2000 χρόνια το “κράτος” δολοφονεί το έθνος. Από τους θεόπνευστους Αλάριχους, τους δοσίλογους καλόγερους, τους κοτζαμπάσηδες και τους αφορισμούς, τα γαλλοαγγλικα κόμματα, το ’97, τον Στεργιάδη, τους δοσίλογους του ’22, τον εμφύλιο, τον εθνάρχη του ’55, τη χούντα, τον λαοπρόβλητο σωτήρα του ’74, τον γερμανοτσολιά και τον Παυλόπουλο μέχρι σήμερα. Αυτό το κράτος φαίνεται να έχει ως μοναδικό ρόλο την εξόντωση του γένους, ως πρόβατα επί σφαγή.
Το σύστημα επίσης μοιάζει το ίδιο, τραγικά μονότονο. Τους κρατάμε αμόρφωτους, άβουλους, σε καταστολή να υπομένουν σιγά – σιγά τη σειρά τους.
ΣΦΑΞΕ ΜΕ ΑΓΑ ΜΟΥ Ν’ ΑΓΙΑΣΩ!
Αυτό είναι το λογότυπο αυτού του κράτους βρυκόλακα. Του κράτους γενοκτόνου. Του κράτους που άφησε τους ποντίους να εξοντωθούν “για να μην παραβιάσει τις εντολές”. Του Στεργιάδη που έσφαζε Έλληνες επειδή τόλμησαν να αποδόσουν δικαιοσύνη για την ατίμωση τους.
Όλα αυτά τα καθάρματα που απονεύρωναν και αφόπλιζαν το ποίμνιο ώστε να περιμένει καρτερικά τη χατζάρα.
Μοιάζει σα να μην έχει αλλάξει τίποτα. Ξεχύθηκαν πάλι τα μικρόβια για να αποτελειώσουν ότι υγειές κύτταρο έχει απομείνει σε αυτό τον οργανισμό. Αντί για το ιερατείο, έχουμε τα ιερά ΜΜ”Ε” για να κρατούν τον κόσμο σε καταστολή.
Κτήνη έχουν ξεχυθεί στους δρόμους με πολεμικά όπλα, πολλά μάλιστα με άδεια από τα κλουβιά τους. Με καλάσνικωφ απέναντι στα παλιωμένα τριανταοχτάρια των ευνουχισμένων μπάτσων. Αν κάποιος μπάτσος ή διευθυντής κάνει τον ήρωα, υπάρχει η Σέχτα για να τον συνετίσει.
Έχουν δε μία περίεργη, βιολογική προτίμηση στις κυοφορούσες. Αιώνες τώρα. Συνωμοσιολογικά θα λέγαμε ότι η αρχή της γενοκτονίας περνά τελετουργικά από τη σφαγή της κυοφορούσας.
Κλάμα για την έγκυο υπάλληλο στον Βύρωνα. Κλάμα για την έγκυο υπάλληλο στην Πειραιώς. Κλάμα για την έγκυο υπάλληλο της Μαρφίν.
Κλάμα για τα παιδάκια στην Ημαθία που τα έδερναν και τα μαχαίρωναν για πλάκα τα όρκς. Κλάμα για το 16χρονο ορφανό κοριτσάκι στην Εύβοια που κανείς δεν ασχολήθηκε γιατί όλοι παραμυθιαζόντουσαν με την απάτη της Αμαρύνθου.
Αναρωτιέται κανείς, όλα αυτά τα ανυπεράσπιστα θύματα δεν είχαν έναν άνδρα οικείο; Ούτε έναν; Ούτε ένας πια;
Πως μπορούν και συνεχίζουν τη ζωή τους αυτοί οι πατεράδες που έχασαν ότι πολυτιμότερο; Θα πάνε αύριο στα μπουζούκια; Θα “γιάνει ο πόνος”; Ή θα λουφάζουν μέσα στη θλίψη τους;
Θα “συγχωρέσουν”; Θα ζητήσουν να “καταπραΰνουν την θλίψη τους”; Θα υποταχθούν στον φόβο τους ή στον κρατικό νόμο;
Εμείς οι υπόλοιποι θα περιμένουμε το “κακό” να χτυπήσει την πόρτα μας; Η πόρτα του γείτονα είναι και δική μας. Το παιδάκι στην Ημαθία που έπαιζε με το ποδήλατο του και τώρα χαροπαλεύει με κομμένο το λαρύγγι από το όρκ, είναι δίκό μου. Η νεκρή στη Μαρφίν είναι και δικιά μου μάνα.
Μόνο που δεν έχω άλλα δάκρυα, ούτε ψυχή για να σώσω. Ούτε “εαυτούλη” για να βολέψω.
Όχι, δε νιώθω ούτε περιούσιος, ούτε ξεχωριστός, ούτε αδικημένος, ούτε θέλω να παλέψω για τα εργασιακά ή θεσμικά μου δικαιώματα. Για τα επιδόματα μου, για τα πιστεύω μου, για τις αηδιολογίες που μου γέμιζαν το μυαλό. Δεν θέλω πλέον τον ρόλο του “πρωταγωνιστή” που έντεχνα μου έδωσαν για να ξεχάσω την αιτία που ζω. Δεν είμαι κυρίαρχος (μαλάκας) λαός.
Όσο ζω για τους ρόλους που μου επέβαλλαν είμαι ένα τίποτα. Θα ζήσω για τον απλό ρόλο που νιώθω μέσα στον πόνο μου για τη γενιά μου, για το γένος μου. Τότε, θα είμαι τα πάντα.
“Αντίσωμα”
σσΟ: Σιγά μην πάρουμε και τα όπλα για την πατρίδα φίλε. Εκεί θες να καταλήξεις; Πρωτοσελιδα – Ειδήσεις
