Οι Νέοι της ΕΟΚΑ. Τα αθάνατα παλικάρια. Το ΕΜΕΙΣ πάνω από το ΕΓΩ.

Με βασανιστικές σκέψεις για τις «αξίες» του σήμερα.

Κάθε φορά που ακούμε για τις αναζητήσεις «φανταστικών», «μοναδικών» ή «αξεπέραστων» εμπειριών στη διάσταση της ψιλής και των άλλων ναρκωτικών, κάθε φορά που βλέπουμε τα μεθυσμένα νιάτα του τόπου μας στην άσφαλτο αιμόφυρτα, κάθε φορά που απ’ τη μάνα Ελλάδα παρακολουθούμε εκστατικοί τη νεολαία σε καταλήψεις άνευ ουσίας και οχλοκρατικά επεισόδια, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στη σύγκριση με το χθες. Κάθε φορά που ακούμε για συμβάντα εκδήλωσης βίας της σημερινής νεολαίας, κάθε φορά που ερχόμαστε ενώπιον ξυλοδαρμών άνευ αιτίας καθηγητών σε σχολεία ή τις δολοφονικές απόπειρες του όχλου στα γήπεδα επαναφέρουμε στη μνήμη μας το παρελθόν μας. Ξαναθυμόμαστε τα νιάτα πριν μερικές δεκαετίες. Ξαναπροβάλλουμε νοερά τους στόχους της νεολαίας μας τότε, τους στόχους της νεολαίας μας τώρα. Καταθλιβόμαστε…

Έστω ότι μας καλούσε κάποιος να αναφέρουμε τη διαδομένη ιεραρχία στις αξίες της νεολαίας μας σήμερα, ποιες θα κατατάσσονταν στην κορυφή; Πιθανότατα η δόξα, χρήμα, «έρωτας». Τελικά ένα παραφουσκωμένο ΕΓΩ. Δόξα ευκολοκατάκτητη, αβρόχοις ποσί. Δόξα του πρώτου, αλλά μόνο κατ’ όνομα καλύτερου. Δόξα μέσω του μέσου, δόξα της διάκρισης μέσω του χρήματος, δόξα με τον ελάχιστο κόπο. Δόξα που αδιαφορεί εντελώς για τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Δόξα που δένει τον εαυτό της με χίλιους κόμπους και συνεχίζει στον λάθος δρόμο φοβούμενη να μιλήσει την αλήθεια. Δόξα που ορθώνει γιγάντια βαβελικά είδωλα για την ίδια και τα προσκυνά. Δόξα που δύσκολα παραδέχεται τα τρύπια της και γι’ αυτό δεν μπορεί ποτέ να κοιτάξει τον καθρέφτη και την αλήθεια του. Δόξα που τρέφει το εγώ και το χοντραίνει τόσο που δεν χωράει άλλο πρόσωπο η καρδιά.

Χρήμα εύκολο και γρήγορο. Χρήμα που εξασφαλίζει όχι μόνο τα προς το ζην, αλλά και πολλά παραπάνω. Χρήμα που «χαρίζει» καταχρήσεις, αγοράζει ψεύτικους παράδεισους και σε κλείνει μέσα. Χρήμα που σου προκαλεί μανιώδη προσμονή μιας κληρωτίδας ή αστείρευτη χαρτοπαιξία. Χρήμα που σε σπρώχνει στα άκρα για να θησαυρίσεις. Μαύρο χρήμα απότοκο «όσων κάνουν όλοι». Το να είσαι φτωχός είναι ντροπή, αλλά το να μπορείς να πλουτίσεις παρανομώντας και να μην το κάνεις είναι σχεδόν διπλάσια ντροπή στην αντίληψη του πλήθους!

«Έρωτας» επιπόλαιος, επιφανειακός και ηδονικός. Σεξ για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους! Απόλαυση της μιας νύκτας κατά τα χολιγουντιανά πρότυπα, σαν απαραίτητο ενός «νορμάλ» που δεν πρέπει να «καταπιέζεται». Από νεαρή ηλικία η «εμπειρία», με πλήθος «επιτυχιών», αλλά και με προφυλάξεις -καθώς το κράτος και οι φορείς συμβουλεύουν!- για να μην υπάρχουν… δυσάρεστα. Γιατί στο δοκιμαστήριο των «δυσάρεστων» ξεφουσκώνει μεμιάς ο πόθος και ο «έρωτας», αυτός ο «έρωτας» που νοιάζεται μόνο για τα κορμιά που συνάπτονται για μια στιγμή κι ύστερα σβήνει για πάντα. Η επαφή συχνά δεν αφήνεται να ψηθεί στις ψυχές, δεν έχει συχνά καμιά περαιτέρω στόχευση. Επαφή που κρατά όσο κρατά το χάδι της επιδερμίδας. Κι η παρθενιά ανακηρύσσεται βλακεία!

Στο νοερό βιβλίο φυλλομετρούμε τις χθεσινές και προχθεσινές σελίδες της ιστορίας μας. Βρίσκουμε κοινωνίες κλειστές, κάποτε σκληρές, κοινωνίες του αγρού και του ιδρώτα, κόσμους ηλιοκαμένους και σκοτεινούς. Ίσως, συλλογιζόμαστε, η αυστηρότητά τους να προφύλασσε τη συλλογική πορεία από ανατρεπτικές παρεκκλίσεις. Εκεί μέσα πάντως γεννήθηκαν και ανατράφηκαν τα πιο ατόφυια λουλούδια, τα πιο σπάνια, τα πιο ξεχωριστά. Γιατί κάποιες οικογένειες αυτής της παλιομοδίτικης παραδοσιακής κοινωνίας μας, κάποιες αμόρφωτες από γράμματα και τόσο ψημένες στη ζωή, ήξεραν να κρίνουν ορθότερα τις αξίες της ζωής και έπλασαν ωραίες γενιές.

Μια τέτοια εξαίρετη γενιά θα ήταν αυτή του ’50! Ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ήταν ένας τυχαίος αγώνας. Η επανάσταση του κυπριακού Ελληνισμού δεν ήταν μια πράξη που εκτελέστηκε από επαγγελματίες στρατιωτικούς ή εμπειροπόλεμους στρατιώτες. Ήταν μια επανάσταση που είχε ως πρώτη ύλη μια νεολαία κατ’ εξοχήν φιλήσυχη και σίγουρα απειροπόλεμη. Είχε όμως μια νεολαία με ξεκάθαρο στόχο που φλεγόταν από τον πόθο της Λευτεριάς και της Ένωσης, μια νεολαία βγαλμένη και μεγαλωμένη μέσα στα κατηχητικά και τις Εκκλησίες. Μια νεολαία που παρέλαβε αναμμένο το καντήλι του Ελληνισμού και της Ορθόδοξης πίστης. Μια νεολαία που αν δεν ήταν ήδη έτοιμη, σε ελάχιστο διάστημα ωρίμασε στο καμίνι του Αγώνα και ξεπέρασε τις μικρότητες του κόσμου τούτου. Ξεπέρασε τους άλλους και τον εαυτό της. Ήταν η νεολαία που δεν λογάριαζε τις επιπτώσεις. Και μόνο μια τέτοια νεολαία θα μπορούσε να μη δειλιάσει στον θάνατο του σώματος και να τα δώσει όλα στον αγώνα.

Ήταν μόνο οι εξαιρέσεις διαμαρτύρεται ένας αμφισβητίας. Ακόμη κι έτσι να ήταν, θα ‘ταν πολλές αυτές οι εξαιρέσεις!

Πετράκης Γιάλλουρος

Αφού συχνά λέμε ότι τα κούφια λόγια τα βαρεθήκαμε, ας μιλήσουμε με τα παραδείγματα μιας άλλης γενιάς που έζησαν οι παππούδες μας και άγγιξαν οι γονείς μας. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της εποποιίας της ΕΟΚΑ και ο πρώτος μαθητής που έπεσε στον αγώνα ήταν ο Πετράκης Γιάλλουρος. Νεαρότατος, τελειόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, άριστος μαθητής και υπερήφανος σημαιοφόρος της Ελληνικής σημαίας, ανέλαβε υπεύθυνος των μαθητικών ομάδων της ΕΟΚΑ στο σχολείο του. «Λόγος του και κουβέντα του, αφηγείται η μάνα του, ήταν πάντα η Ελλάδα. Καημός του και πόθος, όνειρο και τραγούδι του, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.» (βλ. Ριζοκάρπασον).

Έγραφε κυριευμένος από συγκίνηση ο νεαρός μαθητής στον πατέρα του κατά την εκδρομή του στην Ελλάδα:

«Μόλις πάτησα το Άγιο χώμα της Ελλάδος, μια βαθειά συγκίνησις με κατακυρίευσε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, αφ’ ενός λόγω του ότι πατούσα στην Ελεύθερη Πατρίδα, αφ’ ετέρου διότι σκέφτηκα ότι η ιδιαιτέρα μας πατρίς Κύπρος έμενε υπόδουλη κάτω από τον βαρύ ζυγό των Άγγλων, ενώ έπρεπε να είναι κι αυτή ένα κομμάτι της Ελεύθερης Ελλάδος». (βλ. Σημερινή, 6/2/2010)

Λίγους μήνες μετά την έναρξη του αγώνα, απευθυνόμενος πάλι προς τον πατέρα του, αποκάλυπτε το ολοκληρωτικό και ενσυνείδητο δόσιμό του στον αγώνα υπέρ της Ελευθερίας της ιδιαιτέρας του πατρίδας. Δίδασκε, σε ηλικία μόλις 16 ετών, με θάρρος και με ευγένεια, τον πατέρα του αλλά και όλους εμάς ένα μάθημα που δεν θα το διδαχτούμε ποτέ σε κανένα Harvard ή Cambridge του κόσμου και σε κανένα σεμινάριο επιμόρφωσης:

«Δεν συμφωνώ αγαπητέ μου πατέρα στο ότι ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα να κοιτάξει για τον εαυτό του και ύστερα για την πατρίδα του. Τότε αυτός, καταντά άκρως εγωιστής, τομαριστής και μπορώ να πω αναίσθητος. Διότι όταν δεν κυριαρχεί μέσα του το αίσθημα της φιλοπατρίας, το ευγενέστερο των αισθημάτων, δεν είναι δυνατό να κυριαρχεί κανένα άλλο ευγενές αίσθημα… Εξ άλλου, αγαπητέ μου πατέρα, η ορμή του ανθρώπου προς την ύλη, δηλαδή τον πλούτο και την καλοπέραση και η ικανοποίηση τούτη, δεν προσφέρει την πραγματική ευτυχία του ανθρώπου. Την απόλυτη ευτυχία προσφέρει στους ανθρώπους και ιδίως όταν είναι Έλληνες, η ορμή προς τα ανώτερα ιδανικά την αγάπη προς την Πατρίδα και τον πόθο ακόμη και να θυσιαστεί για την ελευθερία της που είναι και δική του ατομική ελευθερία και αξιοπρέπεια». (βλ. Αλήθεια)


Περίπου ένα χρόνο αργότερα, στις 7/2/1957, δεν θα φειδόταν τη ζωή του. Κατά τη διάρκεια μιας μαχητικής μαθητικής διαδήλωσης ενάντια στην απόφαση κλεισίμαστος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου οι Άγγλοι αποικιοκράτες χρησιμοποίησαν πραγματικά πυρά και ένα βόλι κτύπησε θανάσιμα τον Πετράκη Γιάλλουρο στο μέρος της καρδιάς. «Ο Πετράκης προχώρησε δέκα βήματα περίπου, κραύγασε “ζήτω η Ένωση” και έπεσε.»

Θα γράψει ο Νίκος Κρανιδιώτης ανταποκρινόμενος στη θυσία του παλληκαριού στους Τάιμς οφ Σάιπρους λίγους μήνες αργότερα (15/11/1957): «Αγάπησε τη γαλανόλευκη. Αγάπησε τη σκιά της. Αγάπησε τις γαλανές σκέψεις της.» Αγάπησε, και δεν έμεινε στα λόγια! Αγάπησε και πέθανε για την αγάπη της. Δεν κρύφτηκε στην ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού του. Ξεπερνώντας τις συμβουλές του αγωνιούντος πατέρα του, αφουγκράστηκε την εποχή του και έγινε άξιο τέκνο της εποχής και της πατρίδας του. Θα μπορούσε να σβήσει τον ενθουσιασμό του συμβιβαζόμενος με το δέλεαρ της ζωής κι ύστερα να βυθιστεί σε μια θεσούλα μέχρι να φύγει άγνωστος απ’ αυτήν τη ζωή μας. Αλλά ο άριστος μαθητής ΑΡΙΣΤΕΥΣΕ ξανά κατατασσόμενος στο πάνθεον των ηρώων.

Υ/Γ. Σήμερα η τελευταία κλίνη του ήρωα, μοιραζόμενη από τον έτερο μαθητή ήρωα Κασπή, στέκει  και μας περιμένει στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο. Με τον σταυρό στην κορφή και τη θεία δάφνη που χάρισε ο θάνατος για την Ελλάδα προσμένει τους λεύτερους λευτερωτές. Ποιος από εμάς θα αξιωθεί, υπερήφανος σημαιοφόρος κι αυτός, να υψώσει τη γαλανόλευκη ξανά και μόνιμα στο σημείο που αναπαύεται αιώνια το σώμα των ηρώων;

Πέτρος  Κυπριανού: Έτσι τον ήθελε η μάνα του «να έρθει»… ήρωα!

Ένας άλλος 18χρονος, ο Πετράκης Κυπριανού, αρχηγός αντάρτικης ομάδας στον τομέα Λάρνακας, έπεσε ηρωικά λίγες ημέρες μετά τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Λίγο πριν δώσει την ηρωική μάχη του με τον Χάροντα είχε παραγγείλει σε έναν συναγωνιστή του:

«Να πεις της μάνας μου, ότι ο γυιος της πεθαίνει για την Πατρίδα με το χαμόγελο στα χείλη. Εκπληρώνω τους πόθους μου. Ήρθε κι εμένα η σειρά μου να θυσιαστώ για την Πατρίδα όπως στις 3 του Μάρτη ο Γρηγόρης Αυξεντίου

Ήταν αποφασισμένος και ήταν σίγουρος. Όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Άγγλοι τους περικύκλωναν, επανέλαβε: «Ήρθε και σ’ εμάς η ώρα να κάνουμε το καθήκον μας προς την Πατρίδα». Το παλληκάρι επέλεξε τελικά να αντισταθεί μόνος σε ένα κενό σπίτι απέναντι στους Άγγλους που τον είχαν περικυκλώσει. Πολέμησε επί 2,5 ώρες, αλλά το αποτέλεσμα της μάχης ήταν προδιαγεγραμμένο. Ήταν μόνος ενάντια σε τρεις χιλιάδες.

Η αναγγελία του θανάτου έγινε από την αστυνομία. «Όταν με πήραν κοντά του και τον είδα νεκρό», λέει στην αφήγησή του ο πατέρας του ήρωα, «έσκυψα, τον αγκάλιασα, τον φίλησα και είπα: Χαλάλι της πατρίδας το αίμα σου, παιδί μου.» Στην κηδεία του, όταν η μάνα του νεκρού ήρωα «αντίκρισε το κλειστό φέρετρο του παιδιού της πλησίασε, χαΐδεψε το σκληρό ξύλο και είπε: “Έτσι σε ήθελα, γυιε μου, να ‘ρθεις, ήρωας!”»

Αλήθεια, ποια μάνα σήμερα θα εκστόμιζε τα ίδια λόγια μπροστά στο φέρετρο του νεκρού σπλάχνου της; Μήπως κάποια μάνα απ’ αυτές που προτρέπουν τα παιδιά τους να δηλώσουν τάχα ότι έχουν ψυχολογικά προβλήματα για να μην υπηρετήσουν τη θητεία τους και να «χαραμίσουν» δυο χρόνια από τη ζωή τους;

Βλ. Ελ. Σεραφείμ-Λοΐζου (1982), Ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου: 1955-59: Όπως τον έζησε μια τομεάρχις, Λευκωσία, σ. 204-8

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Από τους κορυφαίους ο πιο κορυφαίος!

Κορυφαίος από τους κορυφαίους. Νεαρός με το σφρίγος της νιότης του, με την ποίησή του να μαρτυρεί ένα παιδί ευαίσθητο και θαρραλέο, ένα παιδί -ακόμη- που μάθαινε να ερωτεύεται σαν όλοι οι ομήλικοί του, αλλά και να παραμένει αθεράπευτα ερωτευμένο με την Ελλάδα-Ελευθερία, τη μεγάλη αγαπημένη.

Ο Ευαγόρας γεννήθηκε στη Τσάδα της Πάφου το 1938. Ήδη από ηλικία 15 χρόνων, πρωτοστάτησε στις μαθητικές διαδηλώσεις κατά των εορτασμών της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ. Όταν το 1955 ξεκινούσε ο αγώνας του κυπριακού Ελληνισμού για την Ένωση, ο Ευαγόρας δεν μπορούσε να λείπει. Δεν ήταν γεννημένος για να γράψει απουσία!

Στις 17 Νοεμβρίου σε μία άλλη μαθητική διαδήλωση οργανωμένη από την ΑΝΕ κατά των Βρετανών δυναστών ο Ευαγόρας συνελήφθη και δύο ημέρες αργότερα οδηγήθηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετέσχε σε οχλαγωγία. Παραμονή της εξ αναβολής παρουσίασής του ενώπιον του Άγγλου δικαστή, ο Ευαγόρας παίρνει την απόφαση να φύγει για το βουνό, να γίνει αντάρτης για το Φως ή τον Θάνατο. Ανακοινώνοντας την απόφασή του στον πατέρα του, Μιλτιάδη, θα πάρει την απάντηση:

«Παιδί μου, εκεί που θα πας πρόσεξε προ πάντων να ‘σαι τίμιος και ηθικός… πήγαινε στην ευχή μου!»

Η ώρα, ήταν, περασμένη και η επιθυμία του να αποχαιρετίσει τους συμμαθητές του, οδηγεί τον αθεράπευτο ποιητή να γράψει ένα ποίημα και να το καταλείψει στα έδρανα του σχολείου του. Την επόμενη ημέρα οι συμμαθητές του θα διαβάζουν:

«Παλιοί συμμαθηταί,
Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό
ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά…….
……..Γεια σας παλιοί συμμαθηταί.
Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει
ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,
ας πάρει μιαν ανηφοριά
ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης»

Ένα χρόνο αργότερα, ο Ευαγόρας θα συλληφθεί κατά τη μεταφορά πυρομαχικών και οπλισμού (ένα πολυβόλο Μπρεν). Παραπέμφθηκε σε μια δίκη παρωδία από τους κατακτητές. Η θανατική ποινή ήταν προδεδικασμένη και δεν διαφοροποιήθηκε παρ’ όλο που το όπλο ήταν αχρησιμοποίητο και σε μη άμεσα χρησιμοποιήσιμη μορφή (γρασαρισμένο και αποσυναρμολογημένο). Κατά τις μαρτυρίες ο Ευαγόρας υποβλήθηκε σε διάφορα βασανιστήρια και σε ορούς της αλήθειας, αλλά δεν υπέκυψε και δεν αποκάλυψε κάποια πληροφορία. Τότε «κατέφυγαν στον εκβιασμό του πονεμένου γονιού.

Ο Τούρκος βοηθός αστυνόμος της Πάφου εκάλεσε τον Μιλτιάδη στην Αστυνομία. Τον έβαλε να καθίσει απέναντί του κι άρχισε να του λέει:
– Η κατηγορία εναντίον του γυιου σου προνοεί καταδίκη σε θάνατο. Να, και το σχετικό διάταγμα του Κυβερνήτη. Διάβασέ το. Θέλεις να του μιλήσεις, για να μας πει κάτι; Πού έχουν π.χ. κρύπτη με όπλα, πού κρύβονται οι σύντροφοί του… Αν δώσει τέτοιες πληροφορίες, θ’ αποφύγει τον θάνατο… Λοιπόν, θέλεις να του μιλήσεις;…

Τινάχτηκε απ’ τη θέση του ο πλατύστερνος Μιλτιάδης. Τέτοιο ανοσιούργημα δεν θα το ’κανε ποτέ, ποτέ!

– Όχι, είπε. Xίλιες φορές όχι. Και καθώς τα ’λεγε, άστραψε η θωριά του. Μ’ αυτές τις προτάσεις δεν θέλω ούτε να δω τον Ευαγόρα, ούτε να του μιλήσω…

Έφυγε γυρίζοντας με ολοφάνερη περιφρόνηση την πλάτη στον πληρωμένο Τούρκο.

Φτάνοντας σπίτι, διηγήθηκε το γεγονός στη μάνα. Τινάχτηκε κι εκείνη κι είπε:

– Δε γέννησα εγιώ παιδί, που θα το πουν προδότη! Χαλάλιν της πατρίδας μου το γαίμαν του παιδκιού μου!

Την παλληκαριά της οικογένειας συμπλήρωσε και τράνεψε ο νεαρός Ευαγόρας. Πορεύθηκε αγέρωχος στη δίκη. Στη δίκη ο Άγγλος δικαστής Σω διάβασε το “κατηγορητήριο”. Τελειώνοντας σήκωσε το κεφάλι, στράφηκε προς τον κατηγορούμενο, τον κοίταξε ερευνητικά. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματα. Γεμάτο απορία το βλέμμα του δικαστού. Ίσως -ποιος ξέρει;- να μη πίστευε και τόσο σε τούτη τη δίκη. Περήφανο και γαλήνιο το βλέμμα του ήρωός μας.

-Παραδέχεσαι; τον ρώτησε ο λειτουργός του άνομου νόμου.
-Παραδέχομαι, είπε απερίφραστα ο έφηβος.
-Έχεις τίποτε να πεις, για να μη καταδικασθείς σε θάνατο; ρώτησε και πάλι ξερά ο δικαστής.
-Γνωρίζω ότι θα καταδικασθώ σε θάνατο, είπε ο Ευαγόρας. Θα με κρεμάσετε, το ξέρω. Ό,τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος, που ζητά τη λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος που θ’ αντικρύσει την αγχόνη. Ζήτω η Ένωσις της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα! Τίποτε άλλο!

Φυσικά ο Ευαγόρας δεν άφησε και πολλά περιθώρια υπεράσπισης, αφού παρά τις υποδείξεις των δικηγόρων του παραδέχθηκε ενοχή. Ως Έλληνας Κύπριος… που ζητά την Ελευθερίαν του, τόσο απλά, τόσο ατόφια.

Την επομένη της καταδίκης του όλος ο κόσμος αρχίζει μια τιτάνια προσπάθεια από τον σύμπαντα Ελληνισμό σε Κύπρο, Ελλάδα και αλλαχού να του απονεμηθεί χάρη. Τα βασικά επιχειρήματα ήταν πως έπρεπε να σωθεί η ζωή ενός νέου, αλλά και το ότι οι Άγγλοι δεν τον είχαν κατηγορήσει για εκτέλεση ή συμμετοχή σε μάχη, αλλά μόνο για μεταφορά οπλισμού. Ωστόσο, οι αποικιοκράτες παραμένουν ασυγκίνητοι. Ο κυβερνήτης της Κύπρου Χάρτινγκ, η Βρετανική κυβέρνηση και η βασίλισσα Ελισάβετ απορρίπτουν το αίτημα.

Παραμονή της εκτέλεσης της ποινής, οι συγγενείς επισκέπτονται τον μελλοθάνατο Ευαγόρα για να του δώσουν κουράγιο, αλλά τελικά είναι ο Ευαγόρας που δίνει θάρρος στους άλλους. Αφού συνέστησε στον πατέρα του να μη λυπάται, τον παρακάλεσε να στείλουν μια λαμπάδα στον Άη Γιώργη και τη μητέρα του να τη δει και να του φέρει τον σταυρό του -την έσχατή του ελπίδα- τον οποίο του αφαίρεσαν όταν τον συνέλαβαν. Την τελευταία ημέρα του ήρωα ήρθαν ξανά να τον δουν. Δεν τους άφησαν όμως να τον φιλήσουν για στερνή φορά, γιατί έτσι όριζε ο νόμος.

«Μέσα απ’ τα κάγκελα, πίσω από μια σιδερένια και άλλη μια συρμάτινη πόρτα ο Ευαγόρας. Απ’ έξω η μάνα, πατέρας, συγγενείς. Του ‘φεραν και τον σταυρό και τον παρέδωσαν στον Άγγλο αξιωματικό, για να του τον δώσει. Πάντα χαρούμενος ο Ευαγόρας, αφάνταστα ήρεμος και γαλήνιος. Άστραψε όμως πιο πολύ τώρα το εφηβικό του πρόσωπο και πεταλούδισαν τα βλέφαρά του, καθώς πέρασε στον λαιμό του το σύμβολο του θριάμβου. Τώρα θα βγει συντροφιά μαζί του. Θα βαδίσει άφοβα προς την αθανασία…» Ήλπιζε πως κάτι θα γινόταν; Έτσι είπε. Αλλά στα τελευταία λόγια στην αδερφή του παράγγελλε:

Δεν θέλω να λυπηθείτε, ό,τι και να γίνει.

Βγήκαν κάποτε από τη φυλακή ο γέρος κι η γριά μάνα. Οι δημοσιογράφοι τους κύκλωσαν. Βλέπουν τον πατέρα ακμαίο, μ’ ένα χαμόγελο ταπεινό και θριαμβευτικό και τρίβουν τα μάτια τους. “Τι σόι άνθρωποι είναι τούτοι;” ακούστηκε να λέει απορημένος ένας Εγγλέζος δημοσιογράφος. “Φαίνεται πως η ελληνική μυθολογία με τους τίτλους και τους ήρωας δεν είναι καθόλου μυθολογία!” “Έλληνες!” τ’ απάντησε κάποιος άλλος, που τον έπνιγε η αγανάκτηση. “Αλλ’ αυτή η λέξη δεν μεταφράζεται στ’ αγγλικά, κι αν μεταφρασθεί, δεν θα την καταλάβετε!” Ο γέρος αντί ν’ αναλυθεί σε δάκρυα, αντί να πει κάτι επαινετικό για τα τελευταία λόγια και τις τελευταίες ηρωικές στιγμές του παιδιού του, σταμάτησε. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε ν’ απαγγέλλει τούτους τους στίχους, ενώ στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν όλο το μεγαλείο της αδάμαστης ελληνικής ψυχής:

Το δέντρον, που φυτεύτηκεν
’εν τζι εν ματζιδονήσιν,*
που θέλει κόπριν τζιαι νερόν
για να καρποφορήσει!
Τα δέντρα που φυτέψασιν
για να καρποφορήσουν
θέλουν λεβέντικα κορμιά

γαίμαν να τα ποτίσουν!
(*δεν είναι μαϊντανός)

Τίποτε δεν κατάλαβαν οι ξένοι δημοσιογράφοι. Έμειναν μόνο να τον κοιτάζουν εκστατικοί. Μα οι Έλληνες έσκυψαν, του ’σφιξαν το χέρι, του το φίλησαν με βαθύ σεβασμό. Αυτοί κατάλαβαν…

Εμείς μήπως καταλάβαμε έστω και κάτι; Έστω λάβαμε ένα χτύπο της καρδιάς τους;

Στα τελευταία του λόγια, στο τελευταίο του γράμμα δηλώνει:

«Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»


Λίγες ώρες αργότερα ο 18χρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης, με το βάρος του ονόματος ενός αρχαίου επαναστάτη βασιλιά της Σαλαμίνος στις πλάτες του και με την παλληκαριά της Ρωμιοσύνης, σήκωσε τον σταυρό του και πορεύτηκε το στερνό ταξίδι προς την αγχόνη. Με την πίστη στον Θεό και με τη σκέψη στην πεντασύλλαβη λέξη, σ’ εκείνη για την οποία ήρθε «ως εδώ», στην «πανώρια κόρη» σ’ «ΕΚΕΙΝΗΝ, την οποίαν κάθε άνθρωπος επιθυμεί πιο πολύ απ’ όλα», όπως έγραφε στο τελευταίο γράμμα του προς την αδερφή του. Έτσι ολοκλήρωσε ακόμη ένας υπέροχος νέος της Κύπρου του χθες την «πιο όμορφη μέρα της ζωής του».

Η αβάστακτη σύγκριση

Σήμερα, εμείς στα ίδια χώματα περπατώντας και την ίδια λαλιά μιλώντας, με το ίδιο αίμα και την ίδια ιστορία κουβαλώντας βαυκαλιζόμαστε με κούφιες «αξίες» των πρόσκαιρων και τον ανόσιων. Διαγράφουμε βαθμηδόν τις χθεσινές σελίδες απ’ το βιβλίο, τις σελίδες που οφείλαμε να θυμόμαστε. Βαφτίσαμε αυτές τις σελίδες «ανεπιθύμητες» και «ακραίες» και τις παραπετάξαμε σε κάποια γωνιά μιας ξεχασμένης αίθουσας. Δεν μας κάνουν πια, δεν πάνε με το κίτρινο lifestyle. Η ξανθή του τηλεοπτικού γυαλιού και η άλλη που ξεγυμνώθηκε μπροστά σ’ όλους θεωρούνται σαν τα μόνα άξια λόγου σε μια χώρα που βούλιαξε στα χρέη, σ’ ένα νησί που αντικρίζει καθημερινά τη λαβωματιά του στον Πενταδάκτυλο, σ’ ένα έθνος που έπαψε να έχει όραμα για το μέλλον!

Στενέψαμε την οπτική μας και σμικραίνουμε την καρδιά μας. Δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε χάνοντας την πυξίδα μας. Δυσκολευόμαστε να θυσιάσουμε κάτι, πόσο μάλλον να θυσιαστούμε. Είμαστε δεμένοι πισθάγκωνα στο ερέβινο κενό. Η νύκτα η δικιά μας σ’ αυτό το ψεύτικο κουτί δεν έχει ήλιους, μόνο δίκτυα αράχνης που μας κρατούν μακριά απ’ το φως. Στον θάνατον… ακαταπαύστως! Πολλοί από μας θα φύγουν «μια μέρα από τη ζωή χωρίς να έχουν πάρει καν είδηση τι τους συνέβει…» (Ο. Ελύτης: Ιδιωτική Οδός)! Πολύ φοβάμαι πολλοί από μας θα φύγουμε χωρίς να έχουμε καταλάβει τίποτε!

Υ/Γ. Μεταξύ της καταδίκης και της εκτέλεσης του Ευαγόρα Παλληκαρίδη μεσολάβησε ένας μήνας και σ’ αυτόν τον χρόνο έγινε μεγάλη δραστηριοποίηση διεθνώς και διαβήματα σε ξένες χώρες και διεθνή βήματα για να δοθεί χάρη και να απαλλαγεί από τη θανατική ποινή ο Ευαγόρας.

«Συγκινούνται όσοι αγαπούν την ελευθερία. Ένας Αμερικανός γερουσιαστής, γοητευμένος από την αντρίκια συμπεριφορά του εφήβου, τηλεγράφησε ικετευτικά στον Χάρντινγκ. “Τον υιοθετώ”, του έλεγε. “Θα τον στείλω εδώ για ανώτερες σπουδές.” Αλλά ο Κυβερνήτης με ύπουλη διπλωματικότητα απέρριψε την ανθρωπιστική πρόταση. Ευτυχώς, Χάρντινγκ! Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης θα μείνει στην αιωνιότητα ως ένας εραστής της Ελευθερίας, οραματιστής και ήρωας και όχι σαν ένας σπουδασμένος, «επιτυχημένος» και βολεμένος «πρώην αγωνιστής»!

Βασικές πηγές:
(α) Νικόλαος Π. Βασιλειάδης (1995), Εθνομάρτυρες του Κυπριακού Έπους: 1955-59, Σωτήρ, Αθήνα, σ. 149-158.
(β) Βικιπαίδεια, λήμμα Ευαγόρας Παλληκαρίδης (http://el.wikipedia.org/wiki/Ευαγόρας_Παλληκαρίδης)

Πηγή

Πηγή2

3 thoughts on “Οι Νέοι της ΕΟΚΑ. Τα αθάνατα παλικάρια. Το ΕΜΕΙΣ πάνω από το ΕΓΩ.”

  1. ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

    Του Δημήτρη Στεργιούλη
    Επίτιμου Διευθυντή
    2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου
    «ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»

    Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στα Βραγκιανά των Θεσσαλικών Αγράφων, χωριό κακοτράχαλο και άγονο , δύσβατο και δυσπρόσιτο με τα σπίτια του σκορπισμένα σε πλαγιές και γούπατα, σε ραχούλες και ισιώματα, σε λαγκαδιές και ξέφωτα, σε λογγές και διάσελα.
    Στο Σχολείο του χωριού μου έμαθα και τα πρώτα γράμματα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς. Όταν γράφτηκα στην Πρώτη Δημοτικού , το Σεπτέμβρη του 1952, δεν είχαν συμπληρωθεί ούτε δύο χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου σπαραγμού. Η φτώχεια και η δυστυχία μάστιζε το χωριό μου.
    Κι όμως εκείνα τα δύσκολα , αλλά όμορφα μαθητικά χρόνια, τα αναπολώ με βαθιά συγκίνηση σήμερα. Νοσταλγικά θυμάμαι τη σχολική χρονιά 1956-1957, που ήμουν μαθητής της Πέμπτης τάξης στο Σχολείο της γενέτειράς μου. Ήταν η χρονιά που ήρθε νεοδιόριστος δάσκαλος στο χωριό μας, νεαρός στην ηλικία, λιγνός , καλοσυνάτος με βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό.
    Εκείνος ο δάσκαλος μάς συνέπαιρνε με τη διδασκαλία του. Μιλούσε κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας.. Κάθε ημέρα εύρισκε το χρόνο να μας κάνει Ιστορία και μας μιλούσε για τους προγόνους μας , τους ήρωες και τους μάρτυρες του έθνους μας. Μας μιλούσε με πάθος για τον Ελληνικό Κυπριακό Λαό που αγωνιζόταν ηρωικά την εποχή εκείνη μέσα από τις τάξεις της θρυλικής Ε.Ο.Κ.Α. για να αποτινάξει το ζυγό της αγγλοκρατίας.
    Μας μιλούσε για το Μακάριο και τον Κυπριανό και τα μάτια του σπίθιζαν Τους προσομοίαζε με τον Παπαφλέσσα , τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γερμανό Καραβαγγέλη. Μας έκανε λόγο για το Διγενή και τα στήθη του φούσκωναν από περηφάνια. Ανδρούτσο της Κύπρου τον αποκαλούσε. Τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. τα παρομοίαζε με εκείνα του Κατσαντώνη, του Καραϊσκάκη και του Μπουκουβάλα, περίσημων και θρασυκάρδιων κλεφτών, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας έδρασαν και στην περιοχή του χωριού μας.
    Εκείνος ο δάσκαλος έφερε και το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό μας, που λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία . Το ραδιόφωνο το είχε εγκατεστημένο στο δωματιάκι που είχε το διδακτήριο του Σχολείου μας από κατασκευής προορισμένου για κατοικία του δασκάλου.
    Το ραδιόφωνο εκείνο έσπασε την απομόνωση του χωριού μου. Μαθαίναμε τι γινόταν στον «έξω κόσμο», όπως έλεγαν οι συγχωριανοί μου. Αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που χρησιμοποιήθηκε το ραδιόφωνο και ως ψυχαγωγικό μέσο για εμάς τα σχολιαρούδια.
    Ο δάσκαλός μας γνώριζε τις ημέρες της εβδομάδας, αλλά και τις ώρες που το ραδιόφωνο θα έβαζε δημοτικά τραγούδια .Τότε άνοιγε το παράθυρο του δωματίου του, μεγάλωνε την ένταση του ραδιόφωνου , βγαίναμε στο προαύλιο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι ο δάσκαλος μας μάθαινε να χορεύουμε στους ρυθμούς του Τσάμικου, του Καλαματιανού και του Συρτού.
    Τα κλέφτικα τραγούδια συνέπαιρναν το δάσκαλό μας. «Είναι τραγούδια της λεβεντιάς και της παλικαριάς» μας έλεγε ∙ «είναι τραγούδια ηρωικά». Και δεν παρέλειπε να μας τονίζει κάθε φορά ότι ο τόπος μας γέννησε πολλούς ήρωες κι αν χρειαστεί θα ξαναγεννήσει άλλους τόσους κι ακόμα περισσότερους . .
    Κάθε φορά που μιλούσε ο δάσκαλός για την Ιστορία μας, τους ήρωές μας και τους μάρτυρες της πίστης μας κρεμόμουν από τα χείλη του. Τα πατριωτικά του κηρύγματα με έθελγαν, τα απομνημόνευα με καταπληκτική ευχέρεια και εβδομάδες αργότερα ήμουν σε θέση να τα ανασύρω αυτολεξεί από τη μνήμη μου.
    Και σήμερα ακόμη θυμάμαι αυτούσια ολόκληρα κομμάτια από τα πατριωτικά κηρύγματα του δασκάλου μου. Φαίνεται ότι η παρέλευση πενήντα δυο χρόνων δεν μπόρεσε να τα εξαλείψει από τη μνήμη μου.
    Στις αρχές του Δεκέμβρη του ΄56 ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι θα πρέπει το Σχολείο μας να γιορτάσει τη φετινή χρονιά την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 μεγαλοπρεπώς. Γι’ αυτό επιβάλλεται από τώρα να αρχίσουμε την προετοιμασία.
    Θα ανεβάσουμε επί σκηνής δύο πατριωτικά θεατρικά έργα Το ένα έχει σχέση με τη μάχη της Αλαμάνας και το άλλο με το αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Και χωρίς να χάσει χρόνο κάλεσε στην έδρα του το μαθητή της Στ΄ τάξης Σ.Μ. και του είπε. «Πάρε αυτό το βιβλίο και όπου συναντάς το όνομα «Διάκος» θα γράφεις στο τετράδιό σου το κείμενο που ακολουθεί. Θα σταματάς το γράψιμο όταν συναντάς άλλο όνομα και θα ξαναρχίζεις να γράφεις όταν συναντάς πάλι το όνομα «Διάκος» . Αυτόν τον τρόπο γραψίματος θα ακολουθήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κάθισε τώρα και μέχρι αύριο το πρωί θα πρέπει να έχεις τελειώσει το γράψιμο και να φέρεις το βιβλίο στο Σχολείο».
    Μετά ο δάσκαλος φώναξε το όνομά μου. Σηκώθηκα από το θρανίο και τον πλησίασα. « Εσύ θα υποδυθείς το Χάρτιγκ. Ό,τι είπα στο Σωτήρη. ισχύουν και για σένα . Εξηγήσεις και διευκρινίσεις δε χρειάζεσαι. Πάρε τώρα το βιβλίο και κάθισε»..
    Σε δυο εβδομάδες είχαμε γράψει τους ρόλους μας. Στους μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης που δεν θα συμμετείχαν στα θεατρικά έργα ο δάσκαλος ανάθεσε ποιήματα. Η εντολή που μας έδωσε ρητή , άγραφος νόμος θα μπορούσε να πει κανείς. Θα έπρεπε μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να μάθουμε «απ’ έξω και ανακατωτά» τους ρόλους μας.
    Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, το σχολείο άρχισε την επαναλειτουργία του, ο δάσκαλος μάς ανακοίνωσε ότι κάθε Δευτέρα-Τετάρτη και Παρασκευή και με το πέρας των μαθημάτων οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παραμένουν στο διδακτήριο για να κάνουμε τις πρόβα. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας θα παρέμειναν για πρόβα οι μαθητές της Στ΄.
    Οι ημέρες περνούσαν. Φθάσαμε στα τέλη Φεβρουαρίου και με το δάσκαλό μας σε θέση σκηνοθέτη η θεατρική μας απόδοση ήταν καταπληκτική. Μπήκαμε στο Μάρτη και στην όλη διαδικασία είχαν εμπλακεί και οι γονείς μας, που έπρεπε να φροντίσουν για τις στολές που θα φορέσουμε.
    Ξημέρωσε η 14η Μαρτίου 1957. Ξύπνησα πρωί και ετοιμάστηκα για το Σχολείο. Το σπίτι μου ήταν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Μάντζερες και για να φτάσω στο Σχολείο χρειαζόμουν μισή και πλέον ώρα.
    Πέρασα από την τοποθεσία Σταυρός κι εκεί περίμενα τα παιδιά που έμειναν στο συνοικισμό Ραΐνιστα. Κι όταν αυτά κατέφθασαν συνεχίσαμε την πεζοπορία μας για το Σχολείο. Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν στο εξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, ακριβώς απέναντι από το χωριό, οπότε άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα του Αϊ-Δημήτρη.
    Κοντοσταθήκαμε για λίγο για να σκεφτούμε ποιος χωριανός μας πέθανε . Επειδή ο καθένας μας έλεγε όποιο όνομα του κατέβαινε αντιληφθήκαμε ότι κάθε περαιτέρω σκέψη θα επιμήκυνε το χρόνο μετάβασής μας στο Σχολείο και υπήρχε πιθανότητα να φτάσουμε σ’ αυτό καθυστερημένα. Κι αν θα άρχιζε το μάθημα ο δάσκαλος θα μας μάλωνε.
    Γι’ αυτό επιταχύναμε το βηματισμό μας και βρισκόμασταν στο σχολικό προαύλιο την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι .
    Παραταχθήκαμε κατά τάξη και τριάδες, έγινε η πρωινή προσευχή και με την ολοκλήρωσή της ο δάσκαλός μας δεν έδωσε εντολή να περάσουμε στην αίθουσα, αλλά μας ανακοίνωσε ότι «εν παρατάξει» θα πάμε στον Αϊ- Δημήτρη, καθεδρικό Ναό του χωριού μας .Η απόσταση του Ναού από το Σχολείο μικρή, γι’ αυτό φθάσαμε εκεί πολύ γρήγορα.
    Ο Ιερέας του χωριού μας, ο σεβάσμιος παπα-Ματθαίος και η γιαγιά η Σαββούλα η εκκλησάρισσα (νεωκόρος) μας περίμεναν έξωθεν του Ναού στα πέτρινα πεζούλια καθισμένοι.
    Εισήλθαμε στο Ναό. Ο δάσκαλος ανέβηκε στο στασίδι του ψάλτη και ο παπα-Ματθαίος μπήκε στο Ιερό. Φόρεσε το πετραχήλι του, είπε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…», πήρε το θυμιατό , στάθηκε στο μέσον της Ωραίας Πύλης και άρχισε να αναπέμπει επιμνημόσυνη δέηση για ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Ευαγόρα».
    Αντιλήφθηκα αμέσως ότι ο άνθρωπος που πέθανε λεγόταν Ευαγόρας. Για τον Ευαγόρα λοιπόν χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα του χωριού μου. Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο όνομα. Όσο όμως κι αν βασάνιζα το μυαλό μου δε μπορούσα να εντοπίσω συγχωριανό μου με αυτό το όνομα.
    Η απορία μου έμελλε να λυθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η επιμνημόσυνη δέηση και πριν ο Ιερέας πει το «Δι’ ευχών» ο δάσκαλος, σκυθρωπός και φανερά στενοχωρημένος , ανέβηκε μέχρι το δεύτερο ξύλινο σκαλοπάτι του δεσποτικού θρόνου, όπου και στάθηκε. Για δευτερόλεπτα αγκάλιασε με το βλέμμα του όλους τους μαθητές του και ύστερα άρχισε το λόγο του.
    Πύρινος ο λόγος του φλογερού εκείνου δάσκαλου. Θυμάμαι, λες και ήταν χθες , πως άρχισε την ομιλία του.
    « Αγαπητά μου παιδιά,
    Συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό τούτο χώρο για να προσευχηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του 18/χρονου μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρα Παλληκαρίδη., που κρέμασαν οι δόλιοι και καταχθόνιοι ‘ Αγγλοι αποικιοκράτες τα μεσάνυχτα της χθες προς σήμερον στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας , της πρωτεύουσας της Κύπρου μας, με εντολή του αιμοσταγούς τυράννου , του ξετσίπωτου εγκληματία Χάρτιγκ..
    Την εκτέλεση του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη γνωστοποίησε στο Πανελλήνιο σήμερα το πρωί ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών»
    Όταν άκουσα από το στόμα του δασκάλου μου ότι ο Χάρτιγκ είναι ξετσίπωτος εγκληματίας και ότι αυτός έδωσε εντολή για να κρεμάσουν το μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Τα γόνατά μου λύθηκαν, οι αρμοί του σώματός μου παρέλυσαν . Ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
    Ο δάσκαλός μας συνέχιζε τον πύρινο λόγο του, αλλά εγώ δεν είχα το κουράγιο να τον παρακολουθήσω. Αποτραβήχτηκα σ΄ ένα στασίδι . Κάθισα, έσκυψα το κεφάλι , κάλυψα με τις παλάμες των χεριών μου το πρόσωπό μου και ξέσπασα σε κλάμα βουβό.
    Τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το είναι μου ανάμεικτα. Ένιωθα μεγάλο πόνο για το θάνατο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ταυτόχρονα απέραντη αγάπη για το πρόσωπό του, μίσος απύθμενο για το Χάρτιγκ και τους ΄Αγγλους αποικιοκράτες, ενοχές και αηδία για τον εαυτό μου , που αβασάνιστα, χωρίς προηγούμενη πληροφόρηση και περίσκεψη, δέχτηκα να υποδυθώ το ρόλο ενός ξετσίπωτου εγκληματία.
    Αυτές οι ενοχές με οδηγούσαν να σκέφτομαι πράξεις τολμηρές, αλλά δίσταζα να τις θέσω σε εφαρμογή, γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω το είδος κα το μέγεθος των συνεπειών που θα επακολουθούσαν. Πίστευα όμως ότι αν το αποτολμούσα να υλοποιήσω τις σκέψεις, ανεξαρτήτως των όποιων συνεπειών, θα εύρισκα και πάλι την ψυχική μου ηρεμία.
    Από τις σκέψεις αυτές με απάλλαξε η αλλαγή του τόνου της φωνής του δασκάλου μου, «που στεντορεία τη φωνή», έκλεινε την ομιλία του με τούτα τα λόγια:
    «Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης δεν πέθανε. Ζει. Και θα ζει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων». Ο Ιερέας είπε το «Δι’ ευχών των Αγίων πατέρων…» και επακολούθησε το ψάλσιμο του Εθνικού μας Ύμνου..
    Τέλος βγήκαμε από την εκκλησία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Σχολείο, όπου θα συνεχιζόταν κανονικά το μάθημα Μετά βίας τα πόδια μου άντεχαν τη μεταφορά του σαρκίου μου το οποίο «δίκην σορού» εναπέθεσα στο θρανίο μου.. Ο δάσκαλος με πλησίασε και με τακτ με ρώτησε γιατί είμαι πελιδνός.. Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη ∙ δεν γνώριζα τη σημασία της και ούτε ζήτησα να τη μάθω εκείνη τη στιγμή. Προφασίστηκα , όμως, ότι είμαι άρρωστος και ζήτησα την άδεια να φύγω για το σπίτι μου , η οποία μου χορηγήθηκε χωρίς περιστροφές.
    Η μάνα μου παραξενεύτηκε που με είδε να επιστρέφω τόσο νωρίς από το Σχολείο και ζήτησε να μάθει το λόγο. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και της είπα ότι ήμουν αδιάβαστος και με έδιωξε ο δάσκαλος. Θυμωμένη μου απάντησε ότι καλά με έκανε.
    Πήγα και κάθισα στην κουζίνα μας . Εκεί πήρα τη μεγάλη απόφαση και την κράτησα μυστικό επτασφράγιστο..
    Οι ημέρες περνούσαν και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω φθάσαμε στην παραμονή της 25ης Μαρτίου. Αυτή την ημέρα δεν κάναμε μάθημα. Ασχοληθήκαμε με το σημαιοστολισμό του διδακτηρίου μας, καθαρίσαμε τα μονοπάτια του χωριού μας , ασβεστώσαμε τις τουαλέτες , φορέσαμε τις στολές εμείς που θα παίζαμε τα σκετς, να μας δει ντυμένους ο δάσκαλός μας , για να επισημάνει πιθανές ατέλειες στις φορεσιές μας , οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν στην ώρα τους.
    Στο σχολείο μας ήταν και καμιά δεκαριά νοικοκυρές. . Άλλες σφουγγάριζαν, άλλες καθάριζαν τα τζάμια, άλλες σκούπιζαν , άλλες κρεμούσαν κουρτινάκια στα παράθυρα. Αργά το μεσημέρι τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί.
    Ξημέρωσε η 25η Μαρτίου. Όλοι οι μαθητές είχαμε συγκεντρωθεί στο προαύλιο του Σχολείου την «κεκανονισμένην ώραν ». Χτύπησε το κουδούνι,. παραταχθήκαμε κατά τάξεις και σε τριάδες. Οι μαθητές της Στ΄ ξεκρέμασαν από τους τοίχους του διδακτηρίου τις εικόνες των ηρώων του 1821 . Έπρεπε να τις πάρουμε και αυτές στην εκκλησία για να λειτουργηθούνε, καθώς είπε ο δάσκαλος. Αυτό πρώτη φορά γινόταν στο χωριό μας και έκτοτε συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
    Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα. Ο αριθμός των εικόνων των ηρώων ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της Στ. Το πρόβλημα λύθηκε δίκαια και αυτοστιγμεί από το δάσκαλό μας. Τις εικόνες θα τις έπαιρναν οι μαθητές της Στ που δεν είχαν συμμετοχή στο σκετς.
    Όταν φθάσαμε στην εκκλησία μείναμε κατάπληκτοι. Τέτοια κοσμοσυρροή δεν ξαναγνώρισε το χωριό μας. Ήρθαν άνθρωποι και από τα γειτονικά χωριά, έστω και αν χρειάστηκαν δυο ώρες ποδαρόδρομο.
    Όταν τελείωσε η Θεία λειτουργία ο δάσκαλός μας μίλησε στον κόσμο για την επανάσταση του 21 και έπλεξε το εγκώμιο των ηρώων μας.
    Κατά τις 11.30΄ τα πάντα ήταν έτοιμα για την έναρξη της σχολικής μας γιορτής. Ο κόσμος στις θέσεις του, η αυλαία της σκηνής κλειστή, οι μαθητές της Ε΄ και Στ΄ τάξης, που θα παρουσιάζαμε τα σκετς, ντυμένοι και στα παρασκήνια.
    Πέντε- έξι αγόρια , που αποφοίτησαν πριν από τρία χρόνια από το Σχολείο μας – τώρα βοσκούσαν τα κοπάδια των γονιών τους- « επιστρατεύτηκαν» από το δάσκαλό μας για βοηθητικές δουλειές ήταν κι αυτά στα πόστα τους. (δύο θα άνοιγαν την αυλαία τραβώντας κάτι σχοινιά και χωρίς να φαίνονται από τους θεατές και οι υπόλοιποι θα ανέβαζαν ή θα κατέβαζαν από τη σκηνή τα απαραίτητα κάθε φορά έπιπλα ή άλλα υλικά)
    Ανακοινώθηκε στον κόσμο ότι εντός ολίγων λεπτών οι μαθητές της Ε΄ τάξης θα παρουσιάσουν ένα θεατρικό πατριωτικό δράμα για την Κύπρο και την Ε.Ο.Κ.Α..
    Τα λεπτά περνούσαν και η αυλαία δεν άνοιγε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των συμμαθητών μου να ανέβω στη σκηνή.
    Ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός . Συμμετείχα σχεδόν σε όλες τις σκηνές του έργου. Χωρίς τη δική μου παρουσία το έργο δεν μπορούσε να παιχθεί.
    Βλέποντας ο δάσκαλος ότι καθυστερεί το άνοιγμα της αυλαίας ήρθε στα παρασκήνια κι εκεί πληροφορήθηκε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήμουν εγώ. Με κοίταξε με ύφος αυστηρά και μου έδωσε εντολή να ανέβω αμέσως στη σκηνή Αφού αρνήθηκα να υπακούσω στην εντολή του, ο δάσκαλος άλλαξε τακτική. Το έριξε στα παρακάλια. Δυστυχώς όμως ήμουν αμετάπειστος.
    Στα παρασκήνια ήρθε και η μάνα μου «ευθύς ως επληροφορήθη τα καθέκαστα» και άρχισε τα παρακάλια. Μόνο μετάνοιες δεν μου έκανε. η καημένη.
    Με τα πολλά πείστηκα κι ανέβηκα στη σκηνή. Κάθισα στην πολυθρόνα που είχαν εκεί τοποθετήσει και για να ταιριάζει και στο βαθμό του «στρατάρχη» που έφερα την είχαν επενδύσει με μια φλοκάτη κατακίτρινη.
    Η αυλαία άνοιξε. Χωρίς κανένα δισταγμό σηκώθηκα από την πολυθρόνα έκανα μερικά βήματα, προχώρησα στο μπροστινό μέρος της σκηνής και με φωνή σταθερή είπα:
    «Εγώ ξετσίπωτος εγκληματίας σαν το Χάρτιγκ δε γίνομαι. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο του Χάρτιγκ. Ο Χάρτιγκ είναι εγκληματίας. Το ακούτε; Είναι ξετσίπωτος εγκληματίας. Σκότωσε τον Κύπριο μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη».’Εκανα στροφή επί τόπου και έφυγα από τη σκηνή προς τα παρασκήνια.
    Η μάνα μου και ο δάσκαλος με ακολούθησαν κατά πόδας . Ο παπα-Ματθαίος άρχισε να χειροκροτεί και κοντά σ’ αυτόν και οι συγχωριανοί μου, χωρίς να γνωρίζουν γιατί χειροκροτούν. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν. Ίσως να σκέφτηκαν ότι αφού χειροκροτεί ο παπάς κάτι θα ξέρει αυτός .Γιατί λοιπόν να μη χειροκροτήσουμε κι εμείς;
    Κι ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν ακούστηκε η βραχνή φωνή του παπα-Ματθαίου που έλεγε στη μάνα μου να με αφήσει ήσυχο. ‘Υστερα από την παρέμβαση του παπά ο δάσκαλος ανέβηκε στη σκηνή και εξήγησε στους χωριανούς μου ποιος ήταν ο Χάρτιγκ. και ποιος ο Παλληκαρίδης. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι η θεατρική παράσταση που θα παρουσίαζαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης ματαιώνεται και ότι θα παρουσιασθεί μόνο το πατριωτικό δράμα «Αθανάσιος Διάκος».
    Τότε ήταν που σηκώθηκε θύελλα χειροκροτημάτων. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να φύγω από το Σχολείο , χωρίς να γίνω αντιληπτός και ντυμένος Χάρτιγκ κατευθύνθηκα στο σπίτι του μπάρμπα-Αποστόλη αναζητώντας καταφύγιο. Την αλλαξιά των ρούχων μου τη γιορτινή την εγκατέλειψα στο Σχολείο.
    Επειδή το σπίτι ήταν κλειστό κατάλαβα ότι θα ήταν στο Σχολείο ο μπάρμπα-Αποστόλης και η γυναίκα του η θεια-Διαμάντω. Περίμενα στην αυλή αρκετή ώρα μέχρι που ήρθαν. Σαν με είδε η θεία μου ντυμένο στρατηγό έσκασε στα γέλια. Της είπα να αφήσει τα αστεία , γιατί εγώ πεινούσα. Με συμπόνεσε και μου έφερε ψωμί και τυρί για φαγητό. Σαν νύχτωσε ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε στο σπίτι.
    Την άλλη ημέρα παρέα με τον πατέρα μου πήγα στο Σχολείο. Ο πατέρας μου και ο δάσκαλος συζήτησαν για λίγο κατ’ ιδίαν , ενώ εγώ κάθισα στο θρανίο μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου άρχισε κανονικά το μάθημα, χωρίς να μου κάνει καμία παρατήρηση ο δάσκαλος..
    Τα χρόνια πέρασαν. ΄Εγινα και ο ίδιος δάσκαλος .Υπηρέτησα στη δημόσια εκπαίδευση για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια . Πέρασαν από τα χέρια μου εκατοντάδες ελληνόπουλα. Εργάστηκα σκληρά για να τα μάθω να ακουμπάνε με σεβασμό κι ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα πρέπει τα παιδιά μας να αποκτήσουν αίσθηση ιθαγένειας και αίσθηση συνέχειας . Να ξέρουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν .
    Κάθε ημέρα και για 36 ολόκληρα χρόνια , μιμούμενος το δάσκαλό μου, μιλούσα στους μαθητές μου για την Κύπρο και την Ιστορία της. . Τους μιλούσα για τον Παλληκαρίδη, το Μάτση, το Λένα, το Μαυρομάτη , τον Κουτσόφτα, τον Παναγίδη, τον Αυξεντίου, τον Καραολή, το Δημητρίου, το Μάρκο Δράκο , το Ζάκο, το Μιχαήλ, τον Πατάτσο, το Μακάριο, το Διγενή,
    Ως Διευθυντής του 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου κίνησα τη διαδικασία και δόθηκε σ’ αυτό το όνομα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη ..Στο δε προαύλιο του Σχολείου, με ενέργειές μου, η Βουλή των Ελλήνων έστησε την προτομή του
    Τον Παλληκαρίδη τον ευγνωμονώ , γιατί από το περιστατικό που καταγράφω συνάγεται ότι αυτός ήταν ο υπαίτιος που αγάπησα το νησί του με όλη τη δύναμη της ψυχής μου
    Ο Παλληκαρίδης με παρώθησε να επισκεφτώ την Κύπρο πολλές φορές. Αυτός οδήγησε τα βήματά μου στα σπιτικά των αδελφών του και στη γενέθλια γη του την Τσάδα.. Αυτός με παρώθησε να γνωρίσω συμμαθητές και φίλους του, συναγωνιστές και συντρόφους του. Ο Ευαγόρας με παρακίνησε να επισκεφτώ τα κρησφύγετα και τα λημέρια του. στα βουνά της Πάφο. Αυτός μου υπαγόρευσε να καταγράψω το περιστατικό της πρώτης γνωριμίας μας. Μιας γνωριμίας οπωσδήποτε φανταστικής, αλλά για μένα βιωματικής
    Ευαγόρα ! , Αδελφέ μου Ευαγόρα, σε ευγνωμονώ. Σε διαβεβαιώνω ότι όσο οι δυνάμεις μου, φυσικές και πνευματικές, το επιτρέπουν θα αγωνίζομαι για να παραμείνει άσβεστο το καντήλι της μνήμης σου.-

    Like

➤ Σχολιάστε Ελεύθερα :

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s