olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ – ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Posted by IGOR στο Νοέμβριος 6, 2017


Ανδρέας Καρακαβίτσας, μικρά διηγήματα από τα «Λόγια της Πλώρης».

Να σου ειπώ, καπετάν Σταμάτη, εκείνη, η γάμπια[1] δε μου φαίνεται γερή.

– Δίκιο έχεις, καπετάν Βασίλη· και ο τρίγκος[2] θέλει άλλαμα. Μαράζι το ’χω να περάσω τον κάβο – Ντόρο χωρίς ζημιά. Πότε φλόκο[3] θα μου σχίσει, πότε κορζέτο[4] θα μου κόψει, πότε θα μου σηκώσει μπαλόνι το φλις[5]. Στο τελευταίο καβατζάρισμα μου ’σπασε τον τρίγκο στη βόλτα.

– Χοντρός κάβος π’ ανάθεμά τον!…

Οι δυο μας στο κάσαρο[6] του «Αϊνικόλα» κουτσοπίναμε χιώτικη μαστίχα και ρουφούσαμε τσιμπούκι, προσμένοντας ανυπόμονα το φαγί. Τρεις μέρες τώρα μας έδενε κει τον «Ταξιάρχη», το μπρίκι μου, και το μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα κάλμα – μπουνάτσα. Αλλά δεν είμαστε μοναχοί. Μπάρκα, γολέτες, σκούνες, μπρίκια, τρεχαντήρια, νάβες[7] έστεκαν σκόρπια μπρος στην Τρωάδα. Κάπου τριάντα κομμάτια ολάρμενα. Και καθένα με το δρόμο του. Μα τι δρόμο! ούτε τρίχα δε σάλευαν από τη θέση τους. Όλα με το τσιμπούκι στη δύση, κοιτάζαν, λες, μαρμαρωμένα κάποιο φοβερό φάντασμα να προβάλει από τα ουρανοθέμελα.

Η θάλασσα έμοιαζε λαπά χρυσογάλαζο. Εδώ και κει μολύβιζε από τον ίσκιο διαβατάρικου σύγεφου. Αλωνάκια κροσσωτά, μακρυλαρίκια κρυσταλλόστρωτα, ριγωτά οργώματα, έδειχναν απάνω κάτω τα ρέματα. Και παντού ολόγυρα οι αρμενιστάδες πλήθος, με το μικρούτσικο πανάκι με τον κυβερνήτη τους, αρμένιζαν κι αρμένιζαν, της γαλήνης αλάθευτα σημάδια.

Ο ουρανός σταχτογάλαζος άχνιζε από το λιοπύρι. Ο τρωαδίτικος κάμπος κυματιστός, χαμηλόγερνε από της Ίδης τα ριζά ως τη θάλασσα. Χωριαδάκια δενδροφυτεμένα πρόβαιναν εδώ και κει στα ψηλώματα, κοκκίνιζαν οργωμένες οι πλαγιές και τα λακκώματα, γαλαζοπράσινη καταχνιά καθισμένη πέρα, τα λιοστάσια και τις πουρναριές σημάδευε. Η ζωή έπλεκε τον πλοκό της τώρα παντού ήμερο και ποθητό, δίχως σάλαγο πολέμου και αρμάτων λαμποκοπήματα. Δίπλα η Τένεδος φύτρωνε από το κύμα κατάξερη, κοκκινόμαυρη, με τις φτερωτές των μύλων χασκισμένες, σαν να ζητούσαν ελεημοσύνη τον άνεμο. Και κάτω στο μελαψό ακρωτήρι του Καραμπαμπά μαύριζε ίσκιος πελώριος, σαν να ήταν του Αχιλλέα ο ίσκιος και ζητούσε βασιλοπούλας αίμα στον τάφο του.

Αν δε δούλευε το πανάκι, δούλευαν όμως τα κουπιά. Οι πιο ανυπόμονοι καπετάνιο έβαλαν τις βάρκες να σύρουνε ρυμούλκιο· οι άλλοι έκαναν βίζιτες. Ποιος είχε να χαιρετήσει αδερφό, ποιος πατέρα, ποιος συγγενείς, φίλους, πατριώτες. Πολλοί να ξεκαθαρίσουν παλιούς λογαριασμούς· άλλοι για να τελειώσουν συμπεθεριά· άλλοι να μιλήσουν για τα οικογενειακά τους. Τα έχει αυτά η θάλασσα. Χωρίζει για χρόνια και σμίγει μια στιγμή. Δεν έχεις πάντα στο χέρι τον καιρό και σαν τον έβρεις τρέχεις μαζί του θέλοντας και μη.

Έκαμα και γω κάμποσες βίζιτες. Είχα τα δικά μου, τις ληψοδοσίες μου. Το πρωί που γύριζα στο μπρίκι από ένα γαλαξιδιώτικο, κάνω έτσι και βλέπω τον «Αϊνικόλα» του καπετάν Τραγούδα. Μπρε, σαν τα χιόνια! Καιρούς και χρόνια είχα ν’ ανταμώσω το φίλο μου. Δεκαπέντε κλειστά, όταν μίσεψε από το νησί μας και πήγε να σμίξει με μια πιπεροχήρα στην Αττάλεια. Έλεγαν πως το ήβρε καλά με τη χήρα· παρά με ουρά! Έχτισε το μπαρκομπέστια και φόρτωνε για λογαριασμό του. Είχε σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες, αποθήκες· χοντροκαραβοκύρης σωστός!

Πηδάω στη σκάλα, σκαρφαλώνω απάνω. Μπρε καλώς τον! μπρε καλώς τον! Ματς μουτς! Μας παίρνουν τα δάκρυα. Από τα δάκρυα πέσαμε στο τσιμπούκι και τη μαστίχα ώστε να γίνει το φαγί.

– Ξέρεις; μου λέει ο καπετάν Τραγούδας· έχω μέσα και τον ανιψιό μου το Μανολιό, το παιδί της Ζαφειρένιας!…

– Μπα, πού ’ναι το;

Γνώριζα καλά το Μανολιό. Ήταν παιδί μάλαμα, κάστρο καρδιά· δουλευτής τίμιος. Έκαμε χρόνο στο μπρίκι μου και λόγο δεν άλλαξα μαζί του. Η ματιά μου προσταγή· ο λόγος μου δουλειά του. Ήταν και κείνος απ’ τ’ αποπαίδια της τύχης. Μόλις γεννήθηκε, ήβρε τα βάσανα μπρος του. Λάμια τον καρτέραγε η δουλειά, σίδερο η ανάγκη, θολό ποτάμι του γονιού το αμάρτημα. Ο πατέρας του ήταν καλός καραβοκύρης· αλλά κάποια Κοντοσκαλιώτισσα του σήκωσε τα μυαλά. Και αν ήταν τα μυαλά, μικρό το κακό· του σήκωσε όμως και το ψωμί των παιδιών του. Άφησε τέσσερα κορίτσια, τη γυναίκα του και το Μανολιό μικρό και κόλλησε μαζί της. Ούτε γράμμα, ούτε λεφτά έστελνε σπίτι του. Πού να χορτάσει ο ρούφουλας! Τον μάδησε καλά, του έφαγε και το καράβι, έπειτα μια κλωτσιά κι όξω ο καπετάν Μαθιός. Όξω φτωχός και σακατεμένος. Γυρίζει στο νησί, βρίσκει το σπίτι πουλημένο, τις κόρες του ξενοδουλεύτρες, το Μανολιό ναυτόπουλο, θέλησε να πιάσει δουλειά, να πληρώσει τις ανοησίες του, μα ήταν αργά. Θες από το πιοτό, θες από κατάχρησες, δεν ήταν άξιος ούτε φύλλο να σηκώσει. Τον μάζωξαν τα κορίτσια του και τον διατήρησαν ώσπου έκλεισε τα μάτια.

Ο Μανολιός όμως δεν ακολούθησε τον πατέρα του. Ρίχτηκε σύψυχος στη δουλειά και την οικονομία. Γυναίκες δεν ήταν γι’ αυτόν, ταβέρνες, παιγνίδια, καβγάδες, τίποτα. Ίσα στο δρόμο του. Έτσι κατάφερε να παντρέψει ως τώρα τις τρεις αδερφές του, να συγγενέψει με τα καλύτερα σπίτια.

– Ε, του λέω, Μανολιό, μόλις τον είδα. Τώρα που έβγαλες από πάνω σου το βάρος, να κοιτάξουμε να παντρευτείς και συ.

– Εγώ; λέει με πικρό χαμόγελο. Εγώ παντρεύτηκα. Πήρα τέσσερες γυναίκες.

– Τις αδερφάδες σου λες; Εκείνες με τη δόξα του Θεού τις ξέκαμες. Μένει ακόμα η Ρούσα· μα και κείνη, καθώς άκουσα, την έχεις αρρεβωνιασμένη. Θα μάσεις και κείνης τα λίγα πολλά της κι έπειτα να σκεφτείς για λόγου σου.

– Τα μάζεψα και κείνης· τα μάζεψα και τα ’δωκα. Προχτές στην Πόλη έλαβα γράμμα και μου ’λεγε πως έκαμαν το γάμο στις δεκαπέντε του Μαρτιού. Ήπιαν λέει και στις χαρές μου· τις δικές μου χαρές!…

Είπε τα τελευταία λόγια του με τέτοιο ανάμπαιγμα, που ανατρίχιασα. Νομίζεις πως του ευχήθηκαν να πιάσει τον ουρανό με τα χέρια.

– Γιατί όχι! του είπα· ήρθε η αράδα σου.

– Η αράδα μου για ταξίδι· αποκρίθηκε με το ίδιο χαμόγελο.

– Για ταξίδι! Α το φιλαράκο! γυρίζω και λέω του καπετάν Τραγούδα. Την έχει, βλέπω, και σημαδεμένη. Δε μου λες κατά πού; Απάνω ή κάτω;

Δεν έδειξε ούτε την Άσπρη ούτε τη Μαύρη Θάλασσα.

– Κάτω· μου κάνει, δίνοντας μπηχτή.

Δεν υποψιάστηκα και άρχισα να τον πειράζω. Η μαστίχα μού κέντησε για καλά την όρεξη και μυριζόμουν λιμασμένος την τσίκνα του μαγεριού. Εκεί έβραζε το αθάνατο φαγί μας. Και φαίνεται δεν ήμουν εγώ μονάχα που πεινούσα· ήταν όλο το πλήρωμα. Τι τα θες, ο ναύτης δεν είναι πλασμένος για το καθισιό. Ζωή του είναι η φουρτούνα, το πέλαγο· θάνατός του η γαλήνη. Μην τον αφήνεις να συλλογιέται, γιατί τον έχασες. Τους έβλεπα όλους τώρα νευρικούς, ανήσυχους, με κατεβασμένα μούτρα να γυρίζουν στο μαγεριό. Ήθελαν να έβρουν δουλειά με το φαγί. Μερικοί καθισμένοι στην κουπαστή έπαιζαν πέρα δώθε τα γυμνά ποδάρια τους με τόση δύναμη, λες κι ήθελαν να τα ξεκλειδώσουν. Άλλοι αγκαλιασμένοι στο κατάρτι έσφιγγαν ζουλώντας άπονα το στήθος του. Δυο τρεις σκυμμένοι κάτω έβλεπαν το στεκάμενο νερό και βλαστημούσαν, έφτυναν απάνω του με θυμό. Ένας ερέθιζε το μαύρο καραβόσκυλο να ριχθεί στη γάτα. Ο υποναύκληρος με άλλους δυο μπάλωναν στην πλώρη ένα πανί· και οι λοιποί ορθοστεκάμενοι, με τα χέρια σταυρωμένα, την πίπα στο στόμα, σήκωναν τα μάτια στα πανιά με αγωνία. Τι τα κοίταζαν; Ψόφια έστεκαν στη θέση του, αφούσκωτα, νυσταγμένα και τους ίσκιους έριχναν συγχυσμένους με τους ίσκιους των καρτιών, των μακαράδων, των σχοινιών, έναν απάνω στον άλλο, ως κάτω στο πενταπάστρικο κατάστρωμα.

Για μάνα, για την πείνα μου, ήβρεμα ήταν η κουβέντα του Μανολιού και εξακολουθούσα να τον πειράζω αλύπητα.

– Έχει γρόσια;

– Ου! άμετρα.

– Έχει γλώσσα;

– Κατά τον καιρό. Τώρα είναι άλαλη· μα σαν θυμώσει, κουφαίνεσαι να την ακούς.

Κι όλο χαμογέλαε. Εγώ επίμενα:

– Ξέρει τραγούδια;

– Θάλασσα.

– Είναι άσπρη, μαύρη, γαλανή, μελαχρινή;

– Γαλανή.

Το είπε σοβαρά· στύλωσε τα μάτια του στο κουφό κύμα με τόση τρυφεράδα, που πάγωσα. Δεν κοιτάζει αγαπητικός με τόσον πόθο την αγαπητική του. Αλλά και κείνο ανάθεμά το – ναι, το νερό, που ήταν πήχτρα μπρος μας – έκαμε άξαφνα κάτι σούφρες και πάφλασε εδεκεί, τινάζοντας διαμαντένιο αφρόδροσο, σα ν’ ανατρίχιαζε στο βλέμμα του.

– Μπρε!

Με το πόδι κούνησα τον καπετάν Τραγούδα. Αλλά κείνος ρουφούσε μακάριος το τσιμπούκι με τον κεχριμπαρένιο λουλά, με τη φέσα ορθή στο κεφάλι, με τη βράκα χυμένη λόξες στο κεντητό πεύκι, λες κι αναπαυόταν απάνω στα πλούτη του. Δεν έδινε πεντάρα για τις κουβέντες των φτωχών και των δυστυχισμένων. Ήθελε να ’ναι σκληρός και άπονος. Μόνο το εγώ του γνώριζε. Όταν έμαθε την κακομυαλιά του γαμπρού του, τη δυστυχία της αδερφής τους, των ανιψιών του τη δύσκολη ζωή, δεν άπλωσε χέρι να τους βοηθήσει. Πήγαν πολλοί να του παραστήσουν την ανάγκη τους, να του ζητήσουν συνδρομή· εκείνος τον κουφό.

– Καθένας, έλεγε, κάνει την τύχη του μοναχός του. Αλί σε κείνον που περιμένει από ξένο χέρι! Αλί στον κούκο που γεννά σε ξένη φωλιά! Εγώ, ναι! εγώ – και δεν έλεγε πως αυτός ήταν πρώτος κούκος – μόνος μου ήβρα την τύχη μου. Την έπιασα από τα μαλλιά και την έσυρα υποταχτική μου. Ας το κάμουν κι άλλοι. Εγώ μην περιμένουν να τους δώσω τίποτα!

Είπα πως πήγαν όλοι και του μίλησαν. Ένας μοναχά δεν πήγε· ο Μανολιός. Φιλότιμο παιδί. Δεν πλησίασε το θειο του παρά σαν αρρεβώνιασε και τη Ρούσα. Και τότε όχι σα συγγενής, αλλά ναύτης. Και ο καπετάν Τραγούδας τον είχε όπως και τους άλλους ναύτες του· τίποτε περισσότερο. Αν θες μάλιστα, κάτι λιγότερο από τους άλλους.

– Δεν κάνει, συλλογίστηκε, να του δώσω θάρρος, γιατί τεμπελιάζει. Κι η τεμπελιά μπορεί να τον φέρει ίσα στο δρόμο του πατέρα του.

Γύρισα πάλι στο Μανολιό.

– Βρε παιδί μου, του λέω· τι κουβέντες είν’ αυτές;

– Καθώς μου βαρείς χορεύω, καπετάν Βασίλη. Τι θες να σου ειπώ; Μου μιλάς για παντρειά, σα να λες να σηκώσω ένα σακί στον ώμο. Καλά, το σήκωσα· κι έπειτα; Να σου ξεμολογηθώ λοιπόν σαν πατέρα μου· νέτα σκέτα. Όρεξη δεν έχω να ζήσω πια. Δεν ξέρω γιατί· μα δεν έχω. Γνωρίζεις πώς δούλεψα από τα μικρά μου χρόνια. Όσο είχα μπρος μου κείνα τα κορίτσια, ήθελα να ζήσω και να δουλέψω. Όχι να ζήσω, μα και τρομάρα είχα μη χάσω άξαφνα τη ζωή και τ’ αφήσω έρημα στο έλεος και την καταφρόνια του κόσμου. Έκανα τη νύχτα μέρα. Όσο στέκει τ’ αλόγου η ουρά, και γω στάθηκα. Σε πολλά η τύχη μου ήρθε κόντρα· κόντρα της βγήκα και γω με τα όλα μου. Δεν είχα σκοπό να πισωπατήσω μηδέ τρίχα. Έμοιαζα μ’ ένα γερό βαπόρι που έχει τους φούρνους αναμμένους, τα λεβέτια ζεστά, γεμάτο τον ατμό και δεν τολμά μηδέ κύμα μηδ’ άνεμος να του κόψει το δρόμο. Ως τα προχτές που έλαβα το τελευταίο γράμμα στην Πόλη. Μόλις διάβασα πως έγινε της Ρούσας ο γάμος, λύθηκαν τα ήπατά μου. Θες ήταν ανέλπιστη χαρά, θες το θέλημα του Θεού, άμα τέλειωσα, κάτι ανάλαφρο και κάτι ζεστό ένιωσα να φεύγει από την καρδιά μου κι έπεσα αναίσθητος. Από τότε δεν έχω πια όρεξη για δουλειά· ούτε για ζωή. Με φωνάζει ακαμάτη ο θείος μου, κι έχει δίκιο, το καταλαβαίνω πως έχει δίκιο. Μα τι να κάνω; Ως εδώ ήταν η συρμή μου. Έσωσα, πες, το κάρβουνό μου έσβησαν οι φωτιές, κρύωσαν τα λεβέτια και στάθηκα. Και καλά που έφτασα ως εδώ! Φαντάσου αν έμενα καταμεσής του δρόμου, ν’ αφήσω την αδελφούλα μου παραπονεμένη!… Τώρα – ώρα μου· δε δίνω μια πεντάρα. Άσπρος άγγελος μονάχα κι ας έρθει το γρηγορότερο.

Κι έλεγε τα λόγια του τόσο μετρημένα, τόσο απλά, που πίστεψα πως ήθελε να πείσει όχι εμέ, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του. Το μελαχρινό πρόσωπο, τα μεγάλα θαλασσιά μάτια του, τα γενάκια του τα καστανά και τα σγουρά μαλλιά του έδιναν τόση σοβαρότη στα λόγια του, που μ’ έπιανε σεβασμός. Δεν τολμούσα να τον αντισκόψω. Τίποτα απάνω του δεν έδειχνε την απελπισία. Όλα του ήσυχα σαν τη θάλασσα που μας κρυφάκουε. Μόνο τα χείλη του μια δυο φορές σπαρτάρησαν άξαφνα, λες και φλόγα ο λόγος έβγαινε από τα φυλλοκάρδια του.

Τόλμησα τέλος κάτι να του ειπώ, να του αλλάξω το νου.

– Μα, παιδί μου!…

Αλλά μόλις άρχισα, και βλέπω τον καπετάν Τραγούδα να πηδάει απάνω.

– Στα πόστα σας!… προστάζει με άγρια φωνή. Βάλε το τιμόνι στη μπάντα! – Α λα, μόλα, γάμπια!… Μπούκα τουρκέτο![8]…

Τρέχουν οι ναύτες απάνω κάτω· άλλοι στα μπράτσα[9], άλλοι στις κόστες, άλλοι στα στράλια[10]. Το βάρυπνο ξύλο ξύπνησε, ψυχωμένη κι αράθυμη Γοργόνα.

– Στη βάρκα σου καπετάν Βασίλη! γυρίζει σε μένα· στη βάρκα σου και μας σήκωσε. Το φαγί το φυλάω γι’ άλλη φορά, σαν ξανανταμωθούμε με το καλό.

Άνεμο μας έβγαλε ο Καράμπαμπας. Σφύριζε άγριος κι ανατάραζε απ’ άκρη σε άκρη τη θάλασσα. Τα ξύλα, ξένοιαστα, τ’ άρπαξε στην τρελή του δύναμη και τα σκόρπισε φτερά σ’ όλο το πέλαγο. Άλλα έριξε στον άμμο της Τρωάδας, άλλα έχωσε στο λιμάνι της Τένεδος, άλλα διπλάρωσε στο Σίγκρι, άλλα ξόρισε κάτω για το κανάλι της Μάλτας, άλλο δρόμο είχαν, αλλού τα ’στειλε.

Πηδάω στη βάρκα και τρέχω στο μπρίκι. Ο γραμματικός μου κατάφερε να κρατήσει τον «Ταξιάρχη» κι έπεσα μέσα. Σοβράνο ήρθα στο μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα για να πιάσω τη γραμμή μου, αλλά βλέπω εκεί μεγάλη ταραχή. Ναύτες έτρεχαν, βάρκες έριχναν στη θάλασσα, φωνές κακό σα να βούλιαξε άξαφνα το πλεούμενο. Ο καπετάνιος ορθός στο κάσαρο, ξεσκούφωτος, κατακόκκινος, βλαστημούσε κι έβριζε, κινώντας τα χέρια σα φτερωτές.

Ορθοπλωρίζω δύσκολα και ρωτάω:

– Τ’ είναι μωρέ; τι πάθατε; βοήθεια θέλετε;

– Ο Μανολιός μας πνίγηκε!… Ο Μανολιός μας χάθηκε!… θρηνολογεί ο καπετάν Τραγούδας.

Η καταστροφή έλιωσε το χιόνι της καρδιάς του… Κακόμοιρο παιδί! Νερό πήγε να σύρει με τον κουβά, παραπάτησε στο ξύλο, έπεσε, πάει. Όσο κι αν γύρεψαν οι βάρκες, πουθενά δεν τον ήβραν. Το κύμα ζηλιάρικο τον σφιχτόδεσε στην αγκαλιά του, για πάντα τον κράτησε. Τάχα έκαμε την υπόσχεσή του; Ποιος ξέρει; – Μα ο βιοπαλαιστής αναπαύθηκε.

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/karkabitsas%20logia%20plwrhs/05biopalaisths.htm

[1] τα ιστία ενός ιστιοφόρου από κάτω προς τα επάνω: μάιστρα, γάμπια, παπαφίγκος, κόντρα παπαφίγκος

[2] Ο πρώτος (από την πλώρη) ιστός

[3] μεγάλο τριγωνικό πανί της πλώρης ιστιοφόρου πλοίου

[4] Καμπύλο επίπεδο δοκάρι στα πλάγια του καταστρώματος που περιβάλει τους νομείς

[5] τριγωνικό ιστίο

[6] μέρος της πρύμνης του πλοίου, το επίστεγο

[7] για περισσότερες πληροφορίες για τους τύπους των πλοίων εδώ

[8] Το κάθε κατάρτι, ανάλογα με τη θέση του, έχει τη δική του ονομασία: το πρώτο από την πλώρη κατάρτι ονομάζεται τουρκέτο (ακάτιος ιστός), το δεύτερο, μεγάλο ή μαΐστρα (μέγας ιστός), και το τρίτο μετζάνα (ο ιστός του επιδρόμου, ο πρυμναίος ιστός).

[9] είδος σχοινιού

[10] τα σχοινιά (ή τα συρματόσχοινα) που στερεώνουν κάθε ιστό του πλοίου από την πλώρη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: