Αλλά εμπνεύστηκε ο Σπάρτακος :
Kουρσάρος o βαρδάρης,πήρε και σήκωσε τις νύμφες
από του Αξιού τις όχθες
κι ένας αγύρτης Ηλιος,ψεύτης συνάμα και γητευτής,
εχρύσωνεν την κώμην και τα γυμνά κορμιά των,
την ίδια ώρα που οι τρελλαμένοι ταύροι του Alicante,
ξεχύνονταν στους άδειους δρόμους του Cadiz.
Oι νύμφες,έγιναν σύννεφο κι έπειτα γίνηκαν βροχή μαλαματένια,
που νότισε στο διάβα της ,τους κάμπους της Βεργίνας,
του Πλαταμώνα τις ακτές και τις χρυσές αμμούδες της Λεπτοκαρυάς
και των Τεμπών τα βράχια.
Νύμφες,ώ νύμφες, το πέτρινο χαμόγελό σας ήρθε κι αντάμωσεν
το βλέμμα των τεθλιμένων αιπόλων
και το κενό χαμόγελο των παραληρούντων ημιονηγών,
μιάς ξεχασμένης άνοιξης,μιάς άνοιξης που ίσως δεν υπήρξεν.
Μιάς άνοιξης που χάθηκε στο δρόμο πρός την Ιωλκό,
μιάς άνοιξης που απέθανεν πρίν απ’την γέννησίν της.
Νύμφες που σταματήσατε πάνω απ’τη Σπερχειάδα,
νύμφες που εκμαυλίσατε του Μαλλιακού τους χορευτές τους δέλφινες,
τόσο που έβγαλαν φτερά,χρυσά φτερά,
κι ήρθαν και πέταξαν μαζύ σας.
Αλάλητοι και ενεοί,οι ημιονηγοί και οι αιπόλοι,
μοιάζει να πίστευαν,πως άλλα καρτερούσαν,
ως τη στιγμή που ο Ερμής με τη χρυσή τη ράβδο,
έγνεψε κι ακολούθησαν,στο Νότο,στην Αθήνα….
ο Ζευς αναφέρεται ως Γεννήτωρ των Νυμφών !
Ερημη πόλη, μ’άδεια τα μέγαρα ,κλειστές τις αγορές,
νεκροί οι δρόμοι και τα στενά,και των νυμφών ο πόνος αβάσταχτος,βουβό το κλάμα των αιπόλων,επάγωσαν τα μάτια των ημιονηγών.
Μα από την Ελευσίνα,φώς αγλαόν εφάνηκεν,
εφάνηκεν και η Δήμητρα ,κι ο Πάνας και ο Αίας,
με μουσικές και με χορούς,
με λύρες και με άρπες και με χιλιάδες κρόταλα,
μές σε χορούς και χωρατά,μές σε καπνούς και φώτα,
ζύγωσαν ,ήρθαν κι έζωσαν στις σκάλες του Ερεχθείου.
Το ευτυχές είναι,ότι οι νύμφες,οι αιπόλοι και οι ημιονηγοί,
δεν απουσίασαν ποτέ τους πλέον από τα ταυροκαθάψια,
δέν έλειψαν ποτέ τους από τα Παναθήναια,
και δεν παρέλειψαν ξανά,τις Ελευσίνιες μυστηριακές πομπές.
Δυό άσπροι ταύροι απ’το Alicante,
διέπλευσαν την Μεσόγειο κι έφτασαν ως την Κρήτη
και ρίζωσαν στον Χάνδακα,
στο Μεσαρά,στη Δίκτη.
Τον έναν τον εβγάλαν Ερωτόκριτο,
τον άλλον τον είπαν Ακρίτα Διγενή.
ο Σπάρτακος έγραψε !
(Αφιερώνεται σ’όλους τους φίλους,που δεν άφησαν το δάκρυ να κυλήσει,
σ’αυτούς που δεν σκιάχτηκαν από έναν ανταριασμένο κι ανελέητο ουρανό.)

