«Παίρνουν τον στην κρεμάλα»

Ευαγόρας Παλληκαρίδης ο τελευταίος απαχωνησθείς
…Ο Άγγλος δεν άντεξε και ρώτησε έναν Κύπριο δημοσιογράφο : «What kind of people are they ?» (Τι άνθρωποι είναι αυτοί ; ). Για να λάβει την απάντηση «Greeks» !.
«Θα πάρω μια ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά
Θ’ αφήσω αδέλφια συγγενείς
τη μάνα τον πατέρα
μεσ’ τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ‘χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι
βουνά και ρεματιές
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά
θα ρθει το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά
Τα σκαλοπάτια θ’ανεβώ
θα μπω σ’ ένα παλάτι
το ξέρω θα ν’ απάτη
δεν θα ν’ αληθινό
Μες το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω το θρόνο
Βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ’ αυτόν
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου
μονάχα αυτό ζητώ»
Όταν γεννήθηκε, στις 26 Φεβρουαρίου 1938, οι γονείς του, του έδωσαν το όνομα του αρχαίου, του μεγάλου βασιλιά της Σαλαμίνας, του Ευαγόρα. Και πράγματι ο νεαρός Ευαγόρας δικαιολόγησε απόλυτα το όνομά του.
Έγραφε : «Κάτι θα ήξερε περί του μέλλοντός μου ο μακαρίτης ο νονός μου για να μου δώσει το όνομα του βασιλιά της Σαλαμίνας. Έτσι και εγώ έπρεπε να φανώ αντάξιος διάδοχος».
Στα 15 του χρόνια άρχισε να πολεμά τους Βρετανούς κατακτητές. Τον Ιούνιο του 1953 οι Βρετανοί γιόρταζαν την ενθρόνιση της βασίλισσας Ελισάβετ Β’. Ο Ευαγόρας δεν μπορούσε να αντέξει την ταπείνωση. Όρμησε στο στάδιο της Πάφου, κατέβασε την βρετανική σημαία και ρίχτηκε στους δρόμους. Σύντομα βρέθηκε οδηγός ενός πλήθους νέων παιδιών που με πέτρες και ξύλα απέτρεψαν τις εορταστικές εκδηλώσεις στην Πάφο, συγκρουόμενοι με τη βρετανική αστυνομία. Όταν στο γυμνάσιο του ζητήθηκε να γράψει έκθεση για τη σημασία των εθνικών επετείων – τις οποίες σήμερα κάποιοι ζητούν να καταργήσουν – ο Ευαγόρας έγραψε : «Κάτω από τον γαλάζιο αττικό ουρανό, αλλά και κάτω από τον σκοτεινό συννεφιασμένο ορίζοντα της δούλης Κύπρου, γιορτάζονται οι Εθνικές Επέτειοι. Θυμίζουν στον ελεύθερο Ελληνισμό πως οι πρόγονοί των πολέμησαν σαν λιοντάρια για να τους χαρίσουν τη Λευτεριά. Μας δίδουν ακόμα θάρρος και ελπίδα στους σκλαβωμένους, πως η μέρα του λυτρωμού δεν είναι όνειρο απραγματοποίητο. Περνά από κοντά σου τις μέρες αυτές η δόξα και η τιμή του Έλληνα, περνά η Λευτεριά, που δίνει το φως, τη δύναμη, τη χαρά. Περνά από κοντά σου η Λευτεριά. Την νοιώθεις, την χαίρεσαι. Μα ο σκλάβος δεν τη χαίρεται, δεν τη βλέπει».
Το 1955 ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ήδη φουντώσει. Ο Ευαγόρας εντάχθηκε αμέσως στις τάξεις της. Τον Νοέμβριο του 1955, σε νέα διαδήλωση, απελευθέρωσε έναν συμμαθητή του που είχε συλληφθεί, κτυπώντας τους Βρετανούς στρατιώτες. Συνελήφθη ο ίδιος και ορίστηκε δικάσιμος. Μια μέρα πριν τη δίκη ο Ευαγόρας άφησε το σχολείο και το σπίτι του και έφυγε στα βουνά. Στην έδρα της τάξης του άφησε ένα γράμμα που άρχιζε ως εξής : «Παλιοί μου συμμαθητές. Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα. Κάποιος που μπορεί να μην ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στο τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα. Ευαγόρας Παλληκαρίδης, 5 Δεκεμβρίου 1955».
Ενώθηκε με την ανταρτική ομάδα που δρούσε μεταξύ Κισσόνεργας και Τάλας. Συνελήφθη, όμως, από τους Βρετανούς, στις 18 Δεκεμβρίου 1956 και υπέστη τα πάνδεινα. «Τη νύκτα με δένουν χειροπόδαρα σε ένα σιδερένιο κρεβάτι και χορεύουν απάνω μου μέχρι να λιποθυμήσω. Και τότε μου βουτούν το κεφάλι σε έναν κουβά γεμάτο κρύο νερό και το κρατάνε εκεί βουτηγμένο, χωρίς να παίρνω αναπνοή, ώσπου να χάσω και πάλι τις αισθήσεις μου. 11 μέρες τώρα με ξυπνούν και με σηκώνουν με άγριες φωνές, μόλις κλείσω για λίγο τα μάτια μου, με γυμνώνουν και με κτυπούν αλύπητα».
Ωστόσο το παλικάρι δεν λύγισε. Δεν πρόδωσε. Το ίδιο και ο δυστυχής πατέρας, ο Μιλτιάδης Παλληκαρίδης. Μια μέρα ο Τούρκος υποδιοικητής της αστυνομίας της Πάφου κάλεσε τον Μιλτιάδη στο γραφείο του. «Η κατά του γιου σου κατηγορία επισύρει την ποινή του θανάτου. Να και το σχετικό διάταγμα του κυβερνήτη. Διάβασέ το. Θέλεις να του μιλήσεις για να μας πει κάτι; Που έχουν κρύπτη με όπλα, που κρύβονται οι σύντροφοί του; Αν δώσει τέτοιες πληροφορίες θα αποφύγει τον θάνατο. Λοιπόν θέλεις να του μιλήσεις;». Πετάχτηκε όρθιος ο γέρο Παλληκαρίδης. «Όχι, χίλιες φορές όχι. Με αυτές τις προτάσεις δεν θέλω ούτε να δω τον Βαγορή, ούτε να του μιλήσω». Όταν επέστρεψε στο σπίτι μίλησε στη γυναίκα του. Της είπε όσα ο Τούρκος είχε αναφέρει. «Δε γέννησα εγώ παιδί που θα το πουν προδότη. Χαλάλι της πατρίδας μου το αίμα του παιδκιού μου», ήταν η απάντηση της μάνας. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 25 Φεβρουαρίου 1957. Ένας Άγγλος δημοσιογράφος είδε, κάποια στιγμή, τους γονείς του Παλληκαρίδη να βγαίνουν από τη φυλακή. Τα πρόσωπά τους έλαμπαν. Ο Άγγλος δεν άντεξε και ρώτησε έναν Κύπριο δημοσιογράφο : «What kind of people are they ?» (Τι άνθρωποι είναι αυτοί ;). Για να λάβει την απάντηση «Greeks» !
Μέσα στη φυλακή επικρατεί πανδαιμόνιο. Οι μελλοθάνατοι προκαλούν και γιορτάζουν τον θάνατο με τραγούδια, με θούρια πατριωτικά, με ψαλμωδίες χριστιανικές. Ο πατέρας Αντώνιος βρισκόταν στο πλευρό του Ευαγόρα. Του πρόσφερε τη Θεία Μετάληψη.
Το ρολόι μόλις χτύπησε μεσάνυχτα. Εωθινή, ξημέρωνε η 14η Μαρτίου. Αναταραχή επικρατούσε στη φυλακή. «Παίρνουν τον στην κρεμάλα», ακούστηκε. Όλοι οι κρατούμενοι ήταν όρθιοι. «Μην λυπάστε. Ορκίστηκα να πεθάνω για την πατρίδα και τήρησα τον όρκο μου», ήταν τα τελευταία του λόγια.
Ντίνος Ορφανός ΤΡιμίκλινη
Email: ntinorf@hotmail.com

5 thoughts on “«Παίρνουν τον στην κρεμάλα»”

  1. Σήμερα είναι μια θλιβερή επέτειο ..

    Σαν σήμερα το 1829 υπογράφεται το πρωτόκολλο ντροπής στο Λονδίνο , όπου η νεοσύστατη Ελλάδα σκλαβώνεται όχι μόνο στους Τούρκους αφού αποδέχεται την υποτέλεια της πληρώνοντας φόρους υποτελείας 1.500.000 γρόσια ετησίως στον Σουλτάνο βάση αυτού του πρωτοκόλλου , αλλά και στις “μεγάλες δυνάμεις” της Φραγκο-Ουννικής ένωσης , αποκτώντας “κληρονομική μοναρχία” από το “βασιλικό” γένος των Ούννων της Βαυαρίας ..

    Άντε παιδιά , αυτοί μας κυβερνούν ακόμα ..

    Καλή Λευτεριά ..

    =====================

    Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά,
    μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
    Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
    παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

    Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
    να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
    Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
    παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

    Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
    τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
    Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
    παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

    Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
    στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
    Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς
    ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

    Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
    κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
    Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
    Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδείς.

    Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
    σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
    Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
    ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά αφορμή.

    Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
    να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
    Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
    να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

    Οι νόμοι να ’ ν ’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
    και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
    Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
    να ζούμε σαν θηρία, είν’ πιο σκληρή φωτιά.

    Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
    ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

    Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
    στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
    Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
    εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

    Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
    για να τους αφανίσω, θε να `ναι σταθερός.
    Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
    αχώριστος για να `μαι, υπό τον στρατηγόν.

    Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός,
    και να με κατακόψει, να γένω σαν καπνός.

    Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
    για την πατρίδα όλοι, να `χωμεν μια καρδιά.
    Στην πίστην του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζει,
    στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

    Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
    Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
    Για την ελευθερίαν, να ζωσωμεν σπαθί,
    πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

    Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά
    στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθει τώρα πια.
    Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
    Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

    Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές,
    τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
    Ως ποτ’ οφικιάλιος, σε ξένους Βασιλείς;
    έλα να γένεις στύλος, δικής σου της φυλής.

    Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθεί
    ή να κρεμάσει φούντα, για ξένον στο σπαθί.
    Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πια εχθροί,
    αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

    Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
    εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
    Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
    ως πότε στες σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

    Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
    κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
    Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
    και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σαν θεριά.

    Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
    με τα άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανεί,
    Το αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν,
    μικροί μεγάλοι ομώστε, τυράννου τον χαμόν.

    Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
    ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννεί.
    Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
    χωθείτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.

    Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
    σαν αστραπή χυθείτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
    Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
    καιρός είν’ της πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά.

    Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
    οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
    Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γενείτε ένα κορμί,
    κατά της τυραννίας, ριχθείτε με ορμή.

    Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
    ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
    Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
    τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

    Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
    με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
    Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
    Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

    Στρατεύματα σου στείλε, κι εκείνα προσκυνούν
    γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
    Γκιουρντζή πια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,
    τον Προύσια να μοιάσεις, έχεις την αφορμήν.

    Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
    πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανείς.
    Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να σηκωθείς,
    στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθείς.

    Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
    δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
    Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανεί,
    για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

    Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
    χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθεί.
    Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
    να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

    Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,
    και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.
    Ποτέ μη στοχαστείτε, πως είναι δυνατός,
    καρδιοχτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

    Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί,
    πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
    Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεστε νεκροί;
    ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

    Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σαν θεριά,
    για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
    Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξουμε για μια
    τα άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.

    Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
    και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
    Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός,
    και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

    Ο κόσμος να γλιτώσει, απ’ αύτην την πληγή,
    κι ελεύθεροι να ζωμεν, αδέλφια εις την γη.

    Like

  2. Ποτάμια αίματος έχυσαν οι εγκληματίες πολέμου Άγγλοι παντού στον κόσμο, μην ξεχνάμε ότι υπήρξαν οι εμπνευστές των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Ν.Αφρική πολύ πριν τα εφαρμόσει ο Χίτλερ.Οι υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική καταστροφή ,τον ελληνικό εμφύλιο και φυσικά για κάθε τραγωδία της Κύπρου μας.Τα απόλυτα κτήνη…

    Like

  3. Πως λέμε Καραμανλής , Παπανδρέου, Μητσοτάκης ,Σαμαράς , Σημίτης … ε , ακριβώς το αντίθετο ! Δόξα και τιμή σε τέτοια παλληκάρια ! Αθάνατος !

    Like

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s