olympia.gr

Για την Ελλάδα με όπλο την αλήθεια. Μαθαίνοντας τη φύση, την κοινωνία, τον εαυτό μας. Μαθαίνοντας ξανά να ζούμε! Ecology is not just a trend. It's Life itself. Ecosophy: The Olympian Way. 奥林山方式

ΣΤΑΥΡΙΑΝΝΑ Η ΣΑΒΒΑΙΝΑ

Posted by olympiada στο Μαΐου 24, 2013

«Μια αγνοημένη ηρωΐδα του 1821»

Γράφει ο Αθαν. Στρίκος

«Θνάσκει σιγηθέν (ή σιγασθέν) και μέγα έργον» λέει ένα αρχαίο μας ρητό, που δεν έμαθα ποτέ τον πατέρα του. Ποιός τό σπειρε. (Περίεργο να γνωρίζουμε το έργο και ν’ αγνοούμε τον εμπνευστή). Που σημαίνει (το ρητό) ότι: Και μέγα έργο πεθαίνει αν αποσιωπηθή. Ως και ο Όμηρος θα είχε ξεχαστεί αν δεν τον μελετούσαμε.
Έτσι και τώρα. Αυτή η ηρωίδα, η ΣΤΑΥΡΙΑΝΝΑ η ΣΑΒΒΑΙΝΑ, που γεννήθηκε εδώ σ’ αυτό το χωριό, το Παρόρι, δηλαδή σε τόπο ζάμπλουτον και δαφνοτραφή, κάτω από τη σκιά του Ταϋγέτου και τα στοιχειωμένα παλάτια του Μυστρά, από ’κει που αυτοθέλητα ώδευαν στη
θυσία, θα είχε σβήσει ίσως οριστικά, η ίδια και το μέγα έργο της κι ας την μνημονεύουν οι ιστορικοί της εποχής της, αν δεν την είχαν προσέξει τρεις άνθρωποι: Ο Μηνάς Αναστασάκης από τα Βάτικα, ο Γιάννης Ρουμελιώτης στο βιβλίο του «Ηρωίδες της Λακωνίας και της Μάνης όλης 1453-1944 και η φίλη Νίκη Κούλη-Κούρταλη από την Τρίπολη, και δεν την έφερναν στην επιφάνεια. Κι είναι τούτο χρέος μου και καθήκον να το ειπώ ευθύς εξ αρχής. Και η παρούσα σχεδίασμα στηριγμένο σ’ εκείνων τα έργα:
Τιμημένε κύριε Πρόεδρε της Ένωσης των Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας
Άξιε κ. Πρόεδρε του Πολιτιστικού Συλλόγου Παρορίου.
Κυρίες και Κύριοι:
Πολλές φορές στη ζωή μου αναρωτήθηκα: Μήπως ο άνθρωπος, όπως παίρνει από τα υλικά της φύσης, το σιτάρι, το ψωμί, το λάδι, το γάλα, το κρασί, το κρέας για να χτίσει το σώμα του, τα κόκκαλα του, τα δόντια του, τα μαλλιά του, τα νύχια του, τα νεύρα του, τα μάτια του, παίρνει κι απ’ την ψυχή της, την ψυχή της φύσης, τον ήλιο, το φως, του ελάτου τη δροσιά, τις τρικυμίες, τους αέρηδες, των νερών το μουρμούρισμα, τη μάνητα μ’ ένα λόγο και την ηρεμία για να φτιάσει και την ψυχή του; Κι αν σ’ αυτά βάλουμε τις κραυγές των πολεμιστάδων, τα κλέφτικα τραγούδια, που απ’ αυτά φαίνεται να χαράζει, απ’ το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» που στίχοι αληθινότεροι στην ιστορία πιστεύω δεν υπάρχουν, ούτε εικόνες βαθύτερες και τ’ άλλα, κι ας λένε οι όψιμοι «ιστορικοί» πως απομυθοποιούν τάχα την ιστορία. Αν βάλουμε τ’ όνομα του Ζαχαριά του πρωτοκλέφτη και πρωτοκαπετάνιου, που ζωντανός, λάμια κι αερικό, βύζαινε το αίμα κι άρπαζε το βιος που ήταν δικό του μα τό ‘χε τώρα ο αγαρηνός και σκοτωμένος παρέμενε εφιάλτης. Που τόσες φορές τον είχε ιδεί η Σταυριάννα το Ζαχαριά με τα ίδια της τα μάτια να περνά με τα παλληκάρια του απ’ το χωριό, χωρίς να τολμούν οι Τούρκοι να τον θίξουν, μόνο γρούζανε οι αγάδες του κάμπου και της ποταμιάς σαν έμπαινε κουρσάρος καβαλάρης σ’ άτια τούρκικα, μ’ άλλα αμούστακα ρωμιόπουλα, αρματωμένοι αστακοί, και τάζανε γρόσια και τιμές σ’ εκείνον που θάμπαζε το Ζαχαριά δεμένο ή σκοτωμένο στην αυλή τους.
Αν λέω μαζέψετε αυτά κι άλλα ακόμα – Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι τους Τούρκους να δουλεύω / Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια / Μαύρη μωρέ πικρή ‘ναι η ζωή που κάνουμε…. – σκλάβοι από αιώνες αυτοί που στήσανε την ιστορία με τη σοφία τους – έχετε συγκεφαλαιωτικά την ψυχή της Σταυριάννας και πυκνωμένον μέσα της πυρηνικά τον πόθο για λευτεριά. Κάτεχε πως η λευτεριά που σ’ αυτόν τον τόπο γεννήθηκε ούτε χάθηκε, ούτε θα χαθή, γιατί ’ναι της φύσης και της ψυχής του τόπου παιδί. Φωτιά στα σωθικά του Έλληνα.
Σα σήμερα ήταν, 12 Μαΐου του 1821 που η ιστορία έγραψε την πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων κατά των Τούρκων στο Βαλτέτσι.
Είχαν προηγηθή η 17η Μαρτίου που οι Έλληνες ορκίστηκαν στην Αρεόπολη στο Ναό των Ταξιαρχών να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν ύστερα από σκλαβιά 400 χρόνων. Είχαν αναθυμηθή το του φιλοσόφου του Μυστρά Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού λίγο πριν την άλωση της Βασιλεύουσας «Έλληνες εσμέν το γένος ως η τε πάτριος γλώσσα και παιδεία μαρτυρεί».
Κι έστειλαν την προκήρυξη στις «Ευρωπαϊκές Αυλές» από «Το Στρατόπεδο των Σπαρτιατών». Προσέξτε, παρακαλώ από πού και πού. Προς τις «αυλές της Ευρώπης» από το «Στρατόπεδο των Σπαρτιατών». Ζωντάνεψαν εκείνοι που ποτέ δεν είχαν πεθάνει. Κάμετε και αντιστοιχίσεις με το σήμερα.
Είχε προηγηθή κι ο γάμος της αρκετά χρόνια πριν με τον άρχοντα του Μυστρά Γιωργάκη Σάββα, τον προύχοντα και υπερασπιστήν των Ραγιάδων που οι Τουρκομπαρδουνιώτες κατατυραννούσαν, κι έβαφαν αίμα οι νεροσυρμές κι οι κάμποι, και η μύησή του στη Φιλική Εταιρεία.
Είναι δε εξαιρετικά υπερήφανη και χαρούμενη, και ζουν μαζί πια την αγωνία και τους συλλογισμούς για τη λευτεριά του Γένους, όταν αμέσως μετά μυείται και η ίδια στο μεγάλο μυστικό.
Ποτέ της δεν θα ξεχάσει «το κεράκι που σήμαινε την θυσίαν της εκατόμβης κι ήταν ο μόνος μάρτυς, στον όρκο της του να λάβη τον θάνατον προ οφθαλμών, διότι μόνος ο θάνατος ημπορεί να ελευθερώσει την δυστυχισμένην πατρίδα και δίδει δεσμόν εις τον όρκον της Ελευθερίας». «Τον μέγαν όρκον των φιλογενων Ελλήνων». Και γίνεται λάμψη του χρέους.
Είχε προηγηθή ακόμη αρχές Μάρτη του 1821 η σύλληψη του άντρα της μαζί με άλλους προύχοντες της Λακωνίας και αμέσως σχεδόν ο απαγχονισμός του από τον ίδιο τον Αγά των Μπαρδουνοχωρίων, τον θηριόμορφον και ωμότατον Ρουμπή, που ήταν Τουρκαλβανός, στον πλάτανο κάτω απ’ τον Μυστρά.
Η λύπη της για τον απαγχονισμό του άντρα της υπήρξε χωρίς μέτρο. Εκδηλώθηκε όμως βουβά. Και τους θρήνους και τα μοιρολόγια που διαδέχονται το ένα τ’ άλλο έψαλλαν άλλες γυναίκες. Η Σταυριάννα την ημέρα εκείνη δεν είπε μοιρολόι καθώς ξεπροβόδιζε τον άντρα της για τον άλλο κόσμο. Του παράγγειλε μόνο ν’ αναγγείλει στους Έλληνες εκεί που πάει ότι η λευτεριά κερδίζεται με το σπαθί και πήρε όρκο δεύτερη φορά εκεί μπροστά στον ίδιο το θάνατο πως θα πράξει όπως λαχταρούσαν οι ψυχές τους.
Σαράντα χρονών ήταν η Σταυριάννα με την κήρυξη της Επανάστασης και μάννα τεσσάρων (4) παιδιών ανήλικων. Και δεν διαθέτει μόνον όλη την κτηματική της περιουσία κι όσα χρήματα είχε για τον αγώνα, αλλά αποφασίζει να διαθέσει και τον ίδιο της τον εαυτό στον ιερό σκοπό.
– Μάννα, είπε στην πεθερά της, σου εμπιστεύομαι τα παιδιά μου. Και η ίδια αφιερώνεται στον μεγάλο σκοπό.
– Έχει πιο πολύτιμο από τη λευτεριά της πατρίδας; έλεγε. Και ποιας πατρίδας. Εκείνης που έστησε την ιστορία και τη σοφία του κόσμου!

Φεύγει και με άλλες γυναίκες που συγκεντρώνει και συγκροτεί ένοπλο τμήμα με δικά της χρήματα, και ψηλή, μελαχρινή, με παράστημα αντρικό όπως είναι – «που βάδιζε σαν άντρας και μιλούσε σα στρατιώτης», όπως θα γράψει ο ιστορικός Φιλήμων, βρίσκεται στις 23 Μαρτίου του 1821 στο Γύθειο. Στο στρατόπεδο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, γιατί κι ο άντρας της συνδεόταν με τον Κυριακούλη με μακρά και στενή φιλία. Κι έτσι, όπως την είδε από μακριά, φορεμένη τ’ άρματα και τραγουδώντας τραγούδια κλέφτικα ρώτησε:
– Ποια είναι, μωρέ, αυτή και τι θέλει;
– Μπέη μου, του απαντά η ίδια. Είμαι η Σταυριάννα η χήρα Σάββαινα. Ξέρω πως δε πάμε σε πανηγύρι. Τό ‘χω τάμα στον Άη Γιώργη να σκοτώσω πολλούς αγαρηνούς. Τούτη τη μέρα την περίμενα χρόνια. Θυμάμαι κάτι σοφά λόγια που άκουσα από το μακαρίτη τον άντρα μου: «Θα ’ρθη καιρός που θα σηκωθούν οι Ρωμιοί και θα διώξουν την Τουρκιά».
Ο Κυριακούλης δάκρυσε. Θυμήθηκε τις παραδόσεις της Σπάρτης και καμάρωσε. Κοίταξε και την αρματωμένη Σταυριάννα, την αντρογυναίκα που τό ‘λεγε η καρδιά της και τα μάτια της πέταγαν φωτιές και το μυαλό της έκοβε… Κι από ’δω και πέρα πια η Σταυριάννα θα ανήκει στην ιστορία. Οι ιστορικοί θα την αναφέρουν και προπαντός θα τη χαιρετούν σαν αδερφή, μάνα και συντρόφισσα με τα ονόματα Σταυριάννα, Σταυρούλα, Σάββαινα, Σπαρτιάτισσα, Λάκαινα. Και για όλους από ’δω και πέρα θα είναι η Καπετάνισσα. Η ίδια θα υπογράφει πάντα με το όνομα Σάββαινα η Σπαρτιάτισσα. Κι όπως λέει ο ποιητής, «εδώ τελειώνει ο θάνατος / εδώ η ζωή αρχίζει».

Β. Αυτά όλα επαναλαμβάνω είχαν προηγηθή της μάχης του Βαλτετσίου που έγινε μια μέρα σαν τη σημερινή. Την 12η Μαΐου 1821 κι ήταν σημαδιακή. Γιατί εσήμαινε την πρώτη μεγάλη νίκη του σκλαβωμένου γένους κατά του κατακτητή. Κι ο Κολοκοτρώνης: Ήταν η σωτήρια μάχη. Αυτή την ημέρα να τη φυλάτε. Από ’δω ξεκίνησε η λευτεριά μας».
Όμως στη μάχη εκείνη, ημέρα σαν εσήμερα, εκτός από τους Κολοκοτρωναίους, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Γιατρακαίους, τους Βαρβιτσιωταίους, τον Νικηταρά, τους Πλαπουταίους, Κρεββατάδες, Γορτύνιους, Πουλικάκους, τον Καπετάν Δεσπότη, τον Θεοδώρητο των Βρεσθένων και τόσους άλλους – (Ποτέ στην Ιστορία θα ειπεί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην Ακαδημία Αθηνών δεν υπήρξαν συγκεντρωμένοι σε τόσο λίγο χρόνο τόσοι πολλοί ήρωες. Όσοι κατά τον Τρωϊκό πόλεμο και το 1821. Όντως μυθική η Επανάσταση του ’21) – εκτός λέω απ’ αυτούς άστραψε και βρόντηξε και φεγγοβόλησε η αφοβιά το άστρο της Σταυριάννας.
«Έτρεχε, θα γράψει ο Φιλήμων, από προμαχώνος εις προμαχώνα, εκεί που η επικοινωνία ήτο πλέον αδύνατος, διότι τα πρανή εβάλλοντο εξ όλων των πλευρών, μία γυναίκα που ευρίσκετο εις το σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και εμοίραζε πολεμοφόδια. Ήτο Μανιάτισσα, υψηλή, μαυριδερή, φέρουσα αείποτε το οικείον Λακωνικόν ένδυμα, ανδρογυναίκα, με τραχείαν γλώσσαν στρατιώτου, έως σαράντα χρόνων, με θάρρος αλύγιστον, από της μιας θέσεως είς την άλλην, στόχος βολής των Τούρκων. Και όμως αβλαβής, ακατάβλητος, ψυχή του πολέμου» (Ας τα προσέξει αυτά ο καλλιτέχνης οψέποτε φιλοτεχνήσει την προτομή της).
Και αυτή δεν ήταν άλλη από τη Σταυριάννα που από ’δω και πέρα η πολεμική της δράση θα είναι αμείωτη μέχρι το τέλος της Επαναστάσεως ώστε ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης θα την ταυτίσει με την ίδια τη Λευτεριά.
Κυρίες και Κύριοι:
Είναι πιεστικός ο χρόνος για να ειπούμε σήμερα λεπτομέρειες απ’ το συναπάντημα της Σταυριάννας στη μάχη του Βαλτετσίου με τον σκληρότατο κι εκδικητικότατο Ρουμπή, που βασάνισε και κρέμασε τον άντρα της. Ας ελπίσουμε πως θα δοθή η ευκαιρία. Εδώ απλώς θα σημειώσουμε: «Πάνε, βρε Τούρκοι, εκείνα που ξέρατε, είπε η Σταυριάννα. Αν θέλετε να σας χαρίσουμε τη ζωή, και να πάτε όπου θέλετε, κάμετε καλά να μας δώσετε τ’ άρματά σας, γιατί θα μας παρακαλείτε στερνά και δεν θ’ ακούμε!».
Ο Ρουμπής νικήθηκε μεν στο Βαλτέτσι, χώθηκε όμως εν συνεχεία στα τείχη της Τριπολιτσάς. Και η Σταυριάννα έλεγε και ξανάλεγε του Κυριακούλη μισοσοβαρά, μισοαστεία και κάποτε μισοαλλοπαρμένα: «Τον Ρουμπή να τον παραδώσετε σε μένα». Από δω και πέρα τη Σταυριάννα τη βρίσκουμε στην Πελοπόννησο σχεδόν παντού: Στα Τρίκορφα, τη Βλαχοκερασιά, την Τρίπολη – απ’ την πολιορκία της ως την άλωση. Αγωνίζεται να σταματήσουν οι αγριότητες και γίνεται προασπιστής των γυναικών των Τούρκων επισήμων ότι στο εξής δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο. Εκτός δε από την γενναιότητά της αναδεικνύεται και η ανιδιοτέλειά της πέρα – πέρα. Η Σταυριάννα αρνήθηκε να λαφυραγωγήσει. Δεν πήρε τίποτα. Ούτε πράγματα, ούτε κοσμήματα, ούτε χρήματα, όπως έκαναν πολλοί. Μονάχα τα όπλα του Αλή – Τσεκούρα του μεγαλύτερου διώκτη των Χριστιανών, ο οποίος βρήκε θάνατο βάζοντας ο ίδιος φωτιά στο σπίτι που έμενε με την οικογένειά του. (Μνημόνεψα το περιστατικό γιατί τα όπλα αυτά που τα κράτησε ενθύμιο η Σταυριάννα, θα τα βρούμε αργότερα, μέχρι το 1862 κρεμασμένα στον τοίχο του φτωχικού σπιτιού στ’ Ανάπλι όπου έμενε).
Όμως εκτός απ’ την Πελοπόννησο θα πάρει μέρος και σε πολλές άλλες μάχες κι εκστρατείες εκτός της Πελοποννήσου. Ακολούθησε τον Κυριακούλη, στην Αττική, την Εύβοια, «την Εύριππον», όπως λέει σε αναφορά της, τα Ψαχνά, την Ήπειρο. Από το Μεσολόγγι στον Μαυροκορδάτο στη μάχη της Σπλάντζας (4 Ιουλίου 1822 Φανάρι Ηπείρου), όπου σκοτώνεται ο Κυριακούλης και η Σταυριάννα του έκλεισε τα μάτια, χωρίς να κλάψει, πιστή στα δικά του λόγια: «Σε τέτοιους θανάτους για την πατρίδα Σταυριάννα, δεν χρειάζονται κλάϊματα και μοιρολόγια».
Αφού συνόδεψε το νεκρό μέχρι το Μεσολόγγι που έγινε η κηδεία και η ταφή, η Σταυριάννα γύρισε στο Μωριά. Κατατάχτηκε στο τμήμα του Διονυσίου Μούρτζινου. Έτρεχε πρόθυμα παντού.
Στον εμφύλιο δεν αναμίχτηκε. Κατέκρινε εξ ίσου και τις δύο παρατάξεις, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Η δολοφονία του Κρεββατά από τους ανθρώπους του Γιατράκου την πίκρανε πολύ. Στάθηκε ολομόναχη. Ήταν η πρώτη φορά που η Σταυριάννα λύγισε. Ούτε όταν κήδευε τον άντρα της και τον Κυριακούλη. Τότε βάσταξε η δύναμη της καρδιάς.Τώρα νιώθει ρίγη. Ασήκωτο το βάρος απ’ τον Εφύλιο σπαραγμό. Αισθάνεται σα γυναίκα και αγωνίστρια τη δύναμη του κακού και φοβάται. Φοβάται πως ο σπόρος θα φυτρώσει κι εύκολα δεν θα ξεριζωθεί. «Δεν ξεφορτώνεται τούτο το κακό. Γίνεται άμετρη κατάσταση» έλεγε. Κι έβρισκε παρηγοριά στο Θεό. «Θεέ μου, έλεγε και ξανάλεγε. Εγώ δούλεψα για την πατρίδα και τώρα τη μαχαιρώνουμε…». Γι’ αυτό φεύγει κι εγκαθίσταται στο Ναύπλιο.
Η απόβαση του Μπραΐμη στην Πελοπόννησο την αναστατώνει. Ένα ρεύμα που την πήγαινε στη φορά του πόθου της ξαφνικά γύρισε ανάποδα. Ο κίνδυνος είναι μέγας. Κρίνει χρέος της να βοηθήσει μ’ ό,τι μπορεί «τα πάντα για τη λευτεριά της πατρίδας» επαναλάμβανε συχνά. Έτσι αφήνει τα παιδιά της στο Ναύπλιο τούτη τη φορά και κατατάσσεται στο στρατό του Μούρτζινου. Αγωνίζεται παντού. Τη βρίσκουμε στη Βέργα φέρουσα το βαθμό του Ταγματάρχου. Κινητοποιεί τις γυναίκες όλων των γύρω χωριών. Σαν ταγματάρχης τις κατατάσσει σε τμήματα και καθορίζει τι θα κάνουν. Η παρουσία της εμψυχώνει τους πάντες, άντρες και γυναίκες. Και τελικά στη Βέργα τ’ Αλμυρού 22 & 23 Μαΐου 1826 στην Πύλη της Μάνης οι Μανιάτες κι οι Μανιάτισσες, ανάμεσά τους η Σταυριάννα πρώτη στις επάλξεις και μοναδική στην περιποίηση τραυματιών, θριαμβεύουν. Αναδεικνύεται αρίστη παντού. Θαυμάζεται απ’ όλους. Η ίδια χωρίς ίχνος έπαρσης, ακόμπαστα, με ωμή ειλικρίνεια, σεμνότητα, απλότητα λες και διαβάζεις αρχαίο πολεμικό Σπαρτιατικό ανακοινωθέν, θα γράψει αργότερα σε αίτησή της δυο λέξεις μόνον για τ’ ανδραγαθήματά της στον Αλμυρό: «Έλαβον μέρος και εις τον Αλμυρόν». Τίποτ’ άλλο.
Μετά την επανάσταση τη βρίσκουμε στο Ναύπλιο. Δίχως περιουσία. Εγκαταλειμμένη. Κατεστραμμένη. Περιφρονημένη, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια κατά τη Βαυαροκρατία. Στο τέλος της ζωής της έμενε σ’ ένα ισόγειο δωμάτιο ευρισκόμενο παραπλεύρως της εισόδου του Γυμνασίου. Εκεί κατέφευγαν οι μαθητές για να καπνίσουν. «Την γραίαν, θα γράψει ο Μ. Γ. Λαμπρινίδης στο Σπαρτιατικόν Ημερολ. 1907: εφοβούντο οι μαθηταί διότι δεν εδίσταζεν να καταφέρει επί της ράχεώς των την οζώδη βακτηρίαν της (τη ροζιασμένη μαγκούρα). Αλλά και την εσέβοντο οι μαθηταί και οι γείτονες. Διότι έβλεπον από το παράθυρο της χαμηλής κάμαρης μικράν τράπεζαν και δύο τρεις ξυλίνους σκίμποδας (σκαμνιά). Αυτά ήσαν τα μόνα έπιπλα της μυστηριώδους κατοικίας της κυρα-Σάββαινας. Πλην υπεράνω της πενιχράς κλίνης παρετήρει τις παραδόξως, ανηρτημένα επί του τοίχου, στίλβοντα διάφορα όπλα, εκ των του Αγώνος, και εν τω μέσω αυτών γυμνήν σπάθην, τεθλασμένην έχουσα την λεπίδα. Η εν τη κατοικία, τοσούτον επιφανώς ανηρτημένη πανοπλία, ήτο εκ των λαφύρων της αλωθείσης πρωτευούσης του Μορέως, η δε εν τω μέσω αυτής τεθλασμένη σπάθη, ανήκεν εις τον περιλάλητον επί ωμότητι δυνάστην των Χριστιανών Τριπολιτών Αλή – Τσεκούραν, όστις ουδεμίαν ελπίδα σωτηρίας προσδοκών, εκλείσθη εν τη κατοικία αυτού και εκάη μετά της οικογενείας του, αφού πρότερον πολλούς πολλούς εκ των επιτεθέντων Ελλήνων κατά την πρώτην ορμήν της αλώσεως έσφαξε δια της θλασθείσης τότε ιστορικής ταύτης σπάθης».
Εγκαταλειμμένη η Σταυριάννα. Αγνοημένη. Αδικημένη. Με κομμένη τη μικρή σύνταξη που της είχε δώσει ο Καποδίστριας και συντροφιά τη μεγάλη πίκρα. Αυτή που τα είχε δώσε όλα για την πατρίδα. Από την αρχή που είχε αναλάβει ως «και την εμψύχωσιν των αρχαρίων στρατιωτών Ελλήνων» ως την απελευθέρωση. Σαν τη Μπουμπουλίνα, τη Μαντώ Μαυρογένους (που το ελληνικό κράτος την καλούσε να του αποδείξει παρθενοφθορία για να της δώσει μια μικρή σύνταξη να μην πεθάνει από την πείνα απ’ την οποία και πέθανε), σαν το Νικηταρά (που είχε εφοδιάσει με άδεια να ζητιανεύει στον Πειραιά. Η εκκλησία που στεφανώθηκε την Αγγελίνα κόρη του Ζαχαριά στη Βαρβίτσα σώζεται. Μήπως πρέπει κάτι να κάνουμε;). Τον Κίτσο Τζαβέλα, τον «καπετάν παούρα» όπως τον περγελούσαν τα παιδιά στη Ναύπακτο, τον Ματρόζο, τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, τον «καπετάν Δεσπότη», που κι αυτόν τον άφησαν και πέθανε απ’ την πείνα, και τόσους άλλους.
Και νάναι η Σταυριάννα και αρχαία Σπαρτιάτισσα και Μπουμπουλίνα και Μαντώ και γυναίκα της Αράπιτσας και «μάννα μάννας που με το βυζί γυμνό χορεύοντας νάχει δοθή στη λευτεριά του Χάρου» που άνοιξε το δρόμο στις Ελληνίδες π’ ανέβαζαν τα κανόνια εκεί που δεν πήγαιναν ζώα και μηχανές για να πάρουμε τα Γιάννενα» και στις γυναίκες του ’40 «τα ξαφνιάσματα της φύσης / κι εχθρέ γιατί δε ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις!» πρώτο «ξάφνιασμα» η Σταυριάννα από ’κείνα που εμπνέουν τους ποιητές.
Κυρίες και Κύριοι:
Αυτή υπήρξεν αδραίς γραμμαίς και «πετώντι καλάμω», όπως θά ‘λεγε ο αρχαίος, η Σταυριάννα, η σύζυγος του Γιωργάκη Σάββα απ’ το Μυστρά. Η Σάββαινα.
Ας εμπνευστούμε κι εμείς σήμερα από την Παρορίτισσα, ηρωίδα του 1821 που τόσο αγνοήσαμε. Κι ό,τι δεν έγινε ας το κάνουμε εμείς τώρα έστω και αργά. Και δεν είναι τούτο ανωφέλευτη υστεροφημία. Ούτε «υποχρέωση» από ‘κείνες που πολλές φορές αναλαμβάνουν οι τιμώντες για να προβληθούν.
Έχουμε χρέος πιστεύω να τιμάμε και ν’ αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους που ιστόρησαν την Πατρίδα. Ήδη ο κ. Πρόεδρος της Ένωσης των Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας Βασίλης Βλαχάκος συνέλαβε πρώτος ιδέαν ανεγέρσεως προτομής της στον τόπο καταγωγής της, αποσπάσας και την σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Πολιτιστικού σας Συλλόγου κ. Περικλή Σταυράκου και ύμνον συνέθεσεν για την Σταυριάννα. Είναι τα ελάχιστα.
Ιδιαιτέρως όμως σήμερα, που η πατρίδα μας βρίσκεται κάτω από νέα χειρότερη εκείνης υποδούλωση
Δεν έχω αμάχη της Τουρκιάς αμάχη και του Χάρου
μον’ έχω αμάχη της Φραγκιάς αμάχη και του Φλάρου»
Και:
«Θα σε θάψουν με κοτρώνια γι’ άλλα τετρακόσια χρόνια», όπως λέει ο Ν. Γκάτσος, μήπως ένα χρέος μας επιβάλλεται επιτακτικώτερον; ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ. Κι αν δεν μπορούμε, να την σηκώσουμε στα χέρια μας την Ελλάδα και να τη θάψουμε τουλάχιστον με τιμές. Φτάνει πια η δουλικότητα μπροστά στους Ευρωπαίους του Βορρά. Τους Ράϊχεμπαχ, τους Τόμσεν, τους Σόϊμπλε και τους άλλους ξένους και ντόπιους Γκαουλάϊντερ. Κάτω τα χέρια από την Ελλάδα να τους πούμε. Αλλιώς να τους τα κόψουμε. Ολονώνε. Μπορούμε. Μπορεί πάλι ν’ ακουστεί το: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ». «Το την πόλιν, σοι δούναι ούτ’ εμόν εστίν ούτ’ άλλου τινός…». Το «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ». Από ’δω. Απ’ την κοιτίδα τους που πρωτακούστηκαν. Το χρωστάμε στη Σταυριάννα τη Σάββαινα και σ’ όλους τους προγόνους. Στο πνεύμα της διαθήκης – που κατέλειπαν –κληρονομιά. Στα κάστρα της ελευθερίας που ύψωσαν. Κι ας μην έχουμε ευμάρεια. Δεν είναι δα κανένα ιδανικό να εκλιπαρείς «την άλλη δόση». Ούτε να εξισώνεται ο νοικοκύρης με το ληστή. Η Ελλάδα όταν μεγαλουργούσε δεν ήταν ποτέ πλούσια. Ψυχή είχε. Γιατί «πανί θέλει κι αέρα η ζωή να πλεύσει».

Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαΐου 2013
με πρωτοβουλία του πολιτιστικού Συλλόγου Παρορίου
για την εορτή της μητέρας.

2 Σχόλια to “ΣΤΑΥΡΙΑΝΝΑ Η ΣΑΒΒΑΙΝΑ”

  1. Ακέλας said

    Μπράβο για το εμπεριστατωμένο του άρθρου σας !

    Μου αρέσει!

  2. […] όμως και η ριψοκίνδυνη Μανιάτισσα Σταυρούλα Σάββαινα που πολέμησε στις 12-13 Μαΐου 1821 στο Βαλτέτσι και έλαβε […]

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: