου στη λογική της ευθανασίας. Μάλιστα έχει ενδιαφέρον, αυτό που ο ίδιος σημειώνει στη σελίδα 672 του βιβλίου του, πως όταν ρώτησε τον Σόϊμπλε αν ο ίδιος θα υπέγραφε ό,τι ζητά να υπογράψει ο Βαρουφάκης, και αν θα τον συνιστούσε να βάλει την υπογραφή του στις αξιώσεις της Τρόικα, του απάντησε : «Ως πατριώτης όχι. Είναι κακό για τον λαό σου». Όπως γράφει, η απάντηση του Σόϊμπλε τον αποσβόλωσε. Εκείνο όμως που αποσβόλωσε εμένα, είναι η «ερμηνεία»  αυτής της απάντησης εκ μέρους του, που τη θεώρησε, όπως γράφει, «χαραμάδα» για ένα συμβιβασμό. Ακόμα κι εκεί, ενώπιον ενός εκ των μεγάλων αρχιτεκτόνων Ευρωπαϊκού Νεοφιλελεύθερου Γερμανικού Οικοδομήματος, και του πλέον εμμονικού στις νεοφιλελεύθερες και νεοηγεμονικές βλέψεις της Γερμανίας, ο Έλληνας υπουργός οικονομικών, διακατέχονταν από την ψευδαίσθηση ότι θα ήταν δυνατό αυτός ο άνθρωπος, να δημιουργήσει μονάχος του «χαραμάδες» στο ίδιο του το οικοδόμημα χάρη της Ελλάδας!  Κατ’ εμέ, αυτό που έλεγε ο Σόϊμπλε, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Του έλεγε «μην υπογράφεις», διότι, καθόλου παραδόξως, ο Σόϊμπλε επίσης αναζητούσε τη «ρήξη», αν ήταν δυνατό όμως συναινετικά -παρά τις αντίθετες δημόσιες ρητορείες του, διότι δεν αγνοούσε ασφαλώς τις συνέπειες ενός βίαιου GREXIT σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Επομένως, με την «μη υπογραφή», εκτιμούσε πως η Ελλάδα έρχονταν ένα βήμα πιο κοντά σ’ αυτό που ο ίδιος επεδίωκε, τη «ρήξη», δηλαδή το GREXIT, αλλά με τους δικούς του όρους. Διότι το Grexit από μόνο του, δεν λέει τίποτα, αν δεν καθοριστούν και οι όροι του! Ο Γ. Βαρουφάκης, για μένα, όφειλε να παραιτηθεί της στρατηγικής της «επίθεσης της -οικονομικής- Αλήθειας» για τους λόγους που εξήγησα. Όμως, δεν το έπραξε. Απεχώρησε στο παρά πέντε από τη Κυβέρνηση, λίγο πριν τη ψήφιση του τρίτου Μνημονίου. Ασφαλώς είχε καλούς λόγους να επικαλεστεί, και τους επικαλείται, όμως, πολιτικά, κάτι τέτοιο προσωπικά δεν δικαιολογώ τη συνέχιση της παραμονής του στη Κυβέρνηση. Έτσι π.χ., όταν περιγράφει πριν ένα ταξίδι του στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, προκειμένου να ενημερώσει για τις θέσεις του, τους αντίστοιχους ομολόγους του, (της Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας) αλλά και πέραν αυτών, τον επίτροπο Μοσκοβισί, την ΕΚΤ, τον Πωλ Τόμσεν του ΔΝΤ, στις οποίες, με εξαίρεση τον Σόϊμπλε εισέπραττε κατ’ ιδίαν ενθαρρύνσεις και δημοσίως απογοητεύσεις, με διαφορά ώρας και όχι ημερών, με δεδομένο αυτό, ποια είναι η στρατηγική που περιγράφει προκειμένου να προωθήσει τις ελληνικές θέσεις; Το θεώρημα του «αμοιβαίου συμφέροντος». Όπως γράφει, «…να συμφωνήσουμε σε μια αναδιάρθρωση χρέους που ωφελεί και τις δύο μεριές», και μόλις λίγες σειρές παρακάτω, να υπογραμμίζει πως αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν να επικεντρωθεί κυρίως στα δικά τους οφέλη από μια τέτοια αναδιάρθρωση προκειμένου να τους κάνει να συζητήσουν! (σελ. 297 του βιβλίου του). Όμως, πόσο πολύ πίστευε, αλήθεια, ο Έλληνας υπουργός οικονομικών, πώς 19 Χώρες της Ευρωζώνης, περίμεναν τον Έλληνα υπουργό οικονομικών να τους μιλήσει για το «δικό τους συμφέρον», να τους αποκαλύψει πράγματα τόσο εύλογα και τόσο προφανή που οι ίδιοι αγνοούσαν; Ασφαλώς ουδείς! Ο Γ. Βαρουφάκης με τους «αλγορίθμους» του στο λάπτοπ του, αλλά χωρίς καμία ουσιαστική πολιτική στρατηγική, εξόν την σε ρητορικό επίπεδο (από άποψη κυβερνητικής πολιτικής) «ρήξη», προσπαθούσε να «πουλήσει» κάτι που κανείς δε ζήταγε! Και όμως, επέμενε, να διαφημίζει μιαν αζήτητη πραμάτεια. Κι ενώ αυτό ήταν μια πραγματικότητα, εξ ίσου εντός της πραγματικότητας ήταν και οι διαπιστώσεις του ίδιου του Βαρουφάκη για το ποιες ήταν όντως οι στρατηγικές της Τρόικα : ουσιαστική άρνηση αποδοχής κάθε πρότασης για «έντιμη συμφωνία» με στόχο την καλλιέργεια βαθιάς αβεβαιότητας στην ελληνική κοινωνία, τακτική του «εικονικού δημοσιονομικού πνιγμού», [θεωρώ ότι εδώ το «εικονικού» περιττεύει εντελώς και αν όντως κάποιος την περίοδο εκείνη πίστευε στην «εικονικότητα» αυτή,  σημαίνει ότι του διέφευγε μια κρίσιμη πραγματικότητα], έλεγχος κρίσιμων ελληνικών κρατικών θεσμών, όπως η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, ΕΛΣΤΑΤ, ΤΧΣ, Τράπεζα της Ελλάδος (σελ. 499-500 βιβλίου του). Όμως, δεν ήταν μονάχα οι παραπάνω «θεσμοί» της Ελληνικής Πολιτείας που ήλεγχε η Τρόικα. Ήταν και ένας πολύ σπουδαιότερος : οι ίδιες οι Μνημονιακές Κυβερνήσεις!  Αυτό για τον απλό λαό ήταν κάτι το δεδομένο. Και ο Βαρουφάκης εξ άλλου, δεν παραλείπει να το επισημάνει αυτό το γεγονός, όταν σημειώνει αυτό που για όλο τον κόσμο αποτελούσε κοινή πεποίθηση, ότι δηλαδή απομακρύνθηκε από τη Κυβέρνηση κατ’ απαίτηση της Τρόικα, (δηλαδή του Βερολίνου), ενώ για «παρηγοριά» του προσφέρθηκαν κάποια άλλα, τα οποία αρνήθηκε (σελ. 90, αλλά και σελ. 634-635). Επίσης ο ίδιος θυμίζει πώς κατ’ απαίτηση της Τρόικα καθαιρέθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου το 2011 για να σχηματιστεί η Κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου (σελ. 96-97), ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί παρηγορητική η διαπίστωση πως ό,τι συνέβαινε στην Ελλάδα στο θέμα των παρεμβάσεων του Βερολίνου σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, συνέβαινε και σε τέτοιες χώρες όπως π.χ. η Γαλλία για την οποία αναφέρει ανάλογα περιστατικά ωμής παρέμβασης του Βερολίνου που με εξευτελιστικό τρόπο τα επέμενε το Παρίσι (βλέπε ενδεικτικά σελ. 747-748). Μάλιστα, η παρέμβαση έφτανε ακόμα και στο επίπεδο του να επιλέγονται και ποιοι θα έπρεπε να ήταν οι συνεργάτες του υπουργού Οικονομικών, του Βαρουφάκη εν προκειμένω (βλέπε σελίδες 501-502). Αυτή την μακροσκοπικά διαπιστούμενη «απαίτηση» της Τρόικα να έχει, ως κάτι το αυτονόητο, λόγο για το ποια Κυβέρνηση θα πρέπει να κυβερνά τη Χώρα, και ακόμα και με ποια σύνθεση, είναι κάτι που μια Αριστερή Κυβέρνηση, με τη «ρήξη» με τη Τρόικα στο καθημερινό της πολιτικό λόγο -άσχετα με το πόσοι και πόσο το πίστευαν-, θα έπρεπε στοιχειωδώς να σκεφτεί : αν αυτές ήταν οι στρατηγικές της Τρόικα, εμείς, εκτός της «αλήθειας» των αριθμών, ποιές στρατηγικές αναπτύσσαμε σε αντίκρουση των παραπάνω; Η απάντησή μου είναι : καμία!  Ο Βαρουφάκης, ασφαλώς την εννοούσε τη «ρήξη», όμως, δεν την εννοούσε ο σκληρός πυρήνας της Κυβέρνησης, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει στο βιβλίο του και θα πούμε δύο λόγια και γι’ αυτό παρακάτω. Όμως, την ίδια στιγμή, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα όσα εξιστορεί, συνεχίζει να «παλεύει» με τα πολιτικά και ουσιαστικά «ξεδοντιασμένα» επιχειρήματα της «οικονομικής λογικής» που δεν είχαν αποδέκτες, ούτε στη Τρόικα μα ούτε και στην -ευρωπαϊκή τουλάχιστον- Κοινή Γνώμη. Από την άλλη, η «αποηθικοποίηση» του ελληνικού προβλήματος, εκ μέρους του Βαρουφάκη, (δες σελίδες 91 και 297 βιβλίου του), ήταν, κατά την άποψή μου, λάθος στρατηγική. Πράγματι, είναι και δική μου άποψη, πως το ζήτημα της ηθικής, ήταν κάτι που δεν απασχολεί καθόλου την Νέα (Γερμανική) Τάξη των Πραγμάτων στην Ευρώπη και τις ελίτ που εξουσιάζουν την Ευρώπη, πέραν του γεγονότος ότι η Γερμανία και όχι μόνο, είναι μια χαρά βολεμένη στη δική της Προτεσταντική της ηθική, εντός της οποίας δεν αναπτύσσονται οι ίδιοι ηθικοί προβληματισμοί και ενδοιασμοί σε σχέση με την ηθική που απορρέει από άλλες ιδεολογίες και θρησκείες. Είναι σα να «κατηγορείς» κάποιον γιατί πιστεύει στο Κοράνι ενώ εσύ δεν πιστεύεις σ’ αυτό! Όμως, μια ΣΥΝΟΛΙΚΗ στρατηγική, δεν αφήνει έξω καμία σημαντική παράμετρο, και επί πλέον, ενδέχεται να έχει αποδέκτες με διαφορετικές αντιλήψεις -όπως στην προκειμένη περίπτωση. Αν η «ηθική» διάσταση του προβλήματος, αν ο παραγκωνισμός των «δημοκρατικών ευαισθησιών» μπρος στην υπεροχή της πάση θυσία επικράτησης της οικονομικής αποτελεσματικότητας, έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται από τον Νεοφιλελευθερισμό, δεν έχουν όντως για τις παραπάνω ελίτ και το πολιτικό προσωπικό που της εκφράζει και εκπροσωπεί ιδιαίτερη σημασία, όμως, στους Λαούς της Ευρώπης, που εδώ και πολλά χρόνια βιώνουν τις συνέπειες των Νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι μη οικονομικές πραγματικότητες της ζωής, ασφαλώς και βρίσκουν ευήκοα ώτα και αυτά τα ώτα δεν θα έπρεπε μια τέτοια στρατηγική να μην τα αξιοποιεί, ώστε να επιτυγχάνει πιέσεις εκεί που αδυνατεί να πετύχει άμεσα η ίδια.

Συνεπώς, όλη η στρατηγική της Ελλάδας, που στηρίζονταν στην ιδεοληψία της Τούτης-Εδώ-Κυβερνώσας Αριστεράς, ότι η «λογική», ο «ορθολογισμός», η «κληρονομιά του Διαφωτισμού» στην Ευρώπη θα επικρατούσαν των ακραίων απόψεων, κάτι που ήταν εμφανές, σε όλη τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο προεκλογικά όσο και όταν έγινε Κυβέρνηση, ήταν μια στρατηγική λάθος. Τέτοιες απόψεις, κινούνταν στη σφαίρα των ευσεβών πόθων, όταν οι πάντες αντιλαμβάνονταν αυτό που ως φαίνεται δεν αντιλαμβάνονταν τότε η ελληνική Κυβέρνηση : πως η Ευρώπη των Άκρων δεν ήταν η εξαίρεση στην Ευρώπη της Μετριοπάθειας, της Λογικής και της Αλληλεγγύης, αλλά ο Κανόνας! Ούτε ήταν -και είναι- ζήτημα «ανορθολογισμού»! Είναι η επικράτηση του Νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος είναι φορέας δικής του «λογικής», τόσο ανοικτής σε διάλογο όσο ανοικτές ήταν όλες οι λογικές των Ισχυρών διαχρονικά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, και ο οποίος σε καλεί και σου λέει, πως «αυτό είναι και χωρίς άλλη συζήτηση, take it or leave it», στην οποία πρό(σ)κληση εμείς μονότονα απαντάμε  : «δεν φεύγω, εγώ θα μείνω εδώ, μέσα στο λάκκο των λεόντων, και θα συνεχίσω να άδω το ευαγγέλιό μου, την ίδια στιγμή που τα λιοντάρια θα με κατασπαράσσουν»! (Κι αυτό γιατί; Διότι κάθε άλλη επιλογή εκτός από το να κατασπαραχθείς, θεωρείται «χειρότερη»!).

Αυτού του είδους την ιδεοληψία, ασφαλώς, ο Γ. Βαρουφάκης, δεν την είχε. Την «ρήξη» την εννοούσε όταν την έλεγε, κι αυτό είναι άσχετο με την κριτική που ασκώ για το περιεχόμενο και την «λογική» της στρατηγικής που ακολουθήθηκε, η οποία, έρχονταν φορές, που έψαχνες να βρεις ένα καλό επιχείρημα που να σου επιτρέπει να παντρέψεις την προοπτική της «ρήξης» με όσα στη πορεία των διαπραγματεύσεων λέγονταν και κυρίως συμφωνούνταν (πάντα ως υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς). Και κυρίως, να επιμένει ο Βαρουφάκης την πολιτική της προβολής των «λογικών οικονομικών επιχειρημάτων»!  Δηλαδή, την τεχνοκρατική προσέγγιση!

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το ότι η ομάδα που συγκρότησε ως υπουργός οικονομικών ήταν αμιγώς τεχνοκρατική η οποία προσέγγιζε ανάλογα το ελληνικό πρόβλημα -θα πούμε δυο λόγια παρακάτω. Βεβαίως ο Βαρουφάκης θα μπορούσε να αντιτάξει ότι ως υπουργός οικονομικών δεν είχε την αρμοδιότητα μόνος αυτός να καθορίζει το πολιτικό περιεχόμενο της γενικότερης κυβερνητικής στρατηγικής και των τακτικών και πολιτικών επίτευξής της. Τούτο όμως δεν είναι σωστό, διότι είχε την ευθύνη της ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ διαπραγμάτευσης, και αυτό είναι άσχετο αν η «ΣΥΝΟΛΙΚΗ» διαπραγμάτευση ήταν ακριβώς η διαπραγμάτευση του υπουργού οικονομικών, διότι άλλη «ΣΥΝΟΛΙΚΗ» στρατηγική -τουλάχιστον εμφανής, και τουλάχιστον να προκύπτει από το υπό κρίση βιβλίο του Βαρουφάκη- ΔΕΝ υπήρχε. Στην περίπτωση του βιβλίου του Βαρουφάκη, αν περιέγραφε μόνο τα γεγονότα που αναφέρονται σ’ αυτόν, χωρίς το όνομα και τον τίτλο του, και καλούμουν να μαντέψω ποιος κρύβονταν πίσω από πίσω, θα έλεγα με βεβαιότητα κάποιος ανώτερος τεχνοκράτης του υπουργείου οικονομικών, που αναλύει διάφορα δημοσιονομικά και μακροοικονομικά δεδομένα της χώρας, για να τα δώσει στον υπουργό του προκειμένου να εντάξει μαζί με άλλα δεδομένα και στοιχεία στη γενικότερη πολιτική στρατηγική του.

(συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: